Εθνικές Κατακόμβες, Ευαγγελία Δαρδάμη, 2 Δεκεμβρίου 1959
Ἐθνικές Κατακόμβες Τὸ ροζιάρικο χέρι τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὰ μυωπικά γυαλιά, ποὺ στεκόταν πάνω στὸ χορταριασμένο ύψωμα, τεντωμένο πρὸς τὰ ἐμπρός, ἔδειχνε ἕνα βουνό, μιὰ μενεξεδιὰ πινελιά, στον γκρίζο ὁρίζοντα... Κάτι ἔλεγε γιὰ αἵματα, γιὰ νίκες, κάτι ἱστοροῦσε καὶ ἡ φωνή του βραχνή ήρεμη ξεχυνόταν στῆς πλάσης τὰ μονοπάτια. Γύρω του, ένα χαρούμενο γκρούπ παιδιῶν τῶν Ἐκπαιδευτηρίων Γ. Κηροπλάστου-ἀκοῦνε. Οἱ ἁπλοϊκὲς ἁγνὲς παιδικές ψυχές τους, μένουν θαμπωμένες ἀπὸ τὰ κατορθώματα λίγων ἀνθρώ-πων, καὶ ὁρκίζονται νὰ τοὺς μοιάσουν. Πέρα μακρυά, ὡς ἐκεῖ ποὺ φθάνει το μάτι, ὡς ψώνονται βουνά ἄγρια, ἀγέραστα, παλιά, ὅσο ὁ ἡλιος ὅσο καί τ᾿ ἄστρα. Χάσκουν γκρεμοί δεξό-ζερβα, μὲ χορταριασμένα τὰ χείλια, γεμάτοι ἀπὸ οὐρλιάσματα ἀνέμων, κρότους κεραυνῶν καὶ κόκκαλα ἡρώων. Τὸ χῶμα νοτισμένο, ὑγρό, γλυστράει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μου. Μάζεψα λίγο στὸ χέρι μου. Ἴσως μαζὺ μ᾿ αυτὸ νὰ ἔπιασα καὶ αἷμα... ποιός ξέρει; Το χάϊδεψα μὲ τὴν ματιά μου καὶ διάβασα τὴν ἱστορία τοῦ Ἕλληνα, στὸ κάθε της μόριο. Σ' αὐτὸ τὸ...

