Παρθένιος Γκόλιας
Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 14.07.1915
Ο Παρθένιος Γκόλιας γεννήθηκε στη Σιάτιστα της Δυτικής Μακεδονίας το 1860. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Νικάνωρος Ζάβορδας της Μητροπόλεως Γρεβενών.
Υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Μυτιλήνης.
Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 14.07.1915
Εἰς τὰ 1892 ἐχειροτονήθη· ᾿Αρχι μανδρίτης καί Πρωτοσύγγελος ἐν Δι δυμοτείχῳ, κυβερνῶν ἱερατικῶς τὴν ἐπαρχίαν, ἀντί τοῦ Μητροπολίτου, κληθέντος εἰς τὴν Πόλιν, ὡς Συνοδι κοῦ. Ὁποῖος εἰρηνικὸς πόλεμος, καὶ ὁ ποῖοι ἀγῶνες μὲ τοὺς Τούρκους, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἀτυχῶν ραγιάδων.
Μετὰ τοιαύτην μεγάλην έργα σίαν κα εὐδοκίμησιν, ἡ Μήτηρ Ἐκ κλησία, τὸν ἀνεκήρυξεν Ἐπίσκοπον Δαφνουσίας καί ἀπεστάλη τότε, κα τὰ τὸ 1895 εἰς τὸ Δεμίρ-Ισσάρ.
Το 1892 χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης και Πρωτοσύγκελλος στο Διδυμότειχο, όπου διοικούσε εκκλησιαστικά την επαρχία αντί του Μητροπολίτη, ο οποίος είχε κληθεί στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της Συνόδου. Εκεί διεξήγαγε έναν ειρηνικό αγώνα και αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και συγκρούσεις με τους Τούρκους, προκειμένου να υπερασπιστεί τους δυστυχισμένους ραγιάδες.
Μετά από τόσο σημαντικό έργο και έχοντας επιτύχει στο έργο του, η Μητέρα Εκκλησία τον ανακήρυξε Επίσκοπο Δαφνουσίας και τότε, το 1895, τον έστειλε στο Δεμίρ-Ισσάρ (Σιδηρόκαστρο).
Στις 8 Ιουλίου 1895 χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως τιτουλάριος Επίσκοπος Δαφνουσίας, Βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Μελενίκου. Τη χειροτονία τέλεσε ο Μητροπολίτης Βελεγράδων Δωρόθεος, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτες Ελασσώνος Νικόδημο και Καρπάθου Σωφρόνιο.
Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 14.07.1915
Λἱ μαῦρες ἡμέρες τοῦ 1897 ἐκάλυ πταν τὸν Μακεδονικὸν ἐθνισμὸν ὑπὸ πέπλου θλίψεως καί ἀπελπισίας. Ὁ Παρθένιος γυρίζων τὰ χωρία ἐνέπνεε τὸ θάρρος εἰς τοὺς ἀπηλπισμένους ὁ μοεθνεῖς· Συνίστα ἀμυντικὰς, πρῶτ τος αὐτὸς, ὁμάδας. Αντέκρουε τὰς Τουρκικὰς ἀδικίας καί ἔσωζε τὸν πολλαχόθεν πολεμούμενον Ἑλληνι σμόν.
Ἐστάλη κατόπιν Ἐπίσκοπος εἰς Δο.ι.ράνην,
Οι μαύρες ημέρες του 1897 είχαν καλύψει τον μακεδονικό ελληνισμό με ένα πέπλο θλίψης και απελπισίας. Ο Παρθένιος, γυρίζοντας στα χωριά, έδινε θάρρος στους απελπισμένους ομοεθνείς του. Οργάνωνε αμυντικές ομάδες, μπαίνοντας ο ίδιος πρώτος μπροστά. Αντιμετώπιζε τις τουρκικές αδικίες και προσπαθούσε να προστατεύσει τον ελληνισμό, ο οποίος δεχόταν επιθέσεις από πολλές πλευρές.
Στη συνέχεια στάλθηκε ως Επίσκοπος στη Δοϊράνη.
Στις 20 Μαρτίου 1899 εξελέγη Επίσκοπος Πολυανής έχοντας συνυποψηφίους τον Επίσκοπο Λεοντοπόλεως Νεόφυτο και τον Προϊστάμενο του Ιερού Ναού Σωτήρος Χριστού Γαλατά Κωνσταντινουπόλεως Αρχιμανδρίτη Πολύκαρπο Ψωμιαδη. Στις 3 Μαΐου 1907 εξελέγη Μητροπολίτης Δεβρών και Βελισσού και στις 3 Σεπτεμβρίου 1913 Μητροπολίτης Μελενίκου. Εκοιμήθη στο Σιδηρόκαστρο στις 29 Ιουνίου 1921.
Παρθένιος γεννήθηκε στη Σιάτιστα στα τέλη του 19ου αιώνα, ανατράφηκε με [άκρα ευσέβεια] από τη μητέρα του, της οποίας ο σεβασμός στους θρησκευτικούς λειτουργούς ήταν υπόδειγμα στους συμπολίτες της. Αυτή, όταν πέρασεν από τη Σιάτιστα ο άγιος Κοσμάς, επικεφαλής άλλων γυναικών
τον συνόδευσε έως τον Ασπρόκαμπο μεταβαίνοντα στα Γρεβενά. Με τέτοια αισθήματα μεγάλωσε τον Παρθένιο, ο οποίος μικρός παρακολουθούσε τους ιερείς στους αγιασμούς, στις λειτουργίες στα εξωκλήσια, στα υψώματα και [τα Σάββατα και τις παραμονές των μεγάλων εορτών] μάζευε λειτουργιές από τα σπίτια του ιερέα που τον είχε κοντά του. Αυτός δε ήταν ο Παπαχατζής Βασίλειος, πολύ σεβάσμιος ιερεύς, στον οποίο και έτρεφεν άπειρο σεβασμό ο Παρθένιος σε όλη τη ζωή του. Όταν μεγάλωσε, πήγε στην ιερά Μονή του Αγίου Νικάνορος στη Ζάμπουρντα, όπου και πήρε τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης. Όταν κατόπιν έγινεν αρχιερέας και έρχονταν για λίγες μέρες στη Σιάτιστα,
οι συμπολίτες του τον περιέβαλλαν με σεβασμό έκδηλο και αγάπη άπειρη, που ο Σισανίου αρχιερέας Αθανάσιος Πολέμης, ο από Κώου <1893-1900>, παρατήρησεν αυτό και μια μέρα μου είπεν: «αν ήμουνα εγώ στη θέση του Παρθενίου, θα αποφάσιζα να ιδιωτεύσω στη Σιάτιστα· και έτσι εγώ μεν θα έφερνα τον τίτλο του αγίου Σισανίου, αλλ’ ο Παρθένιος θα δέχονταν τις αρχιερατικές τιμές». Και είχε δίκαιο. Πλην, στον Παρθένιο δεν περνούσαν από το κεφάλι του τέτοιες αποφάσεις. Ο Παρθένιος ήθελε κίνηση, ήθελε ζωή με δράση. Εκείνο που πολύ μισούσεν ήταν η αδράνεια.
Ο Παρθένιος είχεν ετοιμότητα πνεύματος, πατριωτισμό άδολο, αγάπη στη γενέτειρά του απαράμιλλη και ασύγκριτη στην Ελλάδα του, αφοσίωση στην οικογένειά του, εμμονή στα πάτρια, που δεν ήθελε να μετακινούνται, όταν έβλεπεν ότι καλώς έκειντο.
Στους οικείους δεν επέτρεπε να αλλάζουν τη μορφή του σπιτιού του και απαιτούσε να διατηρούν τα πράγματα όπως τα παρέλαβαν από τους προγόνους τους. Όταν τα βλέπω, μου έλεγεν, όπως τα έχω γνωρίσει μικρός, το κάθε ένα κάτι μου λέγει και κάθε γωνιά του σπιτιού μού θυμίζει κάτι και η καρδιά μου γεμίζει από συγκίνηση φέρνοντας στο νου μου τα παιδιακίσια μου χρόνια. Το σπίτι του είναι κτισμένο στη συνοικία «Γκαράδικα», στο ρίζωμα του λόφου στην κορυφή του οποίου είναι κτισμένη η εκκλησία της Αγίας Τριάδος και του οποίου τα ριζώματα αρχίζουν από τη Μπάρα, διευθύνονται στα 3 Πηγάδια και φτάνουν στον Κατούρα και ολίγο τι παρακάτω.
Όταν ο Παρθένιος έρχονταν στη Σιάτιστα, ευχαριστούνταν να μένει στο απάνω δωμάτιο, που είχε τα παράθυρα στο δρόμο και βρίσκονταν σε ύψος αρκετό. Κάμναμε πρόχειρο γραφείο τα παράθυρα και εκεί γράφαμε την αλληλογραφία στους φίλους του, και είχε αρκετούς. Τι τα θέλετε, άμα αυτόν τον άνδρα τον γνωρίζατε, δεν μπορούσατε παρά να τον αγαπήσετε και <να> τον εκτιμήσετε. Ήταν όλος ειλικρίνεια, αγάπη στη μεγάλη και μικρή πατρίδα, αφιλοκέρδεια, φιλανθρωπία και γράμματα ολίγα. Σε κάθε επίσκεψή του στη Σιάτιστα ήθελε να κάμει κάτι το καλό. Έκαμε τη στέρνα στον Άγιο Δημήτριο, έκαμε με έξοδά του τις εικόνες στο εικονοστάσι του σολέαστον ίδιο ναό, εδώρησεν ιερά άμφια για τους ιερείς του ιδίου ναού, επιδιόρθωσε το δρόμο από τον Κατούρα έως τον Μπούνο. Είχε δε σκοπό να κάμει και ένα διτάξιο δημοτικό σχολείο στον Μπούνο, για να απαλλάξει από τα ψύχη και τα πάγη (τους πάγους) του χειμώνα [τα μικρά <παιδιά>], που υποφέρουν, γιατί αναγκάζονται να πηγαίνουν στο κοινό σχολείο πολλά χωρίς παπούτσια και παλτό. Το χρήμα που χρειάζονταν το είχε έτοιμο και είχε γράψει σε δυο συμπολίτες του την απόφασή του ζητούντας και τη γνώμη τους. Δυστυχώς, εκείνοι τον απέτρεψαν, γιατί είχαν κατά νου να του υποβάλουν <την ιδέα για> την εκτέλεση άλλου έργου, χρησιμοτέρου ίσως, σύμφωνα με τη γνώμη τους. Πλην, στο μεταξύ ήλθεν ο θάνατός του και ματαιώθηκε η εκτέλεση της καλής του Παρθενίου πρόθεσης και η Σιάτιστα ζημιώθηκε.
Τον Παρθένιο η Μεγάλη Εκκλησία διόριζεν εις επαρχίες που χρειάζονταν θάρρος και γροθιά και όχι πένα και σοφία. Ο Παρθένιος έδωκε το πρώτο πλήγμα στη Σαρακοστή, την εποχή της Κατοχής 1941-44136, που δεν υφίστατο κατ’ ανάγκη Σαρακοστή, διότι ο κόσμος δεν έτρωγε ό,τι του επέτρεπαν οι κανόνες της θρησκείας, αλλ’ ό,τι μπορούσε να βρει και να αγοράσει. Στην ανάγκη και στην ανώτερη βία επιτρέπεται η παράβαση των θρησκευτικών κανόνων. Τούτο είχε συστήσει ο Παρθένιος στα 1914
[στο Σιδηρόκαστρο] κατά τον Ευρωπαϊκό Πόλεμο. Την εποχή εκείνη η τιμή των φασουλιών είχε φθάσει τις 10-15 δραχμές την οκά. Ο κόσμος στενοχωριούνταν πώς θα περνούσε τη Σαρακοστή με την τρομερή αυτή ακρίβεια. Ο Μητροπολίτης, βλέποντας τη στενοχώρια του ποιμνίου του, βγήκε μια Κυριακή φορεμένος τα αρχιερατικά του άμφια στην ωραία Πύλη του Αγίου Γεωργίου του Διμίρ–Ισάρ και αντί παντός άλλου παραινετικού λόγου είπε στο ποίμνιό του τα εξής: «Αγαπητοί Χριστιανοί, η τιμή των οσπρίων υψώθηκε πολύ και αισθάνομαι τη δυσκολία που έχετε, διότι σκέπτεστε ότι δεν θα μπορέσετε να προμηθευθείτε όσπρια, τα οποία είναι η κυρία τροφή των χριστιανών τη Σαρακοστή. Αλλ’ αφού τόσο υψώθηκε η τιμή τους, εγώ σας επιτρέπω αυτή τη Σαρακοστή να μη νηστεύσετε διόλου»· και έτσι καθησύχασε τις συνειδήσεις των Χριστιανών. Πριν κλείσομε την βιογραφία του καλού τούτου ποιμένος, θεωρούμε επιβεβλημένο να δώσομε το λόγο στον χρονογράφο της «Μακεδονίας»Σταμ.Σταμ.





