Βόλτα με αεροπλάνο πάνω από τον Νομό Σερρών, από το περιοδικό Αεροπλοΐα στις 16 Μαΐου 1933
(ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ. - Φωτογραφία ἀπ’ ἀεροπλάτου. Φωτ. κ. Μ. Π. τῆς Τοπ. Ὑπηρε. Ὑπ. Συγκ.)
16 Μαΐου 1933 «ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ» 419
ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ Μ’ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ
ΣΤΟΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥΣ ΚΑΜΠΟΥΣ
Ζ'.
'Αφήσαμε τόν περίπατό μας στη μέση, πάνω ἀπό τά Βοδενά... Ἄλλα γεγονότα πιό ἐπίκαιρα μας ἔκαναν νὰ τά παρακολουθήσουμε ἀπό ψηλά... Καιρός λοιπόν νά ξαναγυρίσουμε ἐκεῖ πάνω, στούς Μακεδονικούς Κάμπους, πού τόσες ὡραίες ὁπτασίες μάς περιμένουν...
Κατεβαίνουμε χαμηλά στά Βοδενά γιά ν’ ἀπολαύσουμε καλλίτερα τό θέαμα πού ἁπλώνεται μπρός στά μάτια μας. Κάθε γωνιά κι' ἑνα τοπίο ξεχωριστό. Κάθε δρομάκι μιά μικρογραφία Βενετιᾶς. Κάθε σπιτάκι ἕνα ξεχωριστό ταμπλό, πού περιμένει τόν χρωστήρα πού θὰ τό ἀθανατίσει.
Στά νερά, λευκά παπιά τρέχουν μέ κωμικές κινήσεις στήν ὄχθη, γιά νά γλυτώσουν ἀπό τόν κίνδυνο, πού τό ἐστικτό τους τούς ὑπαγορεύει, φαίνεται, ἐξ αἰτίας τοῦ τρομακτικοῦ κρότου τῆς μηχανῆς τοῦ ἀεροπλάνου μας. Ποῖος ξέρει ἂν στή φαντασία τους δὲν ὑλοποιοῦμε τὸ ὄρνεον Ρώκ, τοῦ μακαρίτου Σεβὰχ Θαλασσινοῦ!
'Αφίνουμε μέ λύπη μας τά παπιά νὰ τρέχουν, τούς Βοδενιῶτες νὰ χαζεῦουν καὶ τά νερά ν’ ἀφρίζουν καὶ γυρνᾶμε τὸ πέταγμά μας προς ἡρωϊκά χώματα. Πάμε στὸ Σκρᾶ.
Tóσα χρόνια πέρασαν ἀπό τότε, τόσες βροχές καί δρολάπια, τόσα χαλάζια καί χιόνια· κι' ὅμως ἡ γῆ εἶναι βαθειά ὠρυγμένη ἀπό τά χαραχώματα, τῆς φωλεᾶς τῶν πολυβόλων καὶ τούς λάκκους τῶν ἐκρήξεων.
Τὸ χῶμα εἶναι κατακόκκινο, λές κι’ ἀκόμα δὲν ξεπλύθηκε τό αἷμα πού χύθηκε σ’ αὐτό, θερμό ἀπ’ τά λεβέντικα κορμιά, πού θέρισε τὸ ἀδυσώπητο δρεπάνι τοῦ χάρου. Ἡ χαράδρες ἀντηχοῦν ἀπ’ τό βόμβο τῆς μηχανῆς, ὅπως βοῦδαν, παλιά, ἀπ’ τῆς ἐκρήξεις τῶν βολιδοφόρων καὶ κρουσιφλέγων ὀργάνων τοῦ θανάτου.... Μιὰ ἀπέραντη ἐρημιὰ ἁπλώνεται γύρω, λὲς καὶ τὸ ἀλέτρι σέβεται τούς τάφους τῶν ἀγνώστων ἡρώων...
Nὰ ἡ Μποέμιτσα μέ τῆς στέγες τῶν σπιτιῶν της σκεπασμένες μέ σχιστόλιθους καί πιό πέρα ἡ Γόργόπη μέ τό ἀεροδρόμιό της χωνέμενο ἀνάμεσα σ’ ἕνα χείμαρρο καὶ στὸ δρόμο, ὅπου ἀργές βωδάμαζες κάνουν πιὸ φανταστερὴ τὴν ἀντίθεσι τοῦ γοργοῦ πετάγματος ἑνός μοντέρνου ἀεροπλάνου...
'Αρχίζουμε νά περνουμε καὶ πάλι ὕψος· σὲ λίγο ἔχουμε νὰ περάσουμε βουνά. 'Από μακρυὰ βλέπουμε ὡς τὴ λίμνη τῶν Γιαννιτσῶν, ὡς τὸ 'Αμάτοβο, ὡς τὴ Δοϊράνη. Περνᾶμε τὰ βουνά, ποῦ κάθε κορφή τους ἔχει μιά ὁλόκληρη ἱστορία. Ἱστορία πολύ πρόσφατη. Ἱστορία γεμάτη ἡρωισμούς, ἀγῶνας, αἷμα καὶ φρίκη. Εἶναι τέτοια ἡ ἱστορία ὅλης τῆς Μακεδονίας. 'Από τὸν καιρὸ ποῦ ὁ Παῦλος Μελᾶς ἀφήνοντας τὰ γαλόνια τοῦ κάτω στὴν 'Αθήνα ἦλθε ἀντάρτης νὰ φυσέξη τὴ σπῖθα τοῦ πατριωτισμοῦ, ὡς τοὺς πολέμους τοῦ 12 καὶ 13, ὡς τὸν εὐρωπαϊκὸ μὲ τῆς σελίδες τοῦ ἡρωϊσμοῦ, ποῦ πνίγηκαν κάτω ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῶν μεγάλων.
"Ας εἶνε!...
"Ας ἀπολαύσουμε τώρα τὸ θέαμα τῆς λίμνης τῶν Ποροίων, ποῦ πρασινίζει στά πόδια μας ἀπό τὰ ὑδροχαρῆ φυτά. Ἂς παρακολουθήσουμε - μὲ τὴν ἐργασία ποῦ γίνεται γιὰ ἐξυγίανσί της καὶ τὸν ἀγῶνα ποῦ καταβάλλουν οἱ βυθοκόρος καὶ οἱ ἐκσκαφείς γιὰ νά τὴ μεταβάλουν σὲ τεράστιο τεπόζιτο, ποῦ θὰ ρυθμίζη τὴ ζωὴ τοῦ Στρυμόνος καὶ τὸ πότισμα τῶν γύρω γαιῶν.
Παράλληλα μὲ τὴ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ γίνεται ἕνα κυκλικὸ φράγμα, ποῦ τὸ ἕνα σκέλος του φθάνει στὸ Ρούπελ καὶ τὸ ἄλλο στὴν ἐκροὴ τῆς λίμνης, στὸν Στρυμόνα, γιὰ νὰ περιορίση τὰ ὅρια τῆς λίμνης καὶ σκάβεται ἀπ’ τοὺς βυθοκόρους γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ περιλάβῃ ὅσο τὸ δυνατό περισσότερο τὰ ὅρια ἕνα ἔργο τεράστιο καὶ μόνον αὐτό, μολονότι ἀποτελεῖ τμήμα τῆς ὅλης ἐργασίας ποῦ γίνεται στὸ Στρυμῶνα.
Τὴ σημασία του τὴν βλέπουμε ὅταν φθάνουμε στὸ ἱστορικὸ Ρούπελ, μὲ τὴν κυκλική, πάνω στὸν Στρυμόνα, γέφυρα καὶ κυττάζουμε κατὰ τὸ νοτιᾶ. Ἕνα σωρὸ χωριά, τὰ Χρυσοχώραφα, ὑφίστανται τὴ μάστιγα τῶν πλημμυρῶν ἀπ’ τὰ νερά ποῦ μᾶς στέλλουν οἱ γείτονές μας, μαζί μὲ τὰ ἄλλα φροῦτα τους, τούς κομητατζῆδες. Ἡ κοίτη τοῦ ποταμοῦ κάθε χρόνο μετατοπίζεται ἀριστερώτερα, τόσο ποῦ ἔχει καταλάβει μὲ τὴν ἄμμο ποῦ σκορπίζει, μιὰν ἀπέραντη
"ΣΕΡΡΑΙ.—Ὁ προσφυγικὸς συνοικισμὸς ἐμπρὸς καὶ εἰς τὸ βάθος ἡ παλαιὰ πόλις. (Φωτ. κ. Μ.Π. τῆς Τοπ. Ὑπωρ. Ὑπ. Συγκ.)"
έκτασι, μέσα στὴν ὁποία ἀγωνίζονται, τὸν φριχτὸ ἀγῶνα τῆς ζωῆς, ἕνα σωρὸ χωριά, καμμιὰ δεκαριά, περιορίζοντας ἀναγκαστικά τὴν καλλιέργειά τους στὸ γοργόκαρπο καλαμπόκι καὶ τὰ καρπούζια."
"Ἀλήθεια, δὲν θὰ ξεχάσω τὸ καρπούζια ποὺ τρώγαμε, στρατιῶτες στὴν ἐποχὴ τοῦ πολέμου, σ' αὐτὲς ἐδῶ τῆς περιφέρειες 'Ἀθέλα, σὰν τάβλεπα, θυμήθηκα τὸν τεραtolόγο παπᾶ-Βραμπᾶ, ποὺ μᾶς ἔλεγε πὼς εἶχε στήσει καρτέρι στοὺς κομιτατζῆδες, κρυμμένος..... μέσα σ' ἕνα τέτοιο καρπούζι ποὺ τὤχε προηγουμένως ἀδειάσει.' Ἀλλ' αὐτὴ εἶναι ἄλλη ἱστορία...."
"Ἄς προχωρήσουμε πρὸς τὸ Σιδηρόκαστρο, ποὺ φαίνεται πρὸς τὰ ἀνατολικά μας. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὁδηγηθῇ κι' ἀπὸ τὴ σιδηροδρομικὴ γραμμή, ἀλλὰ μεῖς προτιμοῦμε νὰ ῥίξουμε μιὰ ματιὰ στὰ γύρω χωριά, παληές μας γνωριμίες. 'Ἐδῶ εἶναι τὸ Ποντισμένο, ὅπου σαπίσκαμε γιὰ μιὰ βραδυὰ ἀπ' τὸ νερὸ ποὺ κουβάλαγε ἀπ' τὴ μιὰ ὁ Στρυμώνας κι' ἀπ' τὴν ἄλλη τὰ βαρνὰ νοεμβριανὰ σύννεφα. Παραχάτω, ἡ κάτω Τζουμαγιὰ καὶ τὸ Ψωμοτότι' σπουδαῖες σφηκοφωλιὲς κομιτατζίδικες, ποὺ τώρα ἔχουν μεταβληθῇ σὲ κομψὰ χωριά, μὲ σχέδια καὶ δρόμους, ἀπ' τὴν ὑπηρεσία τοῦ 'Ἐποικισμοῦ κι' ἀπ' τὴ φιλοπανία τῶν ἀγροτῶν προσφύγων. Νὰ τὸ Χορτερὸ κι' ἀκόμα γύρω του τὰ χαρακούματα κι' ἡ φωλεὲς τῶν πολυβόλων καὶ νά, τέλος, τὸ Σιδηρόκαστρο μὲ τὸν πλατύ του χείμαρρο καὶ τὸ γκρίζο βράχο, ποὺ τοῦχε χαρίσει τὸ ὄνομά του."
"Στὴν κορυφὴ του φαίνονται ἀκόμα τὰ ἐρείπια παληοῦ βυζαντινοῦ φρουρίου καὶ στὰ πλευρά του τὰ ἴχνη κάποιας Κεφαλῆς, ποὺ χάραξε ἡ εὐγνωμοσύνη κι' ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν ἐλευθερωθέντων κατοίκων."
"Ἡ γέφυρα ποὺ ἑνώνει τὰ δυὸ ὄχθες τοῦ χειμάρρου ἔχει γεμίσει ἀπὸ κόσμο ποὺ κινεῖ τὰ μαντήλια του καὶ χαιρετᾷ τὸ πέρασμά μας. Προχωροῦμε ἀντίθετα μὲ τὸ χείμαρρο καὶ βλέπουμε τὴν πόλη νὰ στεφανώνεται ἀπὸ ὡραῖες ἐξοχὲς μὲ ψηλὲς λεύκες καὶ λευκοκυπάρισσους."
"Δὲν προχωροῦμε περισσότερο στὸ φα-..."
ΣΕΡΡΑΙ. — Γενικὴ ἄποψις ἀπ᾿ ἀεροπλάνου. (Φωτ. κ. Μ. Π. τῆς Τοπ. ῞Υπῃρ. Ὑπ. Συγκ.).
ράγγι, γιατί μερικὰ ἀπότομα «ρεμοῦ» μᾶς εἰδοποιοῦν ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν στερεῖται κινδύνων, σὲ τόσο χαμηλὸ ὕψος.
Πέρνουμε τὴν σιδηροδρομικὴ γραμμὴ καὶ ξαναπρiνᾶμε ἀπ᾿ τὸ Καμαρωτό, πετοῦμε πρὸς τὸ δρόμο τοῦ ᾿Ορλιακο ποὺ ἀσπρίζει, ἄσπρο φεῖδι, μέχρι τῆς Σέρρες.
Νὰ τὸ ποτάμι, ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης μὲ τοὺς ἀπείρους καὶ γραφικοὺς του μαιάνδρους, ποὺ θαύμαζα πρὶν δυὸ χρόνια, ὅταν πρωτοπέταξα σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, κάνοντας ἀεροφωτοεπογράφησι τῆς περιοχῆς; μαντεwμένο κι᾿ αὐτὸ μέσω σ᾿ ἕνα βαθὺ καὶ ἴσιο σκάμμα.
Καὶ τέλος, νὰ ἡ Σέρρες. ῞Ενας εὐθύταιος δρόμος τῆς ἑνώνει μὲ τὸ σιδηροδρομικὸ σταθμό. ῞Ενα πελώριο ῞Ηρῳον στολίζει μιὰ πλατεῖα· καὶ μεγάλου συνοικισμοὶ προσφύγων ἔχουν τριπλασιάσει τὴν ἔκτασή τους. ῞Η ἀγορὰ εἶναι ἕνα κτίριο ἀπὸ beton μὲ μεγάλη πλατεῖα. Παλιὰ τζαμιὰ μὲ τρούλους καὶ μιναρέδες, τουρκικὰ λουτρὰ μ᾿ ἀνάστροφα ποτήρια γιὰ φεγγίτες, στενὰ δρομάκια καὶ ἀπίτια μὲ σαχνιζιά, ποὺ θάχαν ἄλλοτε καὶ καφάσια, ἀποτελοῦν ἕνα γραφικὸ σύνολο.
Δεξιὰ κι᾿ ἀριστερά, πελώριοι χείμαρροι κουβάλησαν ἀπ᾿ τὰ βουνὰ ποὺ πλαισιώνουν τῆς Σέρρες, χαλίκια κι᾿ ἄμμο, ποὺ θάκαναν τὴν χαρά τῶν λαθρασπολλητῶν τοῦ Φαλήρυου καὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ δελτίου. Στὴν παρυφὴ τοῦ ἀνατολικοῦ χειμάρρου εἶναι τὸ Μέγαρο τῆς Νομαρχίας, παλιὸ τοῦρκικο διοικητήριο μ᾿ ἑλληνικὴ (ὅπως ὅλα τὰ τούρ-
κικα δημόσια κτίρια) ἀρχιτεκτονική. Στρατῶνες καὶ γήπεδα ποδοσφαίρου καὶ γυμναστικῆς δίνουν ἕνα πολιτισμένο ἀέρα στὴν ὄμορφη αὐτὴ μακεδονικὴ πόλι, ποὺ ὑπῆρξε πάντα ὁ ᾿Ακρίτας τοῦ μακεδονικοῦ ἑλληνισμοῦ.
Αρκετές διεθνείς πτήσεις περνούσαν πάνω από το Σιδηρόκαστρο μέχρι το 1936, οι οποίες σταμάτησαν με απόφαση του Γενικού Επιτελείου, οι πτύσεις πλέον θα περνούσαν πάνω από την Δοϊράνη, όπως αναφέρει το περιοδικό ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ στις 16 Απριλίου 1936.
ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ, 16 Μαΐου 1933
ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ, 16 Απριλίου 1936.










