Μια επιστολή από την απελευθέρωση των Σερρών το 1918
Μια επιστολή του Αρχιμανδρίτη Βασιλείου προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φώτιο, με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 1918, αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την απελευθέρωση των Σερρών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η επιστολή, που εντοπίστηκε στο Ιστορικό Αρχείο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, από τον Παναγιώτη Τζουμέρκα, Δρ. Θ. γράφτηκε λίγες μόλις ώρες μετά την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στην πόλη. Ο συντάκτης της, Αρχιμανδρίτης Βασίλειος, υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιερέας στην 1η Μεραρχία και βρέθηκε ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες που εισήλθαν στις Σέρρες, συνοδεύοντας τον διοικητή της Μεραρχίας, υποστράτηγο Νίδερ, και το επιτελείο του.
Η αξία της επιστολής βρίσκεται κυρίως στην αμεσότητά της. Δεν πρόκειται για μια μεταγενέστερη ιστορική αφήγηση, αλλά για την καταγραφή των γεγονότων από έναν άνθρωπο που τα έζησε και τα είδε ο ίδιος. Μέσα από τα λόγια του αναδύεται η εικόνα μιας πόλης βαθιά πληγωμένης από τον πόλεμο και τη βουλγαρική κατοχή, αλλά ταυτόχρονα μιας κοινωνίας που υποδέχθηκε τον ελληνικό στρατό με έντονη συγκίνηση και ενθουσιασμό.
Ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος περιγράφει τις ελληνικές σημαίες που υψώθηκαν στα σπίτια, τις γυναίκες που πρόσφεραν άνθη και βασιλικό στους στρατιώτες, τα δάκρυα των κατοίκων και τις αυθόρμητες εκδηλώσεις χαράς. Η φράση «Χριστός Ανέστη!», που φώναζαν οι κάτοικοι στους στρατιώτες, αποτυπώνει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο το κλίμα εκείνων των στιγμών.
Πίσω όμως από τη χαρά της απελευθέρωσης βρίσκεται η τραγωδία της προηγούμενης περιόδου. Η επιστολή αναφέρεται στην ερήμωση της πόλης, στην απουσία μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στις κακουχίες, στις καταστροφές και στις διώξεις. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Μητροπολίτη Σερρών Απόστολο, στην απουσία ιερέων και στις καταστροφές των ναών.
Η επιστολή έχει, επομένως, διπλή αξία. Από τη μία πλευρά αποτελεί προσωπική μαρτυρία ενός ανθρώπου που βρέθηκε στο κέντρο των γεγονότων και, από την άλλη, αποτελεί ένα σημαντικό αρχειακό τεκμήριο για την ιστορία των Σερρών και της Μακεδονίας. Η γλώσσα της είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά, γεγονός που φανερώνει όχι μόνο όσα αντίκρισε ο συντάκτης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο βίωσε ο ίδιος τη στιγμή της εισόδου του ελληνικού στρατού στην πόλη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το υστερόγραφο της επιστολής, όπου ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος αναφέρει ότι η Μεραρχία του πρόκειται να αναχωρήσει για τη Δράμα «με κατεύθυνση προς την πόλη των ονείρων μας». Η «πόλη των ονείρων» δεν είναι άλλη από την Κωνσταντινούπολη, αποκαλύπτοντας έτσι το ευρύτερο εθνικό κλίμα και τις προσδοκίες της εποχής.
Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η επιστολή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Μέσα από ένα απλό τετράφυλλο επιστολόχαρτο διασώζεται η φωνή ενός αυτόπτη μάρτυρα και μαζί της ένα κομμάτι της ιστορίας των Σερρών. Τα αρχεία δεν διατηρούν μόνο ημερομηνίες και γεγονότα· διασώζουν ανθρώπινες φωνές, συναισθήματα και εικόνες που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Η συγκεκριμένη επιστολή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αξίας των αρχειακών πηγών και της ανάγκης να έρχονται στο φως, ώστε να εμπλουτίζουν τη συλλογική ιστορική μνήμη και την έρευνα.
Ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος είναι από τους πρώτους που μπήκαν στην ερειπωμένη πόλη, καθώς συνόδευε τον Στρατηγό, διοικητή της 1ης Μεραρχίας, Νίδερ, και τον επιτελάρχη της, Θ. Πάγκαλο.
Η επιστολή αναφέρει :
Σέρρες, 20 Σεπτεμβρίου 1918
Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Σήμερα το πρωί ο εθνικός μας στρατός, προελαύνοντας, ανακατέλαβε τις Σέρρες.
Το σύνθημα «Εμπρός» δόθηκε στην 1η Σιδηρά Μεραρχία, στην οποία ανήκω, σήμερα πολύ νωρίς, στις πέντε το πρωί. Και με την πρώτη πρωινή δροσιά, με τις πρώτες δοξαστικές μελωδίες των πουλιών, τα στρατεύματά μας, αφού πέρασαν την τετραπλή γραμμή των συρματοπλεγμάτων, κατέλαβαν στις επτά το πρωί την κύρια βουλγαρική γραμμή.
Οι Βούλγαροι είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους από την προηγούμενη ημέρα. Τα στρατεύματά μας προέλασαν προς την πόλη των Σερρών, όπου πρώτος εισήλθε ο Μέραρχός μας, υποστράτηγος Νίδερ, μαζί με ολόκληρο το επιτελείο του. Στις δέκα εισήλθε και ο αντιστράτηγος Πασκίεβόπουλος.
Η είσοδος των στρατευμάτων μας στην πόλη έγινε μέσα σε ενθουσιώδεις εκδηλώσεις και σε έντονη πατριωτική συγκίνηση. Καμπάνες χτυπούν γύρω μας και άλλες σημαίνουν μέσα μας χαρμόσυνα.
Μπροστά από τους κατεστραμμένους στρατώνες, εκατοντάδες Ελληνόπουλα έσπευσαν να μας προϋπαντήσουν, φωνάζοντας:
«Καλώς ορίσατε! Ζήτω η ελευθερία μας!»
Ο στρατός προχώρησε στη συνέχεια προς την πόλη. Στους εξώστες και στα παράθυρα είχαν υψωθεί ελληνικές σημαίες, βαθιά κρυμμένες μέχρι εκείνη την ώρα. Από τα παράθυρα κορίτσια μάς έραιναν με άνθη, ενώ άλλες γυναίκες από τις πόρτες μάς προσέφεραν ανθοδέσμες από βασιλικό.
Γριές λιποθυμούν. Άνδρες και γυναίκες, με δάκρυα συγκίνησης, φώναζαν:
«Καλώς ήλθατε! Ευλογημένος ο Θεός, επιτέλους!»
Οι στρατιώτες μας, στολισμένοι με άνθη, κλαίνε και αυτοί από συγκίνηση, ενώ γυναίκες του λαού σπεύδουν και ζητούν να τους φιλήσουν, φωνάζοντας:
«Χριστός Ανέστη!»
Από τους 25.000 κατοίκους των Σερρών, ο στρατός μας, όταν εισήλθε στην πόλη, βρήκε μόλις 4.000. Πέντε χιλιάδες πέθαναν από την πείνα, τις κακουχίες και τους εξευτελισμούς. Οι υπόλοιποι είχαν μεταφερθεί από τους Βουλγάρους στο εσωτερικό της Βουλγαρίας.
Ο Μητροπολίτης των Σερρών Απόστολος πέθανε από την ηθική οδύνη, μάρτυρας των πιο ανήκουστων ατιμιών και ταπεινώσεων. Ιερέα δεν άφησαν ούτε έναν. Τις εκκλησίες τις λεηλάτησαν.
Διέπραξαν ατιμώσεις σε βάρος γυναικών και κοριτσιών. Ανήλικα κορίτσια οδηγούσαν κάτω από τις λόγχες τους στα οχυρωματικά έργα, για την κατασκευή συρματοπλεγμάτων.
Κυρίες καλών οικογενειών, των οποίων οι άνδρες είχαν απαχθεί, βρέθηκαν σε έσχατη ένδεια, έχοντας πουλήσει τα πολύτιμα κοσμήματά τους αντί για ένα κομμάτι ψωμί ή λίγες οκάδες καλαμποκιού.
Ελληνόπουλα ορφανά τα απήγαγαν και τα μετέφεραν στη Σόφια για να τα εκβουλγαρίσουν.
Έκλεψαν, διήρπασαν, λεηλάτησαν, ατίμασαν, ύβρισαν και δολοφόνησαν με την πείνα, με τη λόγχη και με την αγγαρεία στα πολεμικά έργα.
Αλλά, αν διέπραξαν όλες αυτές τις φρικαλεότητες, ένα μόνο δεν μπόρεσαν να επιτύχουν: να σβήσουν την ελληνική ζωή, να ταπεινώσουν τα θύματά τους, να πνίξουν το ελληνικό φρόνημα, το οποίο ακόμη και κατά την ύστατη στιγμή της αγωνίας τους ξεπηδούσε γιγαντιαίο και έλαμπε αδάμαστο.
Αύριο στις δέκα το πρωί αναμένουμε τον...
Επικαλούμενος τις ευλογίες της Υμετέρας Μακαριότητος, διατελώ ευπειθέστατος Αυτής υιός.
+ Αρχιμανδρίτης Βασίλειος
Μετά από λίγες ημέρες η Μεραρχία μας αναχωρεί για τη Δράμα, με κατεύθυνση προς την πόλη των ονείρων μας.
Μας ακολουθούν δύο γαλλικές Μεραρχίες. Έξω από τις Σέρρες βρίσκονται η Μεραρχία Σερρών, η 13η και η 2η Ελληνικές.
Αυτούσια η επιστολή:«Σέρραι τῇ 20ῇ Σεπτεμβρίου 1918 Μακαριώτατε Πάτερ καί Δέσποτα Σήμερον τήν πρωΐαν ὁ Ἐθνικός μας στρατός προελάσας ἀνακατέλαβε τάς Σέρρας. Τό σύνθημα “ἐμπρός” ἐδόθη εἰς τήν πρώτην σι- δηρᾶν Μεραρχίαν εἰς ἥν ἀνήκω πρωΐ πρωϊ σήμερον εἰς τάς πέντε. Καί μέ τήν πρώτην αὐγινήν δροσιάν, μέ τίς πρῶτες δοξαστικές μελωδίες τῶν πουλιῶν, τά στρατεύματά μας, διαβάντα τήν τετραπλήν γραμμήν τῶν συρματοπλεγμάτων, κατέλαβον τήν 7ην πρωϊνήν τήν κυρίαν Βουλγαρικήν γραμμήν. Οἱ Βούλγαροι εἶχον ἐγκαταλείψει τάς θέσεις των ἀπό τῆς προτεραίας. Τά στρατεύματά μας προήλασαν πρός τήν πόλιν τῶν Σερρῶν, ὅπου πρῶτος εἰσῆλθεν ὁ Μέραρχός μας ὑποστράτηγος Νίδερ μεθ' ὁλοκλήρου του Ἐπιτελείου του. Την 10η εἰσῆλθεν καί ὁ ἀντιστράτηγος Παρασκευόπουλος. Ή εἴσοδος τῶν στρατευμάτων μας εἰς τήν πόλιν ἐγένετο ἐν μέσῳ τῶν ἐνθουσιώδεστέρων ἐκδηλώσεων καιτῆς πατριωτικοτέρας συγκινήσεως. Καμπάνες
κτυποῦν γύρω μας. Καί ἄλλαις σημαίνουν μέσα μας ἀγαλλιαστικά. Πρό τῶν κατεστραμμένων στρατώνων ἑκατοντάςἙλληνοπαίδων ἔσπευσαν πρός προϋπάντησίν μας, ἀνακράζοντα. Καλῶς ὠρίσατε! Ζήτω ἡ ἐλευθερία μας! Ὁ στρατός ἐπροχώρησεκατόπιν πρός τήν πόλιν. Εἰς τούς ἐξώστας καί τά παράθυρα ἔχουν ὑψωθεῖ Ἑλληνικαί σημαῖαι, βαθειά μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης κρυμμέναι! Ἐκ τῶν παραθύρων μᾶς ἔρραινον κοράσια δί' ἀνθέων, ἐν ᾧ ἄλλα ἀπό τάς θύρας μᾶς προσφέρουν ἀνθοδέσμας βασιλικοῦ. Γρηαῖς λιγοθυμοῦν. Ἄνδρες καί γυναῖκες, μέ δάκρυα συγκινήσεως, ἐκραύγαζον· Καλῶς ἤλθατε! Εὐλογημένος ὁ Θεός ἐπί τέλους! Οἱ στρατιῶται μας, στολισμένοι μέ ἄνθη, κλαίουν καί αὐτοί ἐκ συγκινήσεως, ἐν ᾧ γυναῖκες τοῦ λαοῦ σπεύδουν καί ζητοῦν να τούς φιλήσουν φωνάζουσαι· Χριστός ἀνέστη! Ἐκ τῶν 25 χιλ. κατοίκων τῶν Σερρῶν ὁ στρατός μας εἰσερχόμενος δέν εὖρεν ἤ μόνον 4 χίλ. Πέντε χιλ. ἀπέθανον ἐκ τῆς πείνης, τῶν κακώσεων καί τῶν ἐξευτελισμῶν. Οἱ λοιποί ἔχουν μεταφερθεῖ παρά τῶν Βουλγάρων εἰς τόἐσωτερικόν της Βουλγαρίας. Ὁ Μητροπολίτης τῶν Σερρῶν Ἀπόστολος ἀπέθανεν ἐκ τῆς ἠθικῆς ὀδύνης, μάρτυς τῶν μᾶλλον ἀνηκούστων ἀτιμιῶν καί ταπεινώσεων. Ἱερέα οὐδέ ἕνα ἄφησαν, τάς Ἐκκλησίας ἐγύμνωσαν. Ἀτιμώσεις γυναικῶν καί παρθένων διέπραξαν. Κοράσια ἀνήλικα ὡδήγουν ὑπό τάς λόγχας αὐτῶν εἰς τά ὠχυρωματικά ἔργα πρός κατασκευήν συρματοπλεγμάτων. Κυρίαι καλῶνοἰκογενειῶν, τῶν ὁποίων οἱ ἄνδρες εἶχον ἀπαχθεῖ, εὑρέθησαν εἰς τήν ἐσχάτην ἔνδειαν, πωλήσασαι τά πολύτιμα αὐτῶν κοσμήματα ἀντί τεμαχίου ἄρτου ἤ ὀλίγων ὀκάδων ἀραβοσίτου. Ἑλληνόπαιδας ὀρφανούς ἀπήγαγον εἰς Σόφιαν πρός ἐκβουλγαρισμόν. Ἔκλεψαν, διήρπασαν, ἐλεηλάτησαν, ἠτίμασαν, ὕβρισαν, ἐδολοφόνησαν διά τῆς πείνης, διά τῆς λόγχης, διά τῶν ἀγγαρειῶν εἰς πολεμικά ἔργα. Ἀλλ᾽ ἐάν ὅλας διέπραξαν τάς φρικαλεότητας, ἕν μόνον δέν ἠδυνήθησαν νά ἐπιτύχουν. Νά σβύσουν τήν Ἑλληνικήν ζωήν, νά ταπεινώσουν τά θύματά των, νά πνίξουν τό φρόνημα τό Ἑλληνικόν, τό ὁποῖον καί κατά τήν ὑστάτην στιγμήν τῆς ἀγωνίας των ἀνεπήδα γιγαντιαῖον καί ἐξέστραπτεν ἀδάμαστον, τυφλῶνον καί καῦον τά Βουλγαρικά θηρία. Αὔριον τήν 10 πρωϊνήν ἀναμένομεν τόν Ἐπικαλούμενος δέ τάς εὐλογίας τῆς Ὑμ. Μακαριότητας, διατελῶ εὐπειθέστατος Αὐτῆς υἱός. + Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος. Μετ' ὀλίγας ἡμέρας ἡ Μεραρχία μας ἀναχωρεῖ εἰς Δράμαν μέ κατεύθυνσιν εἰς τήν πόλιν τῶν ὀνείρων μας. Μᾶς παρακολουθοῦν 2 Γαλλικαί Μεραρχίαι. Ἔξω τῶν Σερρῶν εἶναι, ἡ Μεραρχία Σερρῶν, ἡ 13 καί ἡ 2 Ἑλληνικαί».
Πηγή εγγράφου



