Συμμορίτισσες "παιδιά" από την περιοχή του Σιδηροκάστρου, 1948

Συμμορίτισσες "παιδιά" από την περιοχή του Σιδηροκάστρου, 1948


Η εφημερία ΚΑΙΡΟΙ, έγραψε σχετικά στις 21.11.1948:
Στον «στρατό» των συμμοριτών

Οι «καινούργιοι» που στρατολογούνται με τη βία — Γυμνοί και πεινασμένοι — Οι συμμορίτισσες και η αποστολή τους στο βουνό

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, από τον ανταποκριτή μας.

Πριν από περισσότερο από έναν μήνα, κατά τη διάρκεια μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης εναντίον των Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, απήχθησαν μερικές δεκάδες νέοι άνθρωποι, ντόπιοι και ξένοι, οι οποίοι είχαν την ατυχία να βρίσκονται εκείνη τη νύχτα στην κωμόπολη.

Μερικοί από αυτούς τους νέους κατάφεραν μόλις τώρα να ξεφύγουν από τα χέρια των συμμοριτών και δύο από αυτούς έφτασαν στην πόλη μας. Είναι ο Αθ. Παπαγιαννίδης και ο Φωτ. Καραγιαννίδης. Σε ξεχωριστές συνεντεύξεις περιέγραψαν όσα έζησαν.

Οι αφηγήσεις τους δίνουν μια εικόνα για τη ζωή των ανταρτών στα βουνά, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με τους ίδιους, λειτουργούσαν αυτές οι ένοπλες ομάδες.

Οι δύο νέοι, παρότι είχαν περάσει τρεις-τέσσερις μέρες από την απελευθέρωσή τους, δεν είχαν ακόμη συνέλθει από τη φοβερή περιπέτειά τους. Το πρόσωπό τους ήταν σκυθρωπό και το βλέμμα τους φοβισμένο.

— Σαράντα τόσες μέρες μείναμε στα βουνά, μου λένε. Δεν μείναμε ποτέ πάνω από δύο μέρες στο ίδιο μέρος. Όλες τις νύχτες μετακινούμασταν από βουνό σε βουνό και από χαράδρα σε χαράδρα, ενώ την ημέρα μέναμε κρυμμένοι. Οι αρχηγοί φοβούνταν τον στρατό και δεν ήθελαν να μείνουμε περισσότερες από λίγες ώρες στο ίδιο σημείο, μήπως μας αντιληφθούν οι διώκτες μας ή μήπως κάποιος προδώσει την παρουσία μας.

— Πώς περνούσατε στα βουνά αυτά;

— Εμείς, οι καινούργιοι, βρισκόμασταν υπό συνεχή παρακολούθηση. Δεν είχαμε όπλα και δεν μας εμπιστεύονταν. Μας χρησιμοποιούσαν στις επιθέσεις στα χωριά και για διάφορες βοηθητικές δουλειές. Βρισκόμασταν συνεχώς υπό φρούρηση. Δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε ελεύθερα ο ένας στον άλλον και φοβόμασταν ακόμη και να κοιταχτούμε.

Όλα γίνονταν με διαταγές:

«Κρυφτείτε!»

«Σιωπή!»

«Σηκωθείτε όλοι, ξεκινάμε!»

«Καθίστε!»

Δεν επιτρεπόταν καμία αντίρρηση ή συζήτηση. Η διαταγή του αρχηγού ήταν νόμος και όλοι έπρεπε να υπακούν.

— Και πώς περνούσατε την ημέρα σας;

— Κάθε πρωί, για περίπου τέσσερις ώρες, μας έκαναν πολιτική και ιδεολογική «εκπαίδευση». Ύστερα τρώγαμε. Συνήθως το φαγητό ήταν κακής ποιότητας: λίγο ψωμί και άλλα τρόφιμα που βρίσκαμε ή παίρναμε από τα χωριά και, κάποιες φορές, κρέας, συνήθως κομμάτια αρνιού ή κάτι άλλο βρασμένο πρόχειρα. Για τις υπόλοιπες λεπτομέρειες, όπως λέγαμε, «ο Θεός βοηθός».

Ύστερα ακολουθούσαν πάλι μαθήματα και ομιλίες. Μας μιλούσαν για τον κομμουνισμό, τη δημοκρατία, τον φασισμό, την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Αυτές οι ομιλίες ήταν για εμάς περισσότερο βάρος και ταλαιπωρία παρά κάτι που μας ενδιέφερε.

Ακόμη και όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν πολύ κακές, έπρεπε να συνεχίζουμε. Αν χρειαζόταν να ανοίξουμε κάποιο πρόχειρο καταφύγιο ή να βρούμε χώρο για να βόσκουν ζώα, έπρεπε να το κάνουμε είτε είχε ζέστη είτε κρύο.

— Από πλευράς ανέσεων πώς ήταν η ζωή σας;

— Ήμασταν όπου τύχαινε. Κοιμόμασταν όλοι μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον, με μια κουβέρτα και ένα ελαφρύ σακάκι. Κάναμε μεγάλες πορείες και κουραζόμασταν πολύ. Αντιμετωπίζαμε μέρα και νύχτα τις δυσκολίες του καιρού και όλους τους κινδύνους της υπαίθρου.

Εκείνοι που δεν υπέφεραν έτσι ήταν οι αρχηγοί. Αυτοί είχαν καλύτερα καταλύματα, ρούχα, κάλτσες, κουβέρτες και άλλα σκεπάσματα, τα οποία, όπως υποστηρίζεται στην αφήγηση, προέρχονταν από λεηλασίες.

Οι φτωχοί νέοι ήταν ουσιαστικά στη διάθεση των συμμοριτών. Οι αρχηγοί ζούσαν με τη συντροφιά μιας συμμορίτισσας, η οποία θεωρούνταν σύντροφός τους, ενώ είχαν και άλλες γυναίκες που ασχολούνταν με τις προσωπικές τους ανάγκες, καθώς και γραμματείς.

Πώς κατάφεραν να δραπετεύσουν

— Και εσείς πώς φύγατε; τους ρώτησα.

— Ενώ ήμουν μαζί τους, λέει ο Καραγιαννίδης, κάποια στιγμή με έστειλαν μαζί με άλλους δύο άνδρες να κάνουμε κάποια δουλειά. Εκείνοι προχώρησαν μπροστά κι εγώ βρήκα την ευκαιρία να απομακρυνθώ.

Η προθυμία μου και η συμπεριφορά μου δεν τους έδωσαν λόγο να υποψιαστούν κάτι. Έτσι ξεκίνησα μαζί με έναν ακόμη άνθρωπο. Όταν φτάσαμε σε ένα σημείο, αντιλήφθηκα πίσω μας ένα άνοιγμα σε έναν υπόνομο. Μπήκα εκεί και κρύφτηκα για λίγο. Ύστερα, αφού έκανα τον σταυρό μου, προχώρησα μέσα από το υπόγειο πέρασμα και συνέχισα τη νύχτα.

Όταν ξημέρωσε, προσπάθησα να προσανατολιστώ και, ύστερα από πολλές περιπέτειες, έφτασα στην Παλίνουρο, όπου παρουσιάστηκα στο αστυνομικό τμήμα.

Ο Παπαγιαννίδης διηγείται και αυτός τη δική του απόδραση:

— Δεν είχα τίποτα άλλο στο μυαλό μου παρά μόνο να βρω μια ευκαιρία να το σκάσω. Κάποια στιγμή ήρθε η κατάλληλη ώρα. Ήταν βράδυ και, αφού είχαν περπατήσει όλη την ημέρα, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν για μία-δύο ώρες μέσα στο δάσος.

Ξάπλωσαν και, μόλις κατάλαβα ότι είχαν κοιμηθεί, άρχισα σιγά-σιγά να απομακρύνομαι. Περίμενα πρώτα να βεβαιωθώ ότι κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα. Έπειτα έφυγα όσο πιο αθόρυβα και γρήγορα μπορούσα.

ΕΙΣ ΤΟΝ «ΣΤΡΑΤΟΝ» ΤΩΝ ΣΥΜΜΟΡΙΤΩΝΟι «καινούργιοι» τής βίαιας στρατολογίας. — Γύμνια και πείνα. — Οι συμμορίτισσες και η αποστολή των εις το βουνό.   ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, (Τού ανταποκριτού μας). — Πρό μηνός καί πλέον, κατά μίαν συγκόπτουσιν ἐπίθεσιν ἐναντίον τῶν Νέων Μαδύτων, Χαλκιδικῆς ἀπήχθησαν καί μερικαὶ δεκάδες νέων, ἔνιωποι καί ξένοι, οἱ ὁποῖοι εὗραν τὴν ἀτυχανία νὰ βρίσκωνται ἐκείνην τὴν νύκτα εἰς τὴν κωμόπολιν. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς νέους αὐτούς, μόλις τώρα κατώρθωσαν νὰ διασύουν ἀπὸ τὰ ἀνταλλάσματα τῶν συμμοριτῶν «καὶ δύω ἀπ’ αὐτοὺς ἔφθασαν στὴν πόλι μας. Εἶναι ὁ ᾿Αθ. Παπαγιαννίδης καὶ ὁ Φωτ. Καραγιαννίδης καὶ σὲ ξεχωριστή μεταξύ τους συνέντευξι ἐκώθα πράγματα γνωστὰ. Βέβαια, διὰ τὴν ζωὴν τῶν συμμοριτῶν, ἀλλὰ πάντοτε ἀνακαλύπτω τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον διώχγουν οἱ περίποιμοι αὐτοὶ συνωμοτικά, ποὺ ἀνέλαβον νὰ μεταβάλουν τὴν Ἑλλάδα εἰς ἕνα ὁποῖον κομουνιστικὸν «παράδεισον».Οἱ συνωρίτισσαι μουν, ἂν καὶ ἔχουν 3–4 μέρες ἐλεύθεροι, δὲν ἔχουν συνέλθει ἀκόμα τελείως ἀπὸ τὴν φρικτή τους περιπέτεια. Καὶ ἀφοροῦνται· Τὸ δόμμα τους, ποὺ εἶναι καὶ ἀλᾶμα δοσπαινάδων ἀλῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν καδιά τους σεργιαννεῖ καὶ τὸ βλέμμα φοβισμένο.— Σαράντα τόσες μέρες μείναμε στὰ βουνά, μοῦ λένε. Δυο μέρες δὲν μείναμε στὸ ὕψος. Ὅλες τῆς νύχτας ἐπλανούμεθα ἀπὸ φαντάσματα ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνὸ καὶ ἀπὸ χαράδρα σὲ χαράδρα καὶ τὶς μέρες μέναμε κρυμμένοι, γιατὶ οἱ καπεταναῖοι φοβοῦνται τὰ στρατὰ, φοβοῦνται νὰ μείνουν περισσότερο ἀπὸ λίγες ὥρες στὸ ἴδιο μέρος, μήπως καὶ τοὺς ἀντιληφθοῦν οἱ διώκται τους, μήπως καὶ κάποιος προδώσει τὴν παρουσία τους...— Πῶς περνούσατε στὰ βουνὰ αὐτά;— Ἡμεῖς τοὺς καινούργιους, μᾶς εἶχαν ὑπὸ παρακολούθησίν. Οὔτε ὅπλα, οὔτε πάστα, οὔτε συμμαχία στὴς ἐπικεφαλής τους, δουλεύουν στὶς ἐπιθέσεις στὰ χωριά, γιὰ πλαστολόγημα. Εἴμασταν ὑπὸ συνεχὴ φρουράς· δὲν μποροῦσάμε νὰ μιλήσωμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου καὶ φοβόσασταν νὰ κουβεντάζουμε ὀντὰ στὰ μάτια. Οἱ-πως καὶ γίνονται ἄφρενται κάποιας μεταξύ μας συνεντεύσεις. Καὶ ὅλα διαταγές : «Κρυφθῆτε!» Εἶναι ἀν ὑποτρεγμένοι θέλοντας καὶ νὰ κουβλίομε. «Σιωπῆτε!» Στὸ πόδι ὅλοι, ἐξεκινήσατε! «Καθίσατε!» Δὲν εὐσείε· οὔτε ἀντιμιλίας, οὔτε ἀντινικία. Ἡ διαταγὴ τοῦ καπετάνιου εἶναι νόμος καὶ ὁ συμμορίτης, δικαίως ἢ ἀκούσιας, σὰν ἕνας, εἶναι τὸ θηρίο ὑπάντυπα ποὺ δουλεύει πεθαμένα.— Καὶ πῶς περνούσατε τὴν ἡμέρα σας;— Κάθε πρωί, τέσσερας ὥρες, μᾶς ἔκαναν θεωρία θελογραφίας. Ὑστέρα τρώγαμε. Συνήθως τρώγαμε κακοδασμένο, γιατὶ ἀλᾶτι καὶ ἄλλο συσσιακὸ καὶ κάποτε κρέας, μεταξύ κομμάτια ἀρνιὰ ἢ Vδόας βρασμένο ὅπως–ὅπως, ξυράφι κακοψημένο καὶ τὶς περῳσιότητες θεὸς ἐλεητικό. Καὶ εὐθὺς ὀπίσω; διαβάτι. Πολλὰ καὶ ἀναρὰ διατάζει γιὰ λευκορτία. Δημοκρατία, φασισμὸ καὶ μπαουσευλία, γιὰ λευτερία καὶ ἀνεξαρτησία. Αὐτὴ ἡ διατάζει, ἦταν τὸ φροῦτο καὶ ἡ φυγαγωγία μας, ὅταν τὸ τρώγαμε τῶν ἀνδρῶν καὶ ἡ ἀπελπισία μας. ᾿Ακυμα καὶ στὶς κακοειρίαι ἂν ἦταν ἀνάγκη νὰ τρυπήσωμε κάποιο γιὰ νὰ στουσύνουμε εἴτε βοσκή. Εἴτε κρύο, αὐτὸ μᾶς μάζευε καὶ μᾶς διασῶν...— ᾿Απὸ ἀπόψεις ἀνέσεων;— Ὅπως καὶ ὅπου εἴμασταν. Ἐμεῖς συμκοιμαλίο εἴμασταν, ὁ μὴ μάθει πέραν, μ’ ἕνα παρκάνιο καὶ ἕνα καλοκαιρινὸ σακκάκι. Ἐ-τοῦ <έναμε τὶς μακριὲς μας πορεῖες, ὅταν κουραζόμανε, ὅταν ἀντιμετωπίζαμε μέρα καὶ νύχτα τὰ μπούναiva τοῦ «καιροῦ καὶ ἀδὶ» βέβαια κίνδυνος τῆς ὑπαίθρου. Οἱ ὁποῖοι δὲν ἔντυν, κάποια ἄλλοι, εἶναι οἱ καπεταναῖοι. Αὐτοὶ ἔχουν τὰ καλύτερα σπίτια, ἐντὸς καὶ κάλτσες, βελέντζες καὶ ἄλλα σκεπάσματα, ὅλα προϊόντα λεηλασιῶν. Τοὺς φουκαροὺς νέους – νύχτα ἐμπιστευτοὶ τοὺς συμμορίται. Ζοῦν μὲ τὴν συντροφιὰ μιᾶς συμμορίτισσας, ποὺ θεωρεῖται κουμπάρας τους καὶ αὐτὴ παλληκάριος τους καὶ ἔχουν καὶ 4 – 5 συμμορίτισσες καθίσεις γιὰ προσωπικὲς ὑπηρεσίες. Καὶ γραμματέα.   Στο δεξιό τμήμα της στήλης:«... πρὸ τῶν πλάκα του, εἶναι τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ θεωρεῖ κανεὶς ἀντoπατζίτις γιὰ τὴν ἀτομική του ἀσφάλεια.— Κι᾿ ἐσείς πῶς φύγετε; τοὺς ρώτησα.— Ἐνῶ, λέγει ὁ Καραγιαννίδης, ἤμουν μαζί τους φὲ μιὰ κένη γίνης. Μὲ κοστίσουσι μαζὶ μὲ ἄλλους, ἐγώ ἀπό τὴ νυφιὰ πάντα ἔφωνατι, θώριε ἕνας διωγμίτης ζέντας δυο ἄνδρες νὰ πάω νὰ κάνουν κάτι σουσίκες. Πέτα γδύνα ἐκείνοι καὶ ἔστρυψα νὰ πάω ἕνα. Ἡ προθυμία μου καὶ τὰ δικοί μου τὰ ἀποσπάσματα, ἔκαναν τὴν ἔντυπωσή που ἤθελα. Καὶ μ᾿ ἐρτήσαν μαζί, μ' ἕνα ἄλλος, ἕναλλον αὐτὸν. Ἐκεῖ, λοιπόν, μπαίνοντας στὰ ἀγwuάι, ἀντιλήφθηκα στὸ πίσω μέρος ἕνα ἄνοιγμα τοῦ ὑπονόμου. Ἔμπασα πρὸς τὰ ἐκεῖ, τὰ πιάσα, ζέουγα γιὰ λίγο σὲ προσεχή, κι᾿ ὕστερα κάνοντας τὰ σταυρό μου, τάβλαλα στὴ τάβλα καὶ νρύθνα μέσα στὰ γυρέψα καὶ τὴ νύχτα. Ὅταν ἐπελεύσατε μὲ ἀκὲς νὰ προσανατολισθῶ καὶ δίστου ἀποὺ πολλὲς περιπέτειες κατέθεντα στὴν Παλίνουρο, ὅπου καὶ παλμισθάδικα στὸ ἀστυνομικό τυμῖον.— Ἐνῶ, πάλι, λέγει ὁ Παπαγιαννίδου τίποτα δὲν εἶχα στὸ νοῦ μου, σπολάγιανὰ δύο μεγάλοι παιδιά μαζί τους, παρά πῶς καὶ βαθὺ εὐκαιρία νὰ τὰ σκάσω. Ὅποτε γει ἦλθε ἡ εὐλογημένη ὥρα, τὸ βραδυνὸ ποὺ ἀπ᾿ τὸ δάωυνα, πα· στάθηκαν, γιὰ νὰ ξανασῳσταθοῦν μιὰ - δυο ὧρες, ἀπελπιστικά στὸ δάσος τὴ φάτα τῆς ᾿Αραῖας. Ἐ-κινα, τὰς σίδερ καὶ μόλις ἐδόθηκαν ἰδύωσα σταθερὰς ποινὲς καὶ ἰδ καταλάβουν πὼς κοιμώμενα. Κι’ αὐτή, καuσευμένα καθὼς ἦσαν ἀντιπάθηκα πὼς δὲν ἀργήσαν νὰ κοιμηθοῦν. Τότε ἄκουσα νὰ φέρωσι σιγὰ - σιγὰ πάνω πάνω στὰ μa, ὡς ποὺ ἀπομακρύνθηκα λιγώτε-ρι ἐπ’ τὴ ὁυδδα μου. Ὅταν ἐπιπίστημα ὅτι κανένας δὲν κατάλαβε θ’ ἀπομακρυνai mu σκιωδώς καὶ μὲ προφύλαξι, κι’ ἄσουσα νὰ βαδίζω ὅσο πιὸ γρήγορος μπορ...»   Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας (Λεζάντες και Άρθρα):Λεζάνη φωτογραφίας κάτω αριστερά:«Συμμορίτισσαι· συλλαμβάνεται εἰς τὰς προφυλακὰς μορφῆς θεραπείας τοῦ Σδηροκάστρου.»   Λεζάνη φωτογραφίας κάτω δεξιά:«Νεάνιδες ἀπαχθεῖσαι ὑπὸ τῶν συμμοριτῶν καὶ ἀπελευθερωθεῖσαι ὑπὸ τῶν Ἐθνικῶν δυνάμεων εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ Σ.Συμμορίτου.»   Στήλη «Πῶς περνούσατε τὴν ἡμέρα σας;» (συνέχεια):«— Ἕνα ἐπάνω, ἐκεῖ πρὸ κοιμώμενα, ἐσταιτίζει ὁ ἕνος τῶν συμμοριτῶν νὰ μοῦ, αἰσθάνθηκαν νὰ σπάζουν μὲ μιὰ κουβέρτα. Συγχρόνως κάποιος ζήπτωσε πλα. μου, κάτω ἀπ' τὴ κουβέρτα, θῆτε καὶ ἐπιπίσα. Εἶδα τότε μιὰ συνωριὰ συμμορίτισσα νὰ μαζῆ καμωμένη μὲ ἐχθρικὴ διάθεση. Στὴν φυγαιγλικὴ κατάσταση ποὺ βρισκόμενα δὲν εἶναι, βέβαια, δικά γε τέτοια πράγματα. Καὶ τῆς εἶναι ὅτι ἱκαντέτω. Μὰ ἐπέ-σσεια :— Σ' ἀγαπῶ, μοῦ εἶπε κάποια θηνεῖ καὶ θέλω νὰ γνωριστοῦμε καλὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε ἀπὸ δῶ...»   Στήλη «Ὡς διώχλυλον τὸ δάωυνα τῶν...»:«Πρὸ μιᾶς ἀκόμα ἐλπίδας τοῦ συμμοριακὸ συσσευοῦ καὶ τοῦ κομουνιστικαῦ στασιδεύουν...»Ν. ΚΟΝΤΟΜΗΤΡΟΣ

Ακολουθήστε μας στο Google News

Google News <-----Google News

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Ελληνικοί Οικισμοί στον Πόντο το 1922

Μεταφορά από τη Μάλτα στο Γκάτσινα τμήματος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου, μαζί με την εικόνα της Παναγίας της Φιλερμίου και το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 12 Οκτωβρίου

Απόπειρα εξαπάτησης ηλικιωμένης στο Καπνόφυτο - Την απέτρεψαν κάτοικοι, 5 Σεπτεμβρίου 2026

Νέα

Σαν σήμερα



Εορτασμοί σήμερα


Αναρτήσεις...

  • Φόρτωση αναρτήσεων...

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Συνταγές

ΓηΤονια

Χαμένες Πατρίδες

Ρετρό

Σιδή Ρόκ Άστρο

Ο χαζός του χωριού