Απήχθη η κόρη του αρχιτσέλιγκα της περιοχής του Σιδηροκάστρου Ναούμ Λεβέντη, μια μέρα πριν τον γάμο της από φοιτητή της Θεσσαλονίκης, 7 Νοεμβρίου 1938
Η όμορφη τσελιγκοπούλα Σουλτάνα Λεβέντη, που έφυγε με τον αγαπημένο της (αριστερά), όπως φαίνεται σε φωτογραφία που τράβηξε ο απαγωγέας της, ο φοιτητής, στην περιοχή Λαγιά του Σιδηροκάστρου.
Στις 7 Νοεμβρίου 1938, Απήχθη η κόρη του αρχιτσέλιγκα της περιοχής του Σιδηροκάστρου, μια μέρα πριν τον γάμο της από φοιτητή της Θεσσαλονίκης.
Η εφημερίδα ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΜΕΛΛΟΝ της 09.11.1938 ανέφερε:
ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟΥ
Μια όμορφη τσελιγκοπούλα απήχθη από έναν… νεαρό φοιτητή της Θεσσαλονίκης!
Το έσκασε λίγες ώρες πριν από τον γάμο της. Το πιο ρομαντικό ειδύλλιο: Η πανέμορφη βοσκοπούλα ερωτευμένη με τον φοιτητή. Θα την πάντρευαν με έναν τσέλιγκα. Η φυγή του ζευγαριού. Όλοι οι τσελιγκάδες καταδιώκουν τους φυγάδες.
Σέρρες, 8 - Από τον ανταποκριτή μας.
Η κοινωνία της πόλης μας και του γειτονικού Σιδηροκάστρου, του ιστορικού Δεμίρ Ισσάρ, αναστατώθηκαν κυριολεκτικά χθες από μια εκούσια ερωτική απαγωγή, που θυμίζει τα βουκολικά ειδύλλια του Θεόφραστου, με όλη την πλοκή και τις ρομαντικές λεπτομέρειές της.
Πρωταγωνιστές της απαγωγής είναι ο νεαρός φοιτητής από τις Σέρρες Δημήτρης Λιόντας και η πανέμορφη και πλούσια τσελιγκοπούλα Σουλτάνα, κόρη του μεγαλύτερου αρχιτσέλιγκα της περιοχής του Σιδηροκάστρου, κ. Ναούμ Λεβέντη.
Η ωραία βοσκοπούλα
Το ειδύλλιο των δύο νέων, που κατέληξε στη χθεσινή πολυσυζητημένη απαγωγή, ξεκίνησε το περασμένο καλοκαίρι.
Εκείνη την εποχή, ο καπετάν Ναούμ Λεβέντης, ο περήφανος αρχιτσέλιγκας, είχε εγκαταλείψει το χειμαδιό του, στα λιβάδια του κάμπου των Σερρών, και είχε ανέβει με τα πολυάριθμα κοπάδια του στις πλαγιές του Λαγιά, για να περάσει εκεί το καλοκαίρι.
Ο Λαγιάς είναι μια καταπράσινη και γεμάτη νερά οροσειρά, βόρεια του Σιδηροκάστρου, προς την κατεύθυνση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Χρησιμοποιείται ως θερινός βοσκότοπος από όλους σχεδόν τους κτηνοτρόφους της περιοχής.
Μαζί με τον καπετάν Λεβέντη είχε πάει στον Λαγιά και η κόρη του, η Σουλτάνα, η πανέμορφη τσελιγκοπούλα, καθώς και όλη η υπόλοιπη οικογένειά του.
Κάθε πρωί, η Σουλτάνα, στολισμένη με τα φλουριά και τα γιορντάνια της, έπαιρνε ένα κατάλευκο, παχουλό αρνάκι, το αγαπημένο της ζώο, και πήγαινε να το βοσκήσει.
Περνούσε όλο το πρωί κάτω από τα δέντρα, ανάμεσα στις κουμαριές και τα σχίνα. Άφηνε το αρνάκι να χορτάσει το δροσερό, φουντωμένο γρασίδι και, όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά και άρχιζε να ζεσταίνει, το έπαιρνε στην αγκαλιά της και πήγαινε να ξεκουραστεί κοντά σε μια μικρή βρύση, που έστελνε το γάργαρο, κρυστάλλινο νερό της στο ρέμα.
Ένα μεσημέρι, η πανέμορφη τσελιγκοπούλα, καθώς καθόταν κάτω από τα δέντρα μαζί με το αρνάκι της, είδε να την πλησιάζει ένας μελαχρινός και όμορφος νεαρός.
«Καλημέρα, τσελιγκοπούλα», της είπε ο νέος.
«Καλώς τον», απάντησε η αθώα και ανυποψίαστη κόρη του βουνού.
«Πώς βρέθηκες εδώ ολομόναχη;»
«Βγήκα να βοσκήσω τον Ασπρούλη μου. Κι εσύ πώς βρέθηκες εδώ;»
«Ήρθα να πιω λίγο νερό από την πηγή. Μένουμε με την οικογένειά μου στον Λαγιά, στις σκηνές. Ήρθαμε να περάσουμε το καλοκαίρι εδώ. Κάθε πρωί μού αρέσει να ανεβαίνω στην κορυφή του βουνού και να βλέπω τον ήλιο να ανατέλλει σαν φλογισμένος δίσκος, πάνω από τον κοιμισμένο κάμπο».
Το ειδύλλιο και η απαγωγή
Οι δύο νέοι δεν άργησαν να γνωριστούν καλύτερα, με την εγκαρδιότητα και την απλότητα που χαρακτηρίζουν τη νεανική ηλικία.
Εκείνος της είπε ότι τον έλεγαν Μήτσο Λιόντα, ότι έμενε στις Σέρρες και ότι ήταν φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.
Η Σουλτάνα, από την πλευρά της, του είπε ότι ήταν κόρη του αρχιτσέλιγκα Ναούμ Λεβέντη. Το ότι ήταν πανέμορφη και έξυπνη κοπέλα δεν χρειαζόταν να του το πει, αφού εκείνος μπορούσε να το διαπιστώσει μόνος του.
Σε λίγο, οι δύο νέοι, κουβεντιάζοντας σιγανά σαν καλοί φίλοι, πήραν τον δρόμο της επιστροφής και γύρισε ο καθένας στον καταυλισμό του.
Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν ξανά. Οι συναντήσεις τους, που πλέον δεν ήταν τυχαίες, έγιναν καθημερινές. Με τη βοήθεια και του ειδυλλιακού περιβάλλοντος, δεν άργησε να αναπτυχθεί ανάμεσά τους ένα δυνατό ερωτικό συναίσθημα, μια μεγάλη και ειλικρινής αγάπη.
Όταν πέρασε το καλοκαίρι, ο Μήτσος και η Σουλτάνα συνέχισαν να συναντιούνται κρυφά στο Σιδηρόκαστρο, όπου ο νεαρός εραστής της πήγαινε κάθε Κυριακή από τις Σέρρες.
Πριν από λίγες ημέρες, όμως, η Σουλτάνα ανακοίνωσε στον Λιόντα ότι ο πατέρας της ήθελε να την αρραβωνιάσει.
«Θέλουν να με παντρέψουν τα Χριστούγεννα με κάποιον τσέλιγκα, φίλο του πατέρα μου, για να γίνουν συμπέθεροι», του είπε.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ο Παναγιώτης Πασσάς».
«Αυτό είναι τρομερό», ψιθύρισε συντετριμμένος ο Μήτσος.
«Μάλιστα, τη Δευτέρα θα κάνουν και τους επίσημους αρραβώνες», συνέχισε η Σουλτάνα.
«Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;» τη ρώτησε ξαφνικά ο Λιόντας.
«Και με ρωτάς κιόλας, αγάπη μου;» απάντησε χαρούμενη η πανέμορφη τσελιγκοπούλα.
Και ρίχτηκε στην αγκαλιά του αγαπημένου της.
«Ωραία, λοιπόν», της είπε ο Μήτσος. «Τη Δευτέρα θα έρθω με ένα αυτοκίνητο να σε πάρω και να φύγουμε μαζί. Κι ας έρθουν ύστερα να σε παντρέψουν οι τσελιγκάδες!»
Πράγματι, χθες, Δευτέρα, ο Λιόντας πήγε στο Σιδηρόκαστρο, παίρνοντας όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις. Επιβιβάστηκε σε ένα αυτοκίνητο και πήρε μαζί του τη Σουλτάνα, η οποία τον περίμενε με ανυπομονησία.
Η φυγή έγινε ακριβώς την ώρα που ο επίδοξος μνηστήρας της Σουλτάνας και οι συγγενείς που είχαν συγκεντρωθεί για τους αρραβώνες περίμεναν στο σπίτι τον παπά, για να τελεστεί η αρραβώνα.
Φεύγοντας από το πατρικό της σπίτι, η Σουλτάνα πήρε μαζί της και τριακόσια χρυσά φλουριά, δηλαδή λίρες, για τα… έξοδα του γάμου!
Οι δύο ερωτευμένοι μπήκαν στο αυτοκίνητο, το οποίο αναχώρησε με μεγάλη ταχύτητα, με κατεύθυνση προς τις Σέρρες ή, πιθανότατα, προς τη Θεσσαλονίκη.
Το πιο αξιοσημείωτο, όμως, είναι ότι μόλις έγινε γνωστή η εκούσια φυγή της Σουλτάνας, όλοι όσοι είχαν προσκληθεί στους αρραβώνες βγήκαν στους δρόμους και άρχισαν να ψάχνουν για να τη βρουν.
Οι γονείς της, μαζί με τον επίδοξο μνηστήρα της, κατήγγειλαν το γεγονός στη Διοίκηση Χωροφυλακής Σιδηροκάστρου, η οποία άρχισε αμέσως εντατικές έρευνες για να εντοπίσει το κρησφύγετο των δύο ερωτευμένων νέων.
Στέλιος Χριστοδ
Αυτούσιο το κείμενο:
ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟΥ
ΜΙΑ ΩΜΜΟΡΦΗ ΤΣΕΛΙΓΚΟΠΟΥΛΑ ΑΠΗΧΘΗ
ΑΠΟ ΕΝΑ... ΝΕΑΡΟΝ ΦΟΙΤΗΤΗΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ! ΕΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ ΛΙΓΕΣ ΩΡΕΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΤΗΣ
ΤΟ ΡΩΜΑΝΤΙΚΩΤΕΡΟΝ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ.-Η ΠΑΝΕΜΜΟΡΦΗ ΤΣΟΠΑΝΟΠΟΥΛΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΦΟΙΤΗΤΗΝ. ΘΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΤΡΕΥΑΝ ΜΕ ΕΝΑΝ ΤΣΕΛΙΓΚΑ.-Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΖΕΥΓΟΥΣ
ΟΛΟΙ ΟΙ ΤΣΕΛΙΓΚΑΔΕΣ ΕΙΣ ΚΑΤΑΔΙΩΞΙΝ ΤΩΝ
ΣΕΡΡΑΙ, 8. (Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας). – Ἡ κοινωνία τῆς πόλεώς μας καὶ τὸ γειτονικόν μας Σιδη-ρόκαστρον, τὸ ἱστορικὸν Δεμίρ - · -᾿Ισσάρ, ἀνεστατώθησαν κυριολε-κτικῶς χθὲς ἀπὸ μίαν ἑκουσίαν. ἐρωτικὴν ἀπιαγωγὴν, που θυμίζει τὰ βουκολικὰ εἰδύλλια τοῦθεοφρά στου, μὲ τὴν ὅλην πλοκὴν καὶ τὰς ρωμαντικάς λεπτομερείας της. Η. ρωες τῆς ἀπαγωγῆς εἶνε ὁ νεαρός ἐκ Σερρών φοιτητής Δημ. Λιόν. τας καὶ ἡ περικαλλής καὶ πολύ-φέρνος τσελιγκοπούλα Σουλτάνα,
κόρη τοῦ μέγαλειτέρου ἀρχιτσέλι. γκα τῆς περιφερείας Σιδηροκάστρου κ. Ναούμ Λεβέντη.
Η ΩΡΑΙΑ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ
τὰ ἀι Τὸ εἰδύλλιον τῶν δύο νέων, που κατέληξε στην χθεσινή πολύκροτη ἀπαγωγή, χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ περασμένο καλοκαίρι. Τὴν ἐποχη ἐκείνη, ὁ καπετάν Ναούμ Λεβέν της, ὁ ὑπερήφανος ἀρχιτσέλιγκας, εἶχεν ἐγκαταλείψει το «χειμαδιό» του στὰ λειβάδια τοῦ κάμπου τῶν Σερρῶν καὶ ἀνερριχήθη μὲ τὰ | πειράριθμα ποίμνιά του στις πλα-γιὲς Λαγια, γιὰ νὰ ξεκαλο καιριάσῃ. Ο Λαγιᾶς εἶνε μιὰ καταπράσινη καὶ περίρρυτη βουνο-σειρά, βορείως τοῦ Σιδηροκάστρου, πρὸς τὴν κατεύθυνσι τῶν ἐλληνοβουλγαρικών συνόρων και γρησιμοποιείται ὡς θερινός βοσκό τοπος δι' όλους σχεδὸν τοὺς ποι· μένας τῆς περιφερείας. Μαζί με τὸν καπετάν Λεβέντη εἶχε πάει στὸν Λαγιᾶν καὶ ἡ κόρη του Σουλ τάνα, ἡ πεντάμορφη τσελιγκο. πούλα, καὶ ὅλη ἡ λοιπὴ οἰκογέ. νειά του.
Σουλτάνα, στολι-σμένη μὲ τὰ φλουριὰ καὶ μὲ τὰ Κάθε πρωί ἡ Σουλτ γιορντάνια της, ἔπαιρνε ἕνα κάτα. σπρο παχουλό ἀρνάκι, ποὺ ἦταν τὸ ἀγαπημένο της πρόβατο κ' ἐπή, γαινε νὰ τὸ βοσκήσῃ. Έτρεχε δι λο τὸ πρωῖ κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα, ἀνάμεσα στις κουμαριές καὶ τὰ σχοίνα, ἄφινε τὸ προβατάκι νὰ χορτάσῃ ἀπὸ τὸ δροσερό φουντω μένο γρασίδι καὶ ὅταν ὁ ἥλιος ἀι νέβαινε ψηλὰ καὶ ἀρχίναγε νὰ ζε. ματάῃ, ή Σουλτάνα, ἔπαιρνε στην ἀγκαλιά αλιὰ τὸ προβατάκι της καὶ ἐ πήγαινε να ξεκουρασθῇ κοντά σὲ μιὰ βρυσούλα, ποὺ ἐκύλαγε στὴ ρεμματιὰ τὸ γάργαρο, κρυ-σταλλένιο νεράκι της.
Ἕνα μεσημέρι, ἡ πεντάμορφη τσελιγκοπούλα, ὅπως ἦταν πλα γιασμένη μὲ τὸ ἀρνάκι της κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα, βλέπει νὰ τὴν πλη-σιάζῃ ἕνα μελαχροινὸ καὶ νόστι μο παλληκάρι.
Καλή μέρα τσελιγκοπούλα, τῆς λέει, ὁ νέος. -
– Καλῶς του, ἀπαντᾶ ἡ ἀθώα καὶ ἀπονήρευτη κόρη του βουνού.
– Πῶς ἀπὸ δῶ μόνη :
-Ἐβγήκα νὰ βοσκήσω τὸν ᾿Α. σπρούλη μου. Κ᾿ ἐσὺ πῶς ἀπ᾿ ἐδῶ;
– Ἦρθα νὰ πιω λίγο νερὸ ἀπὸ τὴν πηγή. Μένουμε μὲ τὴν οἰκογέ. νειά μου στὸν Λαγιᾶ, στὶς σκη νές. Ηρθαμε να περάσουμε τὸ κα λοκαίρι καὶ κάθε πρωί μ' ἀρέσει ν' ἀνεβαίνω στὴν κορφὴ τοῦ βουνοῦ καὶ νὰ βλέπω τὸν ἥλιο ὅπως ἀνατέλλῃ, σὰν φλογισμένος δῖ. σκος, μέσα ἀπὸ τὸν κοιμισμένο κάμπο.
ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΚΑΙ Η ΑΠΑ. ΓΩΓΗ
Οἱ δύο νέοι δὲν ἐβράδυναν να σχετισθοῦν, μὲ τὴν ἐγκαρδιότητα καὶ τὴν ἀπλότητα της νεανικής των ἡλικίας. Ἐκεῖνος τῆς εἶπε ὅτι λέγεται Μήτσος Λιόντας, ὅτι ἔμε. νε στὰς Σέρρας καὶ ἦταν φοιτητής τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλο νίκης.
Η Σουλτάνα τοῦ εἶπεν ἐξ ἄλ λου ὅτι ἦταν κόρη τοῦ ἀρχιτσέλιγ. και Ναούμ Λεβέντη. "Οτι "ὅτι ἦταν πεν τάμορφη καὶ ἔξυπνη κοπέλλα δὲν τοῦ εἶπε. Γιατί τὸ ἔβλεπε μό νος του. Σε λίγο οἱ δύο νέοι σιγο κουβεντιάζοντας, σὰν καλοὶ φίλοι, ἐπῆραν τὸν δρόμο κ' ἐγύρισαν ὁ καθένας στην κατασκήνωσί του
-Τὴν ἄλλη μέρα, συνηντήθησαν καὶ πάλιν. Καὶ οἱ συναντήσεις αὐ τὲς, ποὺ δὲν ἦταν πιὰ τυχαίες, ἐν γίνηκαν καθημερινὲς καὶ - βοη-θοῦντος καὶ τοῦ εἰδυλιακοῦ περι βάλλοντος δὲν ἐβράδυνε νὰ ἀν ναπτυχθῇ μεταξὺ τῶν δύο νέων ἕνα σφοδρὸ, ἐρωτικὸ αἴσθημα, μιας μεγάλη καὶ εἰλικρινὴς ἀγάπη. "Ο ταν ἐπέρασε τὸ καλοκαίρι ὁ Μῆ τσος καὶ ἡ Σουλτάνα, συνηντῶντο κρυφά στο Σιδηρόκαστρον, ὅπου επηγαίνε ἐπήγαινε κάθε Κυριακὴ ὁ νεαρός
ἐραστὴς ἀπὸ τὰς Σέρρας. ᾿Αλλὰ πρὸ ἡμερῶν ἡ Σουλτάνο ἀνήγγειλεν εἰς τὸν Λιόνταν ὅτι Ε πατέρας της ἤθελε νὰ τὴν ἀρρα βωνιάσῃ :
– Θέλουν, τοῦ εἶπε, νὰ μὲ παν. τρέψουν τὰ Χριστούγεννα μὲ και ποιον τσέλιγκαν, φίλον τοῦ πατέρα μου, γιὰ νὰ συμπεθεριάσουν.
– Ποιός εἶνε αὐτός ;
Ο Παναγιώτης Πασσάς
-– Αὐτὸ εἶνε τρομερόν, ἐψιθύρι. σε συντετριμμένος ὁ Μήτσος.
– Την Δευτέρα, μάλιστα, έξηκο λούθησεν ἡ Σουλτάνα, θὰ κάνουν καὶ τοὺς ἐπίσημους ἀρραβώνας.
– Θέλεις να γίνῃς γυναῖκα μου; τὴν ρώτησε ξαφνικά ο Λιόν. τας. -
– Καὶ μ' ρωτᾶς κι' όλας ἀγά. πη μου; ἀπήντησε χαρούμενη ή πεντάμορφη τσελιγκοπούλα. Κι'
(ΒΛΕΠΕ ΣΥΝΕΧΕΙΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ 5ην ΣΕΛΙΔΑ)
ΜΙΑ ΤΣΕΛ ΓΚΟΠΟΥΛΑ ΑΠΗΧΟΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΝΕΑΡΟΝ ΦΟΙΤΗΤΗΝ
(Συνέχεια ἐκ τῆς 1ης σελίδος)
ἐρρίφθη εἰς τὰς ἀγκάλας τοὺ ἐν κλεκτοῦ τῆς καρδιᾶς της.
– Καλά, λοιπὸν, τῆς εἶπεν ὁ Μη τσος. Τὴν Δευτέρα θὰ ἔλθω με ἕνα αὐτοκίνητο νὰ σὲ κλέψω. Καὶ ἂς ἔλθουν ὕστερα νὰ σὲ παντρέψουν οἱ τσελιγκάδες 1
Πράγματι, χθὲς Δευτέραν, ὁ Λι. όντας μετέβη μετά μυρίων προφυ
λάξεων εἰς τὸ Σιδηρόκαστρον, ἐν πιβαίνων ἑνὸς αὐτοκινήτου καὶ ἀ πήγαγε τὴν Σουλτάναν ποὺ τὸν ἀν νέμενεν ἀνυπομόνως. Ἡ ἀπαγων γὴ ἔγινε τὴν ὥραν ἀκριβῶς ποὺ ὁ παρ᾿ ὀλίγον μνηστήρ τῆς Σουλτά νας καὶ τὰ συμπεθερικά περίμεναν στὸ σπίτι τὸν παπά γιὰ τοὺς ἀρρα βῶνας. Ἡ Σουλτάνα, φεύγουσα ά πὸ τὴν πατρικὴν οἰκίαν ἐπῆρε και τριακόσια χρυσά φλουριά (λίρες) διὰ τὰ... ἔξοδα τοῦ γάμου. Οἱ δύο ἐρωτευμένοι ἐμπῆκαν στὸ αὐτοκί. νητον, ποὺ ἀνεχώρησε ὁλοταχώς
μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὰς Σέρρας ἢ πιθανῶς τὴν Θεσσαλονίκην.
Το νόστιμον, ὅμως, εἶνε ὅτι μό
λις ἐγνώσθη ἡ ἑκουσία ἀπαγωγή τῆς Σουλτάνας, ὅλοι οἱ κεκλημένοι στοὺς ἀρραβώνας ἐξῆλθον εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἔψαχναν πρὸς ἀνεύρεσίν της. Οἱ γονεῖς της, έξ ἄλλου, μὲ τὸν παρ᾿ ὀλίγον μνη-στῆρα της κατήγγειλαν τὸ γεγο νὸς εἰς τὴν Διοίκησιν Χωροφυλα κῆς Σιδηροκάστρου, ἡ ὁποία καὶ ἐπελήφθη συντόνων ἐρευνῶν πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ κρησφυγέτου τῶν δύο ἀλληλοαπαχθέντων νέων.
ΣΤΕΛ ΧΡΙΣΤΟΔ



