Η περιοχή μας στο έργο Χρονική Συγγραφή (Annales) του Γεώργιου Ακροπολίτη (1217 – 1282)

Η περιοχή μας στο έργο Χρονική Συγγραφή (Annales) του Γεώργιου Ακροπολίτη (1217 – 1282)

57. Οι εκστρατείες εναντίον των Βουλγάρων

Από εκεί, λοιπόν, αφού διάλεξε έναν αξιόλογο στρατό, τον έστειλε στα φρούρια της Αχρίδας, τα οποία είχαν καταλάβει πρόσφατα οι Βούλγαροι, με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να επιστρέψουν και πάλι στην εξουσία των Ρωμαίων (Βυζαντινών).

Όταν έφτασαν εκεί οι Ρωμαίοι στρατηγοί με τα στρατεύματά τους, κατάφεραν εύκολα να κυριεύσουν τα φρούρια, χρησιμοποιώντας πολιορκητικές μηχανές και πολιορκητικούς πύργους. Οι Βούλγαροι, όταν έβλεπαν τους εχθρούς και έρχονταν αντιμέτωποι με δύσκολες πολεμικές καταστάσεις, εγκατέλειπαν τις φρουρές των πόλεων πιο γρήγορα. Έτσι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τα περισσότερα από αυτά τα φρούρια.

Παράλληλα, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε τον στρατό που είχε μαζί του και κατευθύνθηκε προς τις πόλεις της Ροδόπης. Με τη βοήθεια των πολιορκητικών μηχανών κατέλαβε πρώτα την Περιστίτζα, στη συνέχεια τον Στενήμαχο και έπειτα τον Κριτζιμό. Όλα αυτά τα οχυρά ήταν εξαιρετικά ισχυρά και βρίσκονταν μπροστά από το βουνό της Ροδόπης, προστατεύοντας παράλληλα τις περιοχές που βρίσκονταν πίσω τους.

Ο αυτοκράτορας έφτασε επίσης στην Τζεπαινά, όταν ο χειμώνας βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Ωστόσο, η δύσβατη τοποθεσία και το υπερβολικό κρύο δεν του επέτρεψαν να παραμείνει εκεί ούτε για λίγο.

Όταν έφτασε η άνοιξη, έστειλε διαταγές στον Αλέξιο Στρατηγόπουλο και στον Κωνσταντίνο Τορνίκη, τον οποίο ο αυτοκράτορας Ιωάννης είχε τιμήσει με το αξίωμα του μεγάλου πριμικηρίου. Οι δύο άνδρες βρίσκονταν στις Σέρρες και είχαν υπό τις διαταγές τους τον στρατό. Ο αυτοκράτορας τούς διέταξε να συγκεντρώσουν όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις και να κινηθούν εναντίον της Τζεπαινάς.

Εκείνοι εκτέλεσαν τις διαταγές του, αποδείχθηκαν όμως ανίκανοι στρατηγοί σε αυτή την επιχείρηση. Δεν συνάντησαν εχθρικά στρατεύματα ούτε πολεμιστές άξιους να τους αντιμετωπίσουν. Παρ' όλα αυτά, όταν άκουσαν χτυπήματα και θορύβους και όταν έφτασαν στ' αυτιά τους ήχοι από πολεμικές σάλπιγγες, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν άτακτα σε φυγή. Εγκατέλειψαν όλα τα εφόδιά τους, καθώς και τα περισσότερα άλογά τους, τα οποία έπεσαν στα χέρια Βούλγαρων βοσκών και χοιροβοσκών.

Έτσι, οι στρατηγοί επέστρεψαν στις Σέρρες σαν φυγάδες, χωρίς άλογα και όπλα.

Ο αυτοκράτορας εξοργίστηκε με όσα συνέβησαν και, μέσα στον θυμό του, διέταξε τους ίδιους στρατηγούς να επιστρέψουν και να επιχειρήσουν ξανά να δώσουν μάχη. Εκείνοι, όμως, δήλωσαν ότι αδυνατούσαν να εκτελέσουν αυτή την αποστολή.

58. Η εξέγερση του Δραγωτά και η νίκη στις Σέρρες

Ενώ συνέβαιναν αυτά, προέκυψε και ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα, το οποίο απειλούσε να προκαλέσει μεγάλες ζημιές στους Ρωμαίους.

Ο επικεφαλής του στρατεύματος της Μελενικιώτικης περιοχής ονομαζόταν Δραγωτάς. Επειδή ήταν Βούλγαρος, έτρεφε από τη φύση του εχθρότητα προς τους Ρωμαίους. Η εχθρότητά του, όμως, έγινε ακόμη μεγαλύτερη εξαιτίας του μίσους που αισθανόταν για τον αυτοκράτορα.

Ο Δραγωτάς είχε ελπίσει ότι θα λάμβανε μεγάλες ανταμοιβές από τον Ιωάννη. Ωστόσο, θεωρούσε ότι όσα του είχε παραχωρήσει ο αυτοκράτορας, παρόλο που ήταν πολλά, δεν ανταποκρίνονταν στην αξία του. Γι' αυτό αποφάσισε να οργανώσει ανοιχτή εξέγερση.

Συγκέντρωσε όλους τους στρατιώτες που βρίσκονταν στο Μελένικο, μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους και πολλούς ακόμη ανθρώπους από τις γύρω περιοχές. Έπειτα, στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη του Μελενίκου, την πολιόρκησε και προσπάθησε επίμονα να την καταλάβει.

Την υπεράσπιση της πόλης είχαν αναλάβει ο Θεόδωρος Νεστόγγος και ο Ιωάννης Άγγελος. Και οι δύο ήταν ικανοί να προστατεύουν πόλεις και να αποκρούουν τις επιθέσεις των εχθρών.

Οι πολιορκημένοι δεν αντιμετώπιζαν ιδιαίτερες ελλείψεις σε άλλα απαραίτητα εφόδια. Το μόνο που τους δυσκόλευε ήταν η έλλειψη νερού, κάτι ιδιαίτερα σοβαρό, καθώς ήταν καλοκαίρι και το νερό αποτελούσε το πιο απαραίτητο αγαθό.

Παρόλο που το νερό δεν τους είχε λείψει εντελώς, συνέχισαν να πολεμούν με γενναιότητα. Αντιστέκονταν στους αντιπάλους τους, τους χτυπούσαν με βέλη και τους τραυμάτιζαν με πέτρες, χρησιμοποιώντας παράλληλα κάθε άλλο διαθέσιμο όπλο.

Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε αυτά τα γεγονότα, στενοχωρήθηκε πολύ. Αφού σκέφτηκε προσεκτικά και πήρε την καλύτερη, κατά την κρίση του, απόφαση, συγκέντρωσε ολόκληρο τον στρατό του και ξεκίνησε αμέσως για τις Σέρρες. Έφτασε εκεί μέσα σε δώδεκα ημέρες, καλύπτοντας τόσο μεγάλη απόσταση σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο στρατός που τον ακολουθούσε ήταν πολυάριθμος και κατάλληλα εξοπλισμένος για τις συνηθισμένες μάχες σώμα με σώμα. Διέθετε βαριά οπλισμένους στρατιώτες, άλογα για τη μεταφορά των φορτίων και όλα τα υπόλοιπα απαραίτητα εφόδια.

Μόλις έφτασε στις Σέρρες, πέρασε εκεί τη νύχτα. Νωρίς το επόμενο πρωί παρέταξε τα στρατεύματά του και διέταξε τους πεζούς και τους τοξότες να προχωρήσουν μπροστά.

Γνώριζε ότι η περιοχή του Ρουπελίου, από όπου περνά ο ποταμός Στρυμόνας, ήταν ιδιαίτερα δύσβατη. Δύο βουνά περιόριζαν το πέρασμα σε τέτοιο βαθμό, ώστε μόλις και μετά βίας μπορούσε να περάσει μια άμαξα. Ο ποταμός έκανε τη διάβαση ακόμη στενότερη. Ο λαός ονόμαζε τέτοιου είδους περάσματα «κλεισούρες».

Οι Βούλγαροι είχαν τοποθετήσει εκεί στρατό για να φυλάει το πέρασμα. Οι ιππείς τους ήταν λίγοι, ενώ οι πεζοί πολλοί. Είχαν κατασκευάσει επίσης πύλες, τις οποίες ασφάλιζαν με δοκάρια και κλειδαριές, ώστε το πέρασμα να είναι σχεδόν απροσπέλαστο. Η φυσική δυσκολία της περιοχής, οι οχυρώσεις και τα μέτρα προστασίας που είχαν λάβει τούς έδιναν μεγάλη ασφάλεια.

Όταν ο αυτοκράτορας έμαθε με ακρίβεια την κατάσταση, έσπευσε στην περιοχή και διαπίστωσε ότι τα πράγματα ήταν ακριβώς όπως του είχαν περιγράψει.

Τότε επέλεξε ένα κατάλληλο τμήμα από το πεζικό του και διέταξε τους στρατιώτες να ανέβουν στο βουνό, ώστε να βρεθούν πάνω από τους Βουλγάρους και να τους χτυπήσουν από ψηλά. Επειδή οι Βούλγαροι βρίσκονταν χαμηλότερα, θα ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στα βέλη που θα έπεφταν από τις υπερκείμενες θέσεις.

Οι πεζοί εκτέλεσαν γρήγορα τη διαταγή. Το βουνό ήταν πυκνά καλυμμένο με δέντρα, αλλά μπορούσε κανείς να το ανεβεί με τα πόδια. Ταυτόχρονα, ο αυτοκράτορας διέταξε το ιππικό να επιτεθεί κατά μέτωπο στις πύλες.

Όταν οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν ότι δέχονταν βέλη από τις κορυφές των βουνών και ότι ταυτόχρονα αντιμετώπιζαν κατά μέτωπο τον εχθρό, κατάλαβαν πως η θέση τους ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Βρέθηκαν παγιδευμένοι σε ένα πολύ στενό πέρασμα και άρχισαν να υποχωρούν πανικόβλητοι.

Ο αυτοκρατορικός στρατός τούς καταδίωξε. Πολλοί Βούλγαροι σκοτώθηκαν από τα ξίφη των αντιπάλων τους, ενώ όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν έφτασαν στα υπόλοιπα βουλγαρικά στρατεύματα και διηγήθηκαν όσα είχαν πάθει.

Οι υπόλοιποι Βούλγαροι ταράχτηκαν από την ξαφνική είδηση. Μόλις πληροφορήθηκαν ότι τους είχαν συμβεί τόσο φοβερά πράγματα, προσπάθησαν να φύγουν βιαστικά, ανεβαίνοντας σχεδόν όπως όπως στα άλογα που έβρισκαν μπροστά τους.

Η φυγή τους έγινε μέσα στη νύχτα, χωρίς φεγγάρι. Η περιοχή ήταν δύσβατη και οι δρόμοι δύσκολο να διακριθούν. Έτσι, μερικοί έπεφταν από τα άλογά τους, άλλοι ποδοπατούνταν από τους υπόλοιπους, ενώ κάποιοι κατρακυλούσαν με τα άλογά τους σε γκρεμούς. Άλλοι πάλι έβρισκαν με διαφορετικούς τρόπους τραγικό θάνατο. Ελάχιστοι κατάφεραν τελικά να φτάσουν στη χώρα των Βουλγάρων.

Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο αρχηγός τους, ο Δραγωτάς, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην εξέγερση. Το σώμα του συνθλίφτηκε από τα πόδια των αλόγων και ο ίδιος πέθανε τρεις ημέρες αργότερα.

Εκείνη τη νύχτα ο αυτοκράτορας μπήκε στην πόλη και συναντήθηκε με τους υπερασπιστές της. Εκείνοι τον υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά, τον επευφημούσαν με χειροκροτήματα και τιμητικά λόγια και τον αποκαλούσαν «γρήγορο αετό».

59. Η εκστρατεία προς την Τζεπαινά

Αφού τακτοποίησε τα ζητήματα που αφορούσαν την περιοχή του Μελενίκου, ο αυτοκράτορας διέταξε να εξοριστούν από την πόλη οι γυναίκες και τα παιδιά όσων είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση. Παράλληλα, διέταξε να δημευτούν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία.

Στη συνέχεια αναχώρησε από το Μελένικο και έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί πέρασε τον Βαρδάρη, προσπέρασε τα Βοδενά και στρατοπέδευσε για λίγο στην περιοχή.

Εκεί αρρώστησε από μια ασθένεια που προκαλούσε έντονους πόνους στη μέση. Η ίδια ασθένεια είχε προσβάλει και τους στρατιώτες του. Έμεινε για λίγο στην περιοχή, περιμένοντας να υποχωρήσει η αρρώστια, και ύστερα ξεκίνησε για την Πρίλαπο.

Εκεί εφοδιάστηκε κατάλληλα, πήρε μαζί του πολιορκητικές μηχανές και τις μετέφερε με άμαξες. Έπειτα κατευθύνθηκε προς τον Βελεσό, με σκοπό να τον πολιορκήσει και να τον αποσπάσει από τα χέρια των εχθρών.

Οι υπερασπιστές του Βελεσού, όμως, τρομοκρατήθηκαν μόλις έμαθαν ότι πλησίαζε ο αυτοκράτορας. Δεν περίμεναν καν να στηθούν οι πολιορκητικές μηχανές. Συμφώνησαν να παραδώσουν την πόλη με τον όρο ότι δεν θα πάθαιναν κανένα κακό και ότι θα μπορούσαν να αποχωρήσουν παίρνοντας μαζί τους τα όπλα και τα υπάρχοντά τους. Αφού έλαβαν τους όρκους του αυτοκράτορα ότι θα τηρούσε τη συμφωνία, εγκατέλειψαν το φρούριο.

Ο αυτοκράτορας, όταν είδε ότι οι άνδρες αυτοί ήταν περίπου πεντακόσιοι, είχαν γερά σώματα και ήταν όμορφοι στην εμφάνιση, μετάνιωσε για την απόφασή του. Σκέφτηκε ότι ήταν κρίμα να αφήσει τόσους πολλούς και τόσο ικανούς άνδρες να πάνε στους εχθρούς και ενδεχομένως να πολεμήσουν εναντίον των Ρωμαίων. Ωστόσο, επειδή είχε δώσει τον λόγο του και είχε ορκιστεί, αναγκάστηκε να τους αφήσει ελεύθερους.

Από εκεί ξεκίνησε με ολόκληρο τον στρατό του και πέρασε μέσα από τη Νευσταπόλη. Η περιοχή ήταν άνυδρη, ακατοίκητη και δύσκολη για τη μετακίνηση μεγάλων στρατευμάτων.

Για αρκετές ημέρες ο στρατός υπέφερε από έλλειψη ψωμιού, ενώ τα περισσότερα άλογα έμειναν χωρίς νερό για δύο ημέρες.

Αφού προσπέρασαν την πόλη της Στρωμνίτσας και πέρασαν μέσα από τις περιοχές του Μελενίκου, έφτασαν στις Σέρρες και από εκεί ξεκίνησαν ξανά.

Εκεί ο αυτοκράτορας έλαβε επιστολές από τον αγαπημένο του Μουζάλωνα, ο οποίος βρισκόταν στις ανατολικές περιοχές. Οι επιστολές ανέφεραν ότι οι περιοχές των μουσουλμάνων βρίσκονταν σε αναταραχή εξαιτίας των Ταχάρων. Γι' αυτό ο αυτοκράτορας επιτάχυνε την πορεία του και έκανε μεγαλύτερες ημερήσιες διαδρομές.

Όταν έφτασε στον Έβρο, τον οποίο ο απλός λαός αποκαλεί Μαρίτσα, πληροφορήθηκε ότι η κατάσταση στην Ανατολή δεν ήταν τόσο σοβαρή όσο είχε αρχικά πιστέψει. Έτσι, επιβράδυνε την πορεία του και συνέχισε να σταματά στους συνηθισμένους αυτοκρατορικούς σταθμούς.

Αντί να ακολουθήσει την ευθεία πορεία προς τα ανατολικά, κατευθύνθηκε προς το Διδυμότειχο και από εκεί έφτασε στην Αδριανούπολη.

Μέχρι τότε ο αυτοκράτορας είχε καταφέρει να καταλάβει σχεδόν όλα τα φρούρια και τις πόλεις που είχαν περάσει στα χέρια των Βουλγάρων. Μόνο δύο σημαντικά οχυρά παρέμεναν έξω από την εξουσία του.

Το πρώτο ήταν το Πάτμος, ένα πολύ μικρό φρούριο στα βουνά της Αχρίδας. Ο Αλέξιος Δούκας Φιλανθρωπηνός, τον οποίο ο αυτοκράτορας είχε αφήσει εκεί για να φυλάει την περιοχή της Αχρίδας, το κατέλαβε με μεγάλη ευκολία.

Το δεύτερο ήταν η Τζεπαινά, μια εξαιρετικά οχυρωμένη πόλη που βρισκόταν κοντά στο σημείο όπου συναντώνται δύο μεγάλα βουνά, ο Αίμος και η Ροδόπη. Ανάμεσά τους κυλούσε ο ποταμός Έβρος.

Ο αυτοκράτορας δυσανασχετούσε πολύ επειδή δεν είχε καταφέρει να καταλάβει αυτά τα δύο οχυρά, όπως είχε κάνει με τα υπόλοιπα. Ιδιαίτερα τον ενοχλούσε το γεγονός ότι η Τζεπαινά εξακολουθούσε να αντιστέκεται στην εξουσία του.

Γι' αυτό αποφάσισε να εκστρατεύσει εναντίον της και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του για να την καταλάβει.

Το καλοκαίρι είχε πλέον προχωρήσει και πλησίαζε το φθινόπωρο, το οποίο επίσης θα περνούσε σύντομα. Ο αυτοκράτορας, όμως, δεν έδωσε σημασία ούτε στην εποχή ούτε στο δριμύ ψύχος του χειμώνα που πλησίαζε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να πραγματοποιήσει τον σκοπό του.

Έτσι, ξεκίνησε από την Αδριανούπολη με ολόκληρο τον στρατό του. Διέταξε να συγκεντρωθούν από παντού, σε όλη τη Μακεδονία, πάρα πολλές άμαξες. Άλλες θα μετέφεραν τις πολιορκητικές μηχανές και τους πολιορκητικούς πύργους και άλλες θα μετέφεραν τα τρόφιμα και τα υπόλοιπα απαραίτητα εφόδια για τη συντήρηση του στρατού.

Παράλληλα, συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό πεζών στρατιωτών, τοξοτών και πολεμιστών που χρησιμοποιούσαν ρόπαλα. Όταν όλα είχαν οργανωθεί όπως ακριβώς επιθυμούσε, αναχώρησε από την Αδριανούπολη και κινήθηκε εναντίον της Τζεπαινάς.

Ο στρατός είχε ήδη περάσει τέσσερις σταθμούς, όταν έφτασε σε μια περιοχή που ονομαζόταν Μακρολιβάδα. Το όνομα αυτό είχε δοθεί από τους πρώτους που είχαν δει την περιοχή, επειδή ταίριαζε με τη μορφή της.

Εκεί ξέσπασε μια φοβερή κακοκαιρία.

Η καταιγίδα άρχισε το βράδυ και συνεχίστηκε όλη τη νύχτα. Το κρύο και ο άνεμος δυνάμωναν συνεχώς, ενώ το χιόνι σκέπασε με ένα παχύ στρώμα ολόκληρη την επιφάνεια της γης. Όταν ξημέρωσε, ο αυτοκράτορας βρέθηκε αντιμέτωπος με τεράστιες δυσκολίες.

Η περιοχή ήταν ακατοίκητη και οι εχθροί βρίσκονταν κοντά. Επιπλέον, η αναμενόμενη έλλειψη των απαραίτητων εφοδίων τον ανησυχούσε ιδιαίτερα, καθώς τίποτε δεν ήταν πιο επικίνδυνο για έναν στρατό από την έλλειψη τροφίμων και άλλων αναγκαίων αγαθών.

Μέσα σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε τους επικεφαλής των στρατευμάτων. Ανάμεσά τους δεν βρίσκονταν μόνο Ρωμαίοι, αλλά και Λατίνοι και Σκύθες. Τους ρώτησε τι έπρεπε να κάνουν.

Σχεδόν όλοι συμφώνησαν ότι έπρεπε να επιστρέψουν στην Αδριανούπολη.

Ο αυτοκράτορας δεν απέρριψε τη γνώμη τους. Αντίθετα, τους είπε:

«Σκεφτήκατε σωστά αυτό που θεωρήσατε καλύτερο και πιο συμφέρον. Αν, όμως, εγώ, με τη βοήθεια του Θεού, σκεφτώ κάποια άλλη λύση, δεν θα τη δεχτείτε ως απόφαση ενός συνετού άρχοντα, ο οποίος φροντίζει για το καλό σας;»

Όλοι απάντησαν:

«Ό,τι αποφασίσει η εξουσία σου, θα το θεωρήσουμε αποδεκτό και θα το δεχτούμε με χαρά».

Τότε ο αυτοκράτορας τους άφησε να επιστρέψουν στις σκηνές τους, ώστε να ξεκουραστούν και να προμηθευτούν τροφή κατά τη διάρκεια της κακοκαιρίας.

Ο ίδιος, όμως, μπήκε στη σκηνή του και άρχισε να συζητά με τους ανθρώπους του για το τι έπρεπε να κάνουν.

Μερικοί υποστήριζαν ότι έπρεπε να ακολουθήσουν τη συμβουλή των στρατηγών και να επιστρέψουν στην Αδριανούπολη. Άλλοι, όμως, τους οποίους ο αυτοκράτορας θεωρούσε ότι είχαν σκεφτεί καλύτερα, πρότειναν το αντίθετο.

Είπαν ότι η απόσταση προς τα πίσω, μέχρι την Αδριανούπολη, ήταν ίση με την απόσταση προς τα εμπρός, μέχρι την πόλη του Στενιμάχου. Όπως μπορούσαν να βρουν εκεί τα απαραίτητα εφόδια, έτσι θα μπορούσαν να τα βρουν και στον Στενίμαχο.

Πρόσθεσαν ακόμη ότι, αν προχωρούσαν προς τον Στενίμαχο, δεν θα έδιναν στους εχθρούς την εντύπωση ότι υποχωρούσαν είτε επειδή φοβούνταν είτε επειδή δεν άντεχαν τις δυσκολίες του χειμώνα.

Η πρόταση αυτή άρεσε στον αυτοκράτορα. Όταν το κρύο άρχισε να υποχωρεί και η χιονόπτωση σταμάτησε, διέταξε να ηχήσει την επόμενη ημέρα η σάλπιγγα που έδινε το σύνθημα της αναχώρησης.

Έτσι, αφού τακτοποίησε και παρέταξε τα στρατεύματα, ξεκίνησε για τον Στενίμαχο.

Όταν έφτασε εκεί, διέταξε να εφοδιαστεί ολόκληρος ο στρατός με τρόφιμα και στη συνέχεια ξεκίνησε κατευθείαν προς την Τζεπαινά.

Έφτασε σε μια πόλη που ονομαζόταν Βατκούνιον, η οποία μπορούσε να εξασφαλίσει αρκετά τρόφιμα για τον στρατό επί πολλές ημέρες.

Από εκεί έστειλε για να εξετάσουν την περιοχή τον θείο του, τον Μανουήλ Λάσκαρη, ο οποίος ήταν μοναχός και ονομαζόταν Μάξιμος, καθώς και τον επικεφαλής της στρατιωτικής του μονάδας, τον Κωνσταντίνο Μαργαρίτη. Τους ζήτησε να ελέγξουν την περιοχή και να διαπιστώσουν αν ο στρατός μπορούσε να προχωρήσει προς την Τζεπαινά από κάποιο ευκολότερο πέρασμα.

Οι δύο άνδρες πήγαν εκεί, εξέτασαν τον τόπο και επέστρεψαν αναφέροντας ότι η ανάβαση ήταν εύκολη. Ιδιαίτερα ο Κωνσταντίνος Μαργαρίτης υποστήριξε ότι η πορεία δεν θα παρουσίαζε δυσκολίες, παρόλο που πολλοί γνώστες της περιοχής διαφωνούσαν μαζί του.

Ο αυτοκράτορας πείστηκε από τα λόγια τους και ξεκίνησε την ανάβαση με ολόκληρο τον στρατό του.

Η περιοχή, όμως, ήταν εξαιρετικά απότομη. Ο πάγος είχε καλύψει τον δρόμο, κάνοντάς τον πολύ ολισθηρό και δύσκολο για τη μετακίνηση. Επιπλέον, κοντά στην κορυφή υπήρχαν πυκνά δέντρα και θάμνοι.

Εκείνη τη νύχτα οι στρατιώτες άναψαν μεγάλες φωτιές για να ζεσταθούν. Οι υπηρέτες των περισσότερων στρατιωτών, μαζί με τις σκηνές τους, δεν είχαν καταφέρει να βρουν τους κυρίους τους.

Οι στρατιώτες σχεδόν έκλαιγαν ασταμάτητα, χωρίς όμως να αισθάνονται πραγματική θλίψη. Ο καπνός από τις φωτιές παγιδευόταν ανάμεσα στα πυκνά δέντρα και δεν μπορούσε να διαφύγει στον ανοιχτό αέρα. Έτσι, κατέβαινε προς το έδαφος, ερεθίζοντας έντονα τα μάτια και προκαλώντας δάκρυα. Το ίδιο συνέβαινε και στον αυτοκράτορα.

Όταν πέρασε η νύχτα και ξημέρωσε, ο αυτοκράτορας κατάλαβε ότι η πόλη δεν μπορούσε να πολιορκηθεί από εκείνο το σημείο. Γι' αυτό διέταξε τον στρατό να κατεβεί και να επιστρέψει στην πεδιάδα.

Οι στρατιώτες άρχισαν να αποχωρούν. Πίσω έμεινε μόνο ο αυτοκράτορας, συνοδευόμενος από έναν μικρό αριθμό στρατιωτών, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν οι προσωπικοί του ακόλουθοι και νεότεροι πολεμιστές.

Ο ίδιος κατέβαινε τελευταίος, πεζός, όπως και οι υπόλοιποι, επειδή η μεγάλη κλίση του βουνού δεν επέτρεπε σε κανέναν να κατεβεί με ασφάλεια έφιππος.


Αυτούσιο το κείμενο:
57  Ἐκεῖθεν γοῦν ἐπιλεξάμενος ἀξιόλογον στράτευμα περὶ τὰ ἐν Ἀχριδῶν φρούρια ἐπεπόμφει τὰ πρὸ μικροῦ τοῖς Βουλγάροις κεχειρωμένα, εἴ πως καὶ αὖθις τῇ τῶν Ρωμαίων ὑπαχθεῖεν ἀρχῇ. ἐν αὐτοῖς γοῦν ἀφιγμένοι σὺν τοῖς στρατεύμασιν οἱ τῶν Ρωμαίων ἡγήτορες μηχανήμασί τε καὶ ἑλεπόλεσι ῥᾷον τῶν φρουρίων περιεγένοντο· οἱ Βούλγαροι καὶ γὰρ θᾶττον τῶν ἐν ἄστεσι φυλακῶν ἀπαλλάττονται, εἰ πολεμίους ὁρῷεν καὶ μαχιμωτέροις συμπλακεῖεν τοῖς πράγμασιν. ἐν οὐ πολλῷ γοῦν τὰ πλείω αὐτῶν ἐχειρώσαντο. ἀλλὰ καὶ ὁ βασιλεὺς τὸν περὶ αὐτὸν συναθροίσας στρατὸν περὶ τὰ ἐν Ροδόπῃ ἄστη κεχώρηκε, καὶ εἷλε μὲν Περιστίτζαν τοῖς μηχανήμασι καὶ μετ' αὐτὴν τὸν Στενίμαχον καὶ ἐπὶ τούτοις τὸν Κρυτζιμόν, ὀχυρώτατα ταῦτα πάντα καὶ εἰς πρόσωπον κείμενα τοῦ τῆς Ροδόπης ὄρους καὶ τὰ ὀπίσω πάντα φυλάττοντα. ἀφίκετο δὲ καὶ εἰς Τζέπαιναν ἐν ἀκμῇ χειμῶνος, ἡ δὲ τοῦ τόπου δυσχωρία καὶ τὸ ψυχρὸν τοῦ καιροῦ οὐδὲ μικρόν τι εἴασεν ἐν ταύτῃ προσκαρτερῆσαι. ἐπεὶ δὲ τὸ ἔαρ ἐπέλαμψε, προστάγματα πρὸς τὸν Στρατηγόπουλον Ἀλέξιον καὶ τὸν Τορνίκην Κωνσταντῖνον, ὃν μέγαν πριμμικήριον ὁ βασιλεὺς τετίμηκεν Ἰωάννης, ἐξέπεμψεν, ἐν ταῖς Σέρραις ὄντας καὶ τὸ στρατόπεδον ἔχοντας, ἵνα τὴν στρατιὰν πᾶσαν συναγαγόντες κατὰ τῆς Τζεπαίνης ἀφίκοιντο. τοῦτο δὴ καὶ ἐποίησαν, κακοὶ δὲ ἐφάνησαν ἐν τούτῳ τῷ ἐπιχειρήματι στρατηγοί· μήτε γὰρ πολεμίων ἐγκύρσαντες στρατιαῖς μήτε ἀνδράσιν ἀξίοις τού τοις μαχέσασθαι, κτύπων δὲ καὶ μόνων καὶ ψόφων ἀκηκοότες καὶ ἤχων κερατίνων ἀκροασάμενοι, ἀκόσμως ἐχρήσαντο τῇ φυγῇ, πᾶσαν ἀποσκευὴν καὶ τοὺς πλείους τῶν ἵππων τοῖς ποιμέσι καὶ συβώταις τῶν Βουλγάρων καταλιπόντες. οὕτω μὲν οὖν ἐκεῖνοι φυγαδίαι γεγονότες τὰς Σέρρας καὶ αὖθις κατέλαβον, ἵππων καὶ ὅπλων γυμνοὶ τυγχάνοντες. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς διὰ ταῦτα θυμοῦ μὲν ἐπέπληστο, καὶ προσέταττεν ἐξ ὀργῆς αὐτοὺς ἐκείνους, ὅπως ἂν ἔχοιεν, περὶ τὴν αὐτὴν καὶ αὖθις μάχην χωρῆσαι· οἱ δὲ ἀδυνάτως εἶχον τῆς πράξεως.

58 Ἐπεὶ δὲ ταῦτα οὕτω συνέβη, συνεπεπτώκει καί τι τῶν βαρυτέρων καὶ πολλὴν τὴν κατὰ τῶν Ρωμαίων βλάβην ἐπαπειλοῦν. ὁ γὰρ τοῦ Μελενικιωτικοῦ προεξάρχων στρατεύματος, Δραγωτᾶς τοὔνομα, καὶ φύσει μὲν ὡς Βούλγαρος δύσνοιαν τρέφων κατὰ Ρωμαίων, ἔτι δὲ καὶ πλέον φέρων τοῦ φυσικοῦ διὰ τὴν πρὸς τὸν βασιλέα ἀπέχθειαν –ἤλπισε γὰρ ἐξ αὐτοῦ μεγάλων τυχεῖν· οὐδὲ γὰρ ἔκρινεν ἄξια τὰ παρὰ τοῦ βασιλέως Ἰωάννου ἐκείνῳ κεχορηγημένα καὶ ταῦτα πολλὰ γεγενημένα– ἀποστασίαν φανερὰν μεμελέτηκε. καὶ δὴ πάντας τοὺς ἐν Μελενίκῳ συναγαγὼν στρατιώτας τε καὶ λοιπούς, ἔτι δὲ καὶ ἄλλους παμπόλλους ἐκ τῶν πέριξ χωρῶν, παρεκάθισε τοῦ Μελενίκου τῷ ἄστει καὶ ἐπολιόρκει τοῦτο καὶ ἐφιλονείκει πορθεῖν. ἦσαν δὲ ἐν τούτῳ τῷ ἄστει προτεταγμένοι τῶν φυλασσόντων ὅ τε Νεστόγγος Θεόδωρος καὶ ὁ Ἄγγελος Ἰωάννης, καὶ ἀμφότεροι δέξιοι ἄστη φυλάξαι καὶ πολεμίους ἐκτρέψασθαι. ἐστενοχώρει δὲ τοὺς ἔνδον τοῦ ἄστεος οὐδὲν ἄλλο –καὶ γὰρ ηὐμοίρουν τῶν χρειωδῶν– ἀλλ' ἢ ἡ τοῦ ὕδατος ἔνδεια, ἐν ὥρᾳ θέρους τὸ ἀναγκαιότατον τῶν ἄλλων κἀν τῇ σπάνει βαρύτατον. οἱ δὲ –καὶ γὰρ οὐ πάντῃ τούτους τὸ ὕδωρ ἐξέλιπε– καρτερῶς τοῖς ἐναντίοις ἐμάχοντο καὶ ἀνθίσταντο καὶ ὀϊστοῖς ἔβαλλον καὶ λίθοις ἐτίτρωσκον καὶ πᾶσιν ἄλλοις ὅπλοις ἐμάχοντο. Τούτων ἐν ἀκροάσει γενόμενος ὁ βασιλεὺς δυσφόρως τὴν ἀκοὴν ἤνεγκε, βουλὴν δὲ βουλευσάμενος τὴν ἀρίστην, ὡς εἶχε τάχους ἅπαν ξυναγηοχὼς τὸ στρατόπεδον δωδεκαταῖος τὰς Σέρρας πέφθακεν, ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ τοσαύτην διανύσας ὁδὸν καὶ τοσοῦτον ἐπαγόμενος στράτευμα, ταῖς κατὰ συστάδην εἰθισμένον μάχαις, ὅπλοις κατάφρακτον καὶ ἵπποις φορταγωγοῖς διοικούμενον καὶ πάσαις ἄλλαις ἀποσκευαῖς συγκροτούμενον καὶ περιφραγνύμενον. ἐπεὶ δὲ μέχρι Σερρῶν κατηντήκει, αὐτόθι διανυκτερεύσας, ἅμα πρωῒ τὰ στρατεύματα συνταξάμενος καὶ τοὺς πεζαιτέρους καὶ τοξοφόρους ἔμπροσθεν βαίνειν ἐγκελευσάμενος, ἐπείπερ ἐπέπυστο τὴν τοῦ Ρουπελίου δυσχωρίαν, καθ' ἣν ὁ ποταμὸς Στρυμὼν ῥεῖ, δυσὶ συγκλειόμενος ὄρεσιν, ὡς μόγις ἅμαξαν διὰ ταύτης ἔρχεσθαι, τοῦ ποταμοῦ στενωτάτην ἀπεργαζομένου τὴν δίοδον, –κλεισούρας τοὺς τοι ούτους τόπους ὁ πολὺς κατονομάζει λαός– Βουλγαρικῇ φυλάττεσθαι στρατιᾷ ἱππέων μὲν ὀλίγων πεζῶν δὲ πολλῶν, –οἱ γὰρ Βούλγαροι καὶ πύλας ἐν αὐταῖς κατεσκεύασαν μοχλοῖς καὶ κλείθροις ἠσφαλισμένας, ὡς ἄμαχα τούτοις ἐξ ἀμφοτέρων τυγχάνειν τῆς τε δυσκολίας τοῦ τόπου καὶ τῆς γεγενημένης παρ' αὐτῶν προμηθείας καὶ τῆς λοιπῆς ὀχυρώσεως– ἐπεὶ ταῦτα οὕτως ἔχειν ἐμεμαθήκει ὁ βασιλεύς, σπουδῇ περὶ τὸν ἐκεῖσε χῶρον ἀφῖκτο, εὗρε δὲ τὰ ἐν αὐτῷ καθάπερ ἐπέπυστο. ἀποκόψας οὖν τῆς τῶν πεζαιτέρων στρατιᾶς ὅσον ἦν εἰκὸς σύνταγμα, ὑπὲρ κεφαλῆς τῶν Βουλγάρων βαδίζειν εἰς τὸ ὄρος προστέταχεν, ὡς ἂν ἐξ ὑπερδεξίων τοὺς Βουλγάρους βάλλωσιν ἐξ ὑψηλοτέρων τῶν τόπων ἐν τοῖς χθαμαλοῖς ἐκείνους τυγχάνοντας. οἱ δὲ θᾶττον ἐποίουν τὰ προσταττόμενα· ἦν γὰρ τὸ ὄρος δένδροις μὲν συνηρεφές, βάσιμον δὲ ποσὶ πεζαιτέρων· ἱππεῦσι δὲ κατευθὺ τῶν πυλῶν τὴν μάχην ποιεῖν ἐκέλευσεν. Ἐπεὶ γοῦν κατεῖδον οἱ Βούλγαροι ἄνωθεν μὲν ἐκ τῶν βουνῶν ὀϊστοῖς αὐτοὺς βαλλομένους, σταδαίαν δὲ τὴν μάχην κατεναντίον κεκτημένους, καὶ ἐν στενῷ κομιδῇ τὰ κατ' αὐτοὺς καθορῶντες εἰς φυγὴν ἐτράποντο, καὶ τὸ βασιλικὸν αὐτοῖς ἐφείπετο στράτευμα. πολλοὺς οὖν ἐκεῖσε σπάθης ἔργον πεποίηνται, οἱ δ' ἄλλοι μέχρι καὶ τῶν Βουλγαρικῶν στρατευμάτων διασωθέντες ἀπέδρασαν καὶ τούτοις τὰ περὶ τοῦ βασιλέως ἀπήγγειλαν καὶ ὅσα δὴ ἐπεπόνθεισαν. οἱ δὲ τῷ ἀθρόῳ διαταραχθέντες τῆς ἀκοῆς, καὶ ὡς αἴφνης αὐτοῖς ἐπεισπέπτωκε τὰ δεινά, ἕκαστος ὡς εἶχεν ἵππου τοῦ ἐφευρεθέντος αὐτῷ σχεδὸν ἐπιβάς, φεύγειν ὥρμησαν. ἐπεὶ δὲ καὶ νὺξ ὑπῆρχεν ἀσέληνος, καθ' ἣν ἡ φυγή, καὶ δυσχερὴς ὁ τόπος καὶ τὰ τῶν ὁδῶν δυσδιάγνωστα, ἔπιπτον μὲν ἐξ ἵππων ἔνιοι, ἕτεροι δὲ αὐτοὺς κατεπάτουν καὶ ἔφθειραν, καὶ ἄλλοι μὲν τῶν ἐφεστρίδων ἀπεσφενδονοῦντο κατὰ κρημνῶν, ἄλλοι δὲ ἄλλως τέλος δύστηνον ἀπελάμβανον, ὡς ὀλίγους ἐξ αὐτῶν διασωθέντας εἰς τὴν Βουλγάρων ἀφῖχθαι. τότε δὴ καὶ ὁ προϊστάμενος αὐτῶν Δραγωτᾶς, ὁ καὶ προεξάρχων τῆς ἀπιστίας, ἵππων ποσὶν ἅπαν τὸ σῶμα συντέθλασται καὶ τριταῖος τὴν αὐτοῦ ψυχὴν ἐξεφύσησεν. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς τῆς νυκτὸς ἐκείνης τὸ ἄστυ καταλαβὼν τοῖς ἐκεῖσε φυλάττουσι ξυνωμίλησε, κἀκεῖνοι ἀσπασίως τε τὸν αὐτοκράτορα ὑπεδέξαντο καὶ κρότοις ἐπῄνουν καὶ εὐφήμοις λόγοις ἐκύδαινον καὶ ἀετὸν ταχὺν κατωνόμαζον.

59 Τὰ ἐκεῖσε μὲν οὖν, ὡς ἦν εἰκός, οἰκονομήσας ὁ βασιλεύς, καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας τῶν ἀπιστησάντων ἐξορίσας τοῦ ἄστεος, πάντα δὲ τὰ αὐτῶν χρήματα δημοσιευθῆναι κελεύσας, ἀπάρας τοῦ Μελενίκου ἐς τὴν Θεσσαλονίκην ἀφίκετο, κἀκεῖθεν τὸν Βαρδάρειον διαπεράσας καὶ τὰ Βοδηνὰ παραμείψας ὀλίγον ἐκεῖσε τὰς σκηνὰς ἔπηξεν. ἐνόσησε δὲ νόσημα ἑδρικόν· τοῦτο δὲ καὶ ἐπι δήμιον τοῖς ἐκεῖσε στρατεύμασιν ἐγεγόνει. διακαρτερήσας οὖν ἐκεῖσε μικρὸν ὅσον ῥαΐσαι τὴν νόσον, περὶ τὸν Πρίλαπον ὥρμησεν. ἐκεῖσε γοῦν προσηκόντως συσκευασάμενος καὶ μηχανήματα προσλαβόμενος καὶ ἁμάξαις τὰς ἑλεπόλεις συγκομισάμενος ἐς τὸν Βελεσὸν ἐχώρει πολιορκῆσαι τοῦτον καὶ τῆς τῶν ἐχθρῶν χειρὸς ἐξελεῖν. οἱ δὲ καὶ μόνον τῇ τοῦ βασιλέως ἐφόδῳ καταβροντηθέντες καὶ μηδὲ ἀναμείναντες ἀναστῆναι μηχανήματα, εἰς συνθήκας ἐλθόντες ἐφ' ᾧ μηδέν τι παθεῖν δεινόν, αὐτοῖς δὲ ὅπλοις καὶ πράγμασι τοῦ ἄστεος ἐξελθεῖν, τοὺς ὅρκους πρὸς τοῦ βασιλέως λαβόντες ἐξῄεσαν τοῦ φρουρίου. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπείπερ αὐτοὺς ἐθεάσατο παμπόλλους μὲν τὸν ἀριθμὸν –εἰς γὰρ πεντακοσίους ἠρίθμηντο– εὐμεγέθη δὲ κεκτημένους τὰ σώματα καὶ ἀγαθοὺς τὰς μορφάς, ἐπὶ τῇ πράξει μεταμεμέληται, εἰ τοσούτους καὶ τοιούτους ἐάσει πρὸς τὴν τῶν ἐχθρῶν ἀφικέσθαι καὶ ἐναντίους γενέσθαι Ρωμαίοις· ὑπὸ δὲ τῶν ὅρκων ἀναγκασθεὶς ἀπέλυσε σφᾶς αὐτοὺς ἀποδοὺς τὴν ἐλευθερίαν. Ἐκεῖθεν οὖν μετὰ πάσης τῆς στρατιᾶς ὁρμήσας διὰ τῆς Νευσταπόλεως τὴν πορείαν ἐποιεῖτο. ἄνυδρος δέ ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἄοικος καὶ πλήθει στρατευμάτων δυσβάδιστος. ἄρτου γοῦν ἐν ἐνδείᾳ ἐν οὐ μετρίαις ἡμέραις διῆγεν ἡ στρατιά, καὶ δυσὶν ἡμέραις οἱ πλείους τῶν ἵππων ὑπῆρξαν ὕδατος ἄγευστοι. τὸ γοῦν τῆς Στρουμμίτζης. παραμείψαντες ἄστυ καὶ διὰ τῶν τοῦ Μελενίκου χώρων βαδίσαντες εἰς τὰς Σέρρας καὶ αὖθις ἀπῄειμεν. ἔνθα καὶ γραφὰς ὁ αὐτοκράτωρ δεξάμενος ἐκ τῶν τῆς ἀνατολῆς μερῶν πρὸς τοῦ προσφιλοῦς αὐτοῦ πεμφθείσας Μουζάλωνος, ὡς τὰ τῶν Μουσουλμάνων πρὸς τῶν Ταχαρίων κυμαίνεται, ἐπέτεινε τὴν ὁδὸν καὶ μακροτέρας τὰς ἡμερησίους ἐποιεῖτο πορείας. ἐπεὶ δὲ τὸν Ἕβρον ἐπεφθάκει, ὃν καὶ Μαρίτζαν ὁ χυδαῖος κατονομάζει λαός, καὶ μὴ οὕτως ἔχειν τὰ ἐν τῇ ἕῳ μεμαθηκὼς πράγματα, τῆς ταχυτῆτος ἀνιεὶς σχολαιότερον ἐπορεύετο καὶ τοὺς συνήθεις βασιλικοὺς ἐποιεῖτο σταθμούς· παρεκκλίνας δὲ τῆς πρὸς ἕω κατ' εὐθεῖαν ἐς τὸ Διδυμότειχον ἀφίκετο κἀκεῖθεν εἰς τὴν Ἀδριανοῦ. Καὶ ἐπεὶ μηδὲν ἐναπολέλειπτο τῶν παρὰ τῶν Βουλγάρων κατασχεθέντων φρουρίων καὶ ἄστεων –πάντα γὰρ ὁ βασιλεὺς ἐχειρώσατο– πλὴν δυοῖν, ἑνὸς μὲν φρουρίου πάνυ σμικροτάτου ἐν τοῖς βουνοῖς κειμένου τῆς Ἀχριδοῦ καὶ καλουμένου Πάτμου, ὃ καὶ εὐχερῶς πάνυ ὁ Φιλανθρωπηνὸς Ἀλέξιος εἷλεν ὁ Δούκας, καταλειφθεὶς πρὸς τοῦ βασιλέως εἰς φυλακὴν τῶν ἐν Ἀχριδῷ, καὶ ἄστεος ἄλλου Τζεπαίνης ὀνομαζομένου, λίαν τυγχάνοντος ὀχυροῦ καὶ περὶ τὴν ξυμβολὴν τελοῦντος τῶν δύο μεγίστων ὀρῶν, τοῦ τε Αἵμου καὶ τῆς Ροδόπης, καθ' ὧν μέσον ὁ Ἕβρος ῥεῖ ποταμός, ἐν δεινῷ μὲν ἐποιεῖτο ὁ αὐτοκράτωρ, ὅτι μὴ καὶ αὐτῶν ὡς τῶν ἑτέρων ἐκράτησεν, ἀλλ' ἔτι τῆς χειρὸς αὐτοῦ κρείττω φανέντα ἔξω τυγχάνουσι· μάλιστα δὲ ὑπὲρ τῆς Τζεπαίνης ἐδυσφόρει τὰ μέγιστα. ἔσπευδε μὲν οὖν καὶ κατὰ ταύτης στρατεῦσαι καὶ ὡς εἶχεν ἰσχύος ἀποπειράσασθαι. ἡ μὲν οὖν ὥρα τοῦ θέρους ἤδη παρῄει, καὶ τὸ μετόπωρον ἐγγὺς ἦν καὶ τοῦτο παραδραμεῖν. ὁ δὲ μηδέν τι τοῦ καιροῦ φροντίσας μηδὲ τὸ τοῦ χειμῶνος προσκοπήσας δριμύ –ἑνὸς γὰρ καὶ μόνου τοῦ τὸ οἰκεῖον ἀπο πλῆσαι βούλημα ἐστοχάζετο– τὴν στρατιὰν πᾶσαν ἐκ τῆς Ἀδριανοῦ κινήσας ἁμάξας τε παμπόλλας συλλεγῆναι προστάξας ἁπανταχόθεν τῆς τῶν Μακεδόνων χώρας, τὰς μὲν ἐπὶ τῷ τὰ μηχανήματα καὶ τὰς ἑλεπόλεις φέρειν, τὰς δὲ ἐπὶ τῷ διακομίζειν τὰ ζωαρκῆ τοῦ στρατεύματος, καὶ συναθροισθῆναι κελεύσας πληθὺν ἀνδρῶν πεζῶν τοξοτῶν καὶ κορυνοφόρων οὐκ εὐαρίθμητον, ἐπεὶ πάντα καλῶς αὐτῷ καὶ ὡς ἔδοξε κατηρτίσατο, τῆς Ἀδριανοῦ ἀπάρας κατὰ τῆς Τζεπαίνης ἐχώρει. τέσσαρας δὲ σταθμοὺς παρήμειψεν ὁ στρατός, καὶ κατὰ τὸν τόπον, ὃν Μακρολιβάδα κατονομάζουσιν, ἐτητύμως πρὸς τὸ σχῆμα τὴν κλῆσιν οἱ πρώτως ἰδόντες θέμενοι, δεινὸς συμπίπτει σφίσι χειμών. ἐξ ἑσπέρας γοῦν ἀρξάμενος, δι' ὅλης τῆς νυκτὸς τὴν σφοδρότητα τοῦ ψύχους καὶ τοῦ ἀνέμου προσεπιτείνας τὸ βίαιον, πολλῇ τε χιόνι τῆς γῆς ἐπηλυγάσας τὴν ἐπιφάνειαν, ἕωθεν τῷ βασιλεῖ πολλὴν προυξένησε τὴν δυσχέρειαν. ὅ τε γὰρ τόπος ἄοικος ἦν καὶ ἐγγύτερον ἐτύγχανον οἱ πολέμιοι, καὶ ἡ προσδοκωμένη σπάνις τῶν ἀναγκαίων οὐχ ἧττον τὴν ψυχὴν ἐπίεζε· τοῦτο γὰρ καὶ μᾶλλον δεινότερον καθέστηκεν ἐν στρατεύμασιν. ἐς τοσαύτην γοῦν τὴν δυσφορίαν συνελαθεὶς τοὺς ἡγεμόνας συνηθροίκει τῶν στρατευμάτων, οὐ τῶν Ρωμαϊκῶν μόνων ἀλλ' ἤδη καὶ τῶν ἐξ ἔθνους Λατίνων τε καὶ Σκυθῶν, καὶ τούτους τί δεῖ ποιεῖν ἠρωτήκει. πάντες γοῦν σχεδὸν ἐβουλεύσαντο ἐς τὴν Ἀδριανοῦ τὴν ἐπιστροφὴν ποιήσασθαι. ὁ δὲ τὴν μὲν βουλὴν αὐτῶν οὐκ ἀπέπεμψεν, ἀλλὰ πρὸς αὐτοὺς εἰρήκει ὡς «ὑμεῖς μὲν ὅπερ κρεῖττον καὶ συμφέρον ἔδοξε καλῶς ἐβουλεύσασθε· εἰ δὲ καὶ αὐτὸς ἕτερόν τι σὺν θεῷ νοήσαιμι, οὐκ ἂν δέξησθε τοῦτο ὡς ἀπὸ δεσπότου νουνεχοῦς εἰρημένον καὶ ὑμῶν ὡς δέον προνοουμένου;» ξυνέφησαν ἅπαντες ὡς «ὅπερ ἂν τῷ σῷ δόξειε κράτει, στερκτὸν αὐτὸ καὶ ἀσπαστὸν λογισαίμεθα.» τούτους μὲν οὖν πάντας ἀπέλυσεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὰς σφετέρας ἐπιέναι σκηνὰς ἐφ' ᾧ καὶ τροφῇ διὰ τὸν χειμῶνα χρήσασθαι, αὐτὸς δὲ εἰς τὸν αὐτοῦ κοιτῶνα εἰσιὼν μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ἐβουλεύετο τί μᾶλλον χρὴ ποιεῖν. τινὲς μὲν τὴν τῶν ἔξωθεν βουλευσαμένων βουλὴν εἰς ἔργον ἐβουλεύοντο θεῖναι, ἄλλοι δέ, οἷς καὶ τὸ κρεῖττον διανοηθῆναι τῷ βασιλεῖ διακέκριται, τοὐναντίον εἰρήκασιν. ἔφησαν καὶ γὰρ «ὅση μὲν ὁδός ἐστιν ἡμῖν ὄπισθεν εἰς τὴν Ἀδριανοῦ, τοσαύτη καὶ ἔμπροσθεν εἰς τὸ τοῦ Στενιμάχου ἄστυ καθέστηκε· καὶ ὥσπερ ἐκεῖ τῶν χρειωδῶν εὐμοιρῆσαι ἔχομεν, οὕτω δὴ καὶ εἰς τὸν Στενίμαχον. οὕτω γοῦν πράξαντες οὐ δόξαιμεν τοῖς πολεμίοις οὔτε δειλίᾳ τῇ πρὸς αὐτοὺς οὔτε μὴν τῇ τοῦ χειμῶνος δυσχερείᾳ τὴν ὑποστροφὴν ποιήσασθαι.» ἀρεστὸν γοῦν ἔδοξε τοῦτο τῷ βασιλεῖ, καὶ ἐπεὶ τῆς δριμύτητος καὶ ὁ χειμὼν ἔληγε καὶ ἡ τῆς χιόνος ἔστη φορά, τὴν ἐπιοῦσαν τὸ ἀνακλητικὸν ἠχῆσαι προσέταξεν. ἐκεῖθεν οὖν τὰς συντάξεις τῶν στρατευμάτων λαβὼν ἀπῄει ἐς τὸν Στενίμαχον. κἀντεῦθεν οὖν τὸ σύμπαν ἐνσιτίσασθαι κελεύσας στράτευμα κατευθὺ τῆς Τζεπαίνης ἐχώρει. Κατηντήκει γοῦν ἐς πόλιν ἐπικεκλημένην Βατκούνιον, ἱκανὰς ἡμέρας μεγίστῃ ἐξαρκέσαι δυναμένην εἰς ζωάρκειαν στρατιᾷ. ἐκεῖθεν οὖν ἀπεστάλκει τὸν θεῖον αὐτοῦ τὸν Λάσκαριν Μανουήλ, μοναχὸν ὄντα καὶ Μάξιμον ὀνομαζόμενον, καὶ τὸν τοῦ ἀλλαγίου αὐτοῦ ἄρχοντα τὸν Μαργαρίτην Κωνσταντῖνον, κατοπτεῦσαι τὸν τόπον καὶ εἰ εὐχερεστέραν τὴν εἰς αὐτὸν πορείαν σχοίη τὸ στράτευμα. οἱ δὲ ἀπιόντες καὶ τὰ περὶ τοῦ τόπου κατασκοπήσαντες εὐχερῆ τὴν ἄνοδον τυγχάνειν τῷ βασιλεῖ κατήγγελλον, καὶ μάλιστα ὁ Μαργαρίτης Κωνσταντῖνος, καίτοι γε πολλῶν τῶν εἰδότων ἀντιλεγόντων. τοῖς γοῦν τούτων λόγοις πεισθεὶς ὁ βασιλεὺς μετὰ πάσης τῆς στρατιᾶς ἀνῄει. καὶ ἦν μὲν πάντῃ ἀνάντης ὁ χῶρος τὴν ἄνοδον, καὶ παγετὸς τὴν ὁδὸν πᾶσαν παχύτερός τε καὶ λεῖος βαδίσαι δυσχερεστέραν ἐποίει, συνηρεφῆ τε καὶ λάσια δένδρα περὶ τὴν ἀκρώρειαν ἦν. ἡ μὲν οὖν στρατιὰ τὴν νύκτα πᾶσαν ἐκείνην πυρκαϊὰς ἀνάψαντες ἐθερμαίνοντο· τῶν γὰρ πλειόνων οἱ ὑπηρέται μετὰ τῶν σκηνῶν αὐτῶν οὐκ ἠδυνήθησαν τοὺς σφῶν κυρίους εὑρεῖν. ἔκλαιον δὲ μικροῦ δεῖν κλαυθμὸν ἄπαυστον, εἰ καὶ ἄλυπον· ὁ γὰρ ἐκ τῶν πυρκαϊῶν καπνὸς ὑπὸ τῆς τῶν δένδρων πυκνότητος συνεχόμενος καὶ διέξοδον εἰς ἐλεύθερον ἀέρα μὴ εὑρίσκειν δυνάμενος, κάτω ὑπενόστει καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς ἄκρον ἔδακνε καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἐκπιέζειν κατηνάγκαζε δάκρυον. τοῦτο καὶ ὁ βασιλεὺς ἐπεπόνθει. ὡς δὲ ἡ νὺξ παρῄει καὶ ἡμέρα ἐπέλαμψεν, ἀνεπιχείρητον εἰς πολιορκίαν εἶναι τὸ ἄστυ γνωρίσας, κατιέναι προσετετάχει ἐς τὸ πεδίον τὴν στρατιάν. καὶ οἱ μὲν ἀπῄεσαν, ὁ δὲ φύλαξ ὄπισθεν μετὰ μετρίων ἐναπελείφθη στρατιωτῶν καὶ τούτων τῶν περὶ αὐτόν τε καὶ νεωτέρων. κατόπισθεν δὲ καὶ αὐτὸς κατῄει πεζὸς ὡς καὶ οἱ λοιποί· οὐδὲ γὰρ ἦν δυνατὸν ἱππότην βαδίσαι περὶ τὸ κάταντες τοῦ βουνοῦ.

Ακολουθήστε μας στο Google News

Google News <-----Google News

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πυρκαγιά σε μονοκατοικία στο Σιδηρόκαστρο, 2 Οκτωβρίου 2026

Απόπειρα εξαπάτησης ηλικιωμένης στο Καπνόφυτο - Την απέτρεψαν κάτοικοι, 5 Σεπτεμβρίου 2026

Συνέντευξη με την Γερόντισσα Ευφημία της Ιεράς Μονής Αγίων Κήρυκου και Ιουλίττας

Νέα

Σαν σήμερα



Εορτασμοί σήμερα


Αναρτήσεις...

  • Φόρτωση αναρτήσεων...

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Συνταγές

ΓηΤονια

Χαμένες Πατρίδες

Ρετρό

Σιδή Ρόκ Άστρο

Ο χαζός του χωριού