Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Σόμπα, από το χθές στο σήμερα

Μια σόμπα είναι μία μεταλλική κατασκευή, όπου το καύσιμο καίγεται για να παρέχει θερμότητα, είτε για τη θέρμανση του χώρου στον οποίο βρίσκεται η σόμπα, ή για το μαγείρεμα του φαγητού. Μια ξυλόσομπα ή μια σόμπα άνθρακα χρησιμοποιείται συνήθως για τη θέρμανση μιας κατοικίας. Οι κλειστές σόμπες είναι πιο αποτελεσματικές.

Λόγω των ανησυχιών σχετικά με τη ρύπανση του αέρα, έχουν γίνει προσπάθειες για τη βελτίωση του σχεδιασμού τους.

Η σόμπα είναι από τα πιο πολυταξιδεμένα αντιδάνεια, έχει κάνει μια από τις πιο μακριές διαδρομές στο χρόνο και στο χώρο μέχρι να παλιννοστήσει. Στην αρχή της αλυσίδας υπάρχει μια λέξη πολυσήμαντη, η αρχαία λέξη τῦφος, που σήμερα σημαίνει μια ομάδα λοιμωδών παθήσεων, αλλά στην αρχαιότητα σήμαινε πολλά και διάφορα, πέρα από τη σημασία των ασθενειών, ανάμεσα στ’ άλλα τον ατμό, τον καπνό, την ομίχλη που σε τυφλώνει (άλλωστε από την ίδια ρίζα είναι και ο τυφλός), αλλά και την οίηση, την αλαζονεία. Εδώ υπάρχει κι ένα αρχαίο ανέκδοτο, ένα από τα πολλά του Διογένη. Ο κυνικός φιλόσοφος, λέει το ανέκδοτο, είχε πάει στην Ολυμπία για τους Αγώνες, και  βλέποντας μερικούς Ροδίτες να είναι πολυτελέστατα ντυμένοι, είπε «τῦφος τοῦτό ἐστιν», αλλά όταν μετά είδε Σπαρτιάτες με άθλια και λερωμένα ρούχα, είπε «ἄλλος οὗτος τῦφος».

Η λέξη τύφος περνάει στα λατινικά, τόσο μεταφορικά (με τη σημασία της αλαζονείας), όσο και κυριολεκτικά. Και για να κάνουμε μια μικρή ετυμολογική παράκαμψη, όπως θα ξέρουν όσοι παρακολουθούν ποδόσφαιρο, στα ιταλικά οι φανατικοί φίλαθλοι (και ιδίως οι φανατικοί οπαδοί μιας ομάδας) λέγονται tifosi, λέξη που τη βρίσκουμε συχνά στα ελληνικά (οι τιφόζι), καμιά φορά και εξελληνισμένη (οι τιφόζοι). Αυτοί οι τιφόζοι είναι ακριβώς όσοι διακατέχονται από tifo, που είναι το πάθος του οπαδού, σημασία που την πήρε η λέξη από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Αλλά παραστρατήσαμε. Ας γυρίσουμε στο λατινικό typhus. Από τα γαλλικά και άλλα παράγωγα που μαρτυρούνται, οι ετυμολόγοι υποθέτουν έναν (αμάρτυρο) λαϊκό λατινικό τύπο ρήματος *tufare/*tupare και *extufare/*extupare και ένα επίσης αμάρτυρο ουσιαστικό *extufa, που σήμαινε το υπόκαυστον, τον κλειστό και ζεστό, γεμάτο ατμούς χώρο, το χαμάμ ας πούμε, αλλά και τη θερμάστρα. Η λέξη περνάει στα γαλλικά (estuve στα μεσαιωνικά εβραιογαλλικά, étuve στα σημερινά γαλλικά), στα παλαιά γερμανικά (stuba, θερμάστρα, απ’ όπου και το σημερινό αγγλικό stove), στα παλαιά σλαβικά (*stûba) και, είτε από τα γερμανικά είτε από τα σλαβικά φτάνει στα ουγγρικά (szoba), απ’ όπου περνάει στα τουρκικά, για να ξαναγυρίσει κλείνοντας τον κύκλο ολόκληρης της Ευρώπης, πάλι σ’ εμάς, ως σόμπα πλέον.

Να επαναλάβουμε τον κύκλο; αρχαία ελληνικά – λατινικά – παλαιά γαλλικά – παλαιά γερμανικά – σλαβικά – ουγγρικά – τουρκικά – νέα ελληνικά! Λίγες λέξεις θα βρείτε να έχουν κάνει τόσο μεγάλη διαδρομή.

Αλλά δεν τελειώνουμε εδώ. Η σόμπα μπορεί να έκλεισε τον κύκλο, υπάρχουν όμως κι άλλες λέξεις της ίδιας οικογένειας που κάνουν άλλους κύκλους κι άλλες διαδρομές. Ας πούμε, από τα γερμανικά και το stuba η λέξη πέρασε στα ρώσικα, μετατοπίστηκε κι η σημασία της, και έδωσε την изба, δηλαδή την ίζμπα, την καλύβα του Ρώσου μουζίκου, που έχει περάσει στα ελληνικά από δυο δρόμους: αφενός από τον δρόμο των βιβλίων, οπότε περιορίζεται σε ρώσικα συμφραζόμενα («ο σοσιαλισμός έβγαλε τον μουζίκο από την ίζμπα, τον αναλφαβητισμό και την κακομοιριά και τον ανέβασε στ’ άστρα», είχε γράψει, ίσως όχι άστοχα, κάποιος), αφετέρου μέσω λαϊκού δανεισμού, κι έτσι στο λεξιλόγιο του χωριού Βαμβακόφυτο Σιντικής Σερρών βρίσκω ότι ίζμπα λέγαν το υπόγειο όπου κρεμούσαν τα σαντάλια του καπνού για να μαλακώσουν -και βέβαια τα «σαντάλια» δεν είναι σανδάλια, πέδιλα, ποδήματα, είναι ένα είδος μάτσο από φύλλα καπνού.

Ούτε τώρα τελειώσαμε. Η σόμπα, ιδίως η ξυλόσομπα, σε πολλά μέρη λέγεται στόφα ή στούφα. Προσοχή, δεν εννοώ τη λέξη στόφα = ύφασμα, αυτή είναι απλώς ομόηχη. Η στόφα = σόμπα, λέξη που εγώ προσωπικά την έμαθα στο στρατό και τα πιο πολλά λεξικά δεν την έχουν, είναι δάνειο από το ιταλ. stufa, που ανάγεται, βέβαια, και αυτό, στο stufare, το *extufare και τελικά τον τύφο. Δεν έχω μελετήσει τη γεωγραφική κατανομή της στόφας, νομίζω όμως ότι ακούγεται σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας (αν θέλετε, επιβεβαιώστε στα σχόλια). Νομίζω μάλιστα ότι από εκεί είναι και ο στούφος, λέξη περίεργη που είχε κάποτε χρησιμοποιήσει ο συνιστολόγος Πάνος Ζέρβας («μου ήρθε στούφος» ή κάτι τέτοιο) και είχε γίνει και παρεξήγηση επειδή δεν ήξεραν τη λέξη οι συνομιλητές του.

Και μια τελευταία στάση πριν κλείσει ο κύκλος. Από το ιταλ. stufare ή μάλλον από το βενετικό stufar προέκυψε το βενετικό stufado με τη σημασία «φαγητό με κρέας που σιγοβράζει στον ατμό», και από εκεί, θα το καταλάβατε, το δικό μας στιφάδο. Το οποίο ο Μπαμπινιώτης, για να διατηρήσει το… ετυμολογικό ίνδαλμα του τύφου, μη χαθεί και χάσει η Βενετιά κρεμμύδι, το γράφει «στυφάδο» -και βέβαια όποιος το διαβάζει, όπως στο σχόλιο αριθ. 6 παρακάτω, το ετυμολογεί από το «στυφός», ότι τάχα το μαγειρεύουν με πολύ ξίδι -ή, πώς η (και καλά) «ετυμολογική ορθογραφία» συσκοτίζει την ετυμολογία της λέξης!

Κατά σατανική σύμπτωση, αντιδάνειο είναι και η άλλη στόφα, που σημαίνει ύφασμα (και μεταφορικά τη χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε στα στοιχεία του χαρακτήρα που συγκροτούν την προσωπικότητα κάποιου, π.χ. «ο τάδε έχει στόφα μεγάλου πολιτικού»). Όμως αυτή την ιστορία θα την κρατήσω για κάποιο άλλο άρθρο, μην κάψω όλα μου τα φουσέκια μονομιάς, έστω και στη στόφα.
Η Εστία είναι η θεά της Οικίας, η ίδια ιδέα της πυρός που δε σβήνει. Οι πρώτοι Έλληνες έδωσαν το όνομα στη θεά όχι τόσο από τον ακίνητο λίθο που βρισκόταν στο κέντρο της οικίας τους που χρησίμευε για να υποβαστάει την φωτιά, αλλά από την ίδια την φωτιά.

Στην ελληνική μυθολογία, η Εστία είναι η θεά της εστίας, της οικογενειακής ζωής και της οικογένειας η οποία λάμβανε την πρώτη προσφορά σε κάθε θυσία στο σπιτικό. Η Εστία φρόντιζε την Ιερή φωτιά στον Όλυμπο. Οι βωμοί της ήταν κάθε οικογενειακή εστία, κάθε αρχαίο τζάκι.

Η ιερή σημασία της λέξης Εστία φαίνεται απονεμημένη ως προς το Ιερό πυρ. Ο βωμός της στους Δελφούς ήταν η "κοινή εστία" των Ελλήνων από όπου άναβε η φωτιά των ναών η οποία δεν έσβηνε ποτέ και προμηθεύονταν με τα πιο ποιοτικά καυσόξυλα. Άλλωστε ανερχόταν από τους κοινούς βωμούς (τα τζάκια) στον ουρανό ως άμεση επικοινωνία με τους θεούς. Η Εστία δεν παντρεύτηκε ποτέ αλλά αφιέρωσε τη ζωή της στα σπιτικά των θνητών. Για αυτό σε κάθε σπίτι υπήρχε ένας βωμός (τζάκι) που είχε το όνομα της "εστία" κι εκεί μέσα έκαιγε άσβεστη φωτιά, η αγάπη για όλους.
Οι αρχαίοι Έλληνες πειραματίστηκαν με σχέδια για θέρμανση, μαγείρεμα και ψήσιμο - Αρχαιολογικό Μουσείο της Δήλου, Ελλάδα

Τα καυσόξυλα Αθήνα διατηρώντας τις πανάρχαιες αξίες και παραδόσεις μας, προσαρμοσμένες στις σημερινές ανάγκες προσφέρει με επαγγελματισμό το πιο παραδοσιακό στερεό καύσιμο, το καυσόξυλο, στην καλύτερη ποιότητα, στεγνό και στις καλύτερες τιμές της αγοράς με παράδοση στην οικία σας.

Τα πρώτα ίχνη φωτιάς έχουν εντοπιστεί στο σπήλαιο Swartkrans, στη Ν. Αφρική, και χρονολογούνται στα 1,5 εκατ. χρόνια πριν. Ωστόσο, οι άνθρωποι ανέκαθεν ήθελαν να ελέγξουν την φωτιά, ώστε να την χρησιμοποιήσουν για τις ανάγκες τους. Μία από αυτές τις ανάγκες ήταν η δημιουργία επιμελημένων αγγείων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν είτε για τελετουργικούς (θρησκεία) είτε για πρακτικούς σκοπούς (συμπόσια). Η διαδικασία της όπτησης των αγγείων μέσα στον κλίβανο ήταν ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα, καθώς απαιτούσε σταθερή θερμοκρασία σε συνδυασμό με την παροχή ή έλλειψη οξυγόνου. Τα λιγοστά μέσα ελέγχου της θερμοκρασίας του κλιβάνου δυσχέραιναν την προσπάθεια, και οι «Βάναυσοι» (βλ. παρακάτω) είχαν μάθει εμπειρικά το χρόνο αλλαγής της θερμοκρασίας του κλιβάνου.

Οι πρώτοι κλίβανοι χρησιμοποιήθηκαν στην Εγγύς Ανατολή γύρω στο 8000 π.Χ. για την παραγωγή δημητριακών και ψωμιού. Ο αρχέγονος τρόπος ψησίματος των αγγείων ήταν αυτός της «ανοιχτής» φωτιάς. Με τη μέθοδο αυτή ανοίγονταν μεγάλοι λάκκοι στο έδαφος, τους οποίους γέμιζαν με καύσιμη ύλη, όπως ξύλα, χόρτα, σπόρους κ.ά. Πάνω στην καύσιμη ύλη τοποθετούνταν τα αγγεία, καλύπτοντας κάθε διαθέσιμο χώρο. Αυτή η μέθοδος αποδείχθηκε ανεπαρκής, γιατί η πλειονότητα των αγγείων καταστρέφονταν λόγω έλλειψης σταθερής θερμοκρασίας. Οι πρώτοι κλίβανοι, που χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για την παραγωγή αγγείων, κατασκευάστηκαν στα Σούσα, γύρω στο 4000 π.Χ.. Αυτοί οι κλίβανοι ήταν κάθετοι, και έτσι καθίστατο δυνατή η επίτευξη υψηλότερης και πιο σταθερής θερμοκρασίας. Οι Αιγύπτιοι γύρω στο 2700-2500 π.Χ. εξέλιξαν αυτού του είδους τον κλίβανο τον οποίο χρησιμοποιούσαν κατά κόρον για την παραγωγή γυαλιού  Στην Ελλάδα, ο αρχαιότερος κλίβανος βρέθηκε στην Όλυνθο και χρονολογείται στο 3000 π.Χ..

Ο κλίβανος συναντάται, επίσης, πολύ συχνά στην αρχαία, ελληνική και μη, γραμματεία. Από τις αρχαιότερες φιλολογικές μαρτυρίες που σώζονται είναι κείμενα σε σφηνοειδή γραφή. Σύμφωνα με αυτά, ο φούρνος, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε στην κουζίνα και μετέπειτα για τη θέρμανση της βύνης ονομαζόταν με τον γενικό όρο utûnu ή atûnu (ο ίδιος φούρνος χρησιμοποιήθηκε και για το λιώσιμο μετάλλων, για την όπτηση κεραμιδιών και τούβλων). Επίσης, συναντούμε τον όρο kîru ή kûru (Ακκαδικά), για το φούρνο που χρησιμοποιείται για την κατασκευή γυαλιού και το λιώσιμο των μετάλλων. Αυτός φαίνεται πως αποτελείται από δύο διαφορετικούς χώρους, το χώρο όπτησης και την εστία. Τέλος, ως φούρνος για το ψήσιμο των τούβλων απαντά και ο όρος kiškittu ή kiškattu, ενώ αυτός για το λιώσιμο των μετάλλων και ως nasrapu ή našrapu. Ο κεραμικός κλίβανος συναντάται , επίσης, στις αρχαίες ελληνικές φιλολογικές πηγές με πολλά διαφορετικά ονόματα, όπως ιπνός , κρίβανος (ή κλίβανος στη δωρική διάλεκτο), κάμινοςή πνιγεύς. Ωστόσο, η γνωστότερη και πληρέστερη αναφορά στην αρχαία ελληνική γραμματεία για τον κλίβανο και τους κινδύνους του ψησίματος των αγγείων, βρίσκεται σε ένα ποίημα του Ψευδο-Ηροδότου.

Όσον αφορά το σημείο όπου θα κατασκευαζόταν ο κλίβανος έπρεπε να επιλεχθεί προσεκτικά, καθώς ήταν αναγκαία η τήρηση κάποιων κριτηρίων. Το πιο σημαντικό από αυτά ήταν η κατασκευή του στα περίχωρα της πόλης, ώστε να μην υπάρχει ο κίνδυνος ο καπνός να πλησιάσει σε αυτήν. Ένα εξίσου σημαντικό κριτήριο ήταν η επάρκεια σε καύσιμη ύλη και νερό (για την αραίωση του πηλού). Επίσης, το έδαφος θα έπρεπε να είναι μαλακό, ώστε να επιτρέπει την κατασκευή του, και να έχει φυσική κατωφέρεια, για να διευκολύνεται η κυκλοφορία του αέρα, αν και αυτό δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση. Το σχήμα, κυκλικό, ελλειψοειδές ή ορθογώνιο, και το μέγεθος των κλιβάνων ποίκιλλε ανάλογα την εποχή που αυτός είχε κτιστεί και το μέγεθος της παραγωγής, στο οποίο έπρεπε να ανταποκριθεί.

Ωστόσο, η γενική δομή των κλιβάνων ήταν απλή και έχει απεικονιστεί πολλές φορές σε πίνακες από πηλό, σε αγγεία και σε ημιπολύτιμους λίθους. Αποτελούταν από δύο «ορόφους», έναν υπόγειο και έναν ισόγειο. Ο «δρόμος» ήταν μέρος του υπόγειου ορόφου και ποίκιλλε σε μήκος. Εκεί τοποθετούνταν όλη η καύσιμη ύλη. Σε σύνδεση με αυτόν υπήρχε ένας άλλος θάλαμος, ο θάλαμος οπτήσεως, που διέφερε σε μήκος και σχήμα. Αυτός έφερε ένα διάτρητο πάτωμα από πηλό, την «εσχάρα» ή «μπάτο», που στηριζόταν σε έναν κεντρικό πεσσό και τόξα σε ακτινωτή διάταξη. Μέσα από αυτές τις σήραγγες και τις οπές της «εσχάρας» περνούσε ο καυτός αέρας για να καταλήξει στο θάλαμο οπτήσεως, όπου ήταν στοιβαγμένα με προσοχή τα αγγεία. Ο θάλαμος οπτήσεως ήταν καλυμμένος με το «θόλο». Πρόκειται για το πιο εύθραυστο σημείο των κλιβάνων καθώς πολύ σπάνια σώζεται. Ως προς το σχήμα τους, στην Ελλάδα οι θόλοι είναι ημισφαιρικοί, μιμούμενοι τους αντίστοιχους της Μεσοποταμίας. Στην Αίγυπτο ο θόλος είναι επίπεδος . Το μέγεθος του θόλου ποίκιλλε και ήταν ανάλογο της διαμέτρου του θαλάμου. Στο «θόλο» είχε διανοιχθεί οπή, που με το κλείσιμο ή το άνοιγμά της, ρύθμιζαν την παροχή αέρα σε αυτόν. Στην κορυφή του «θόλου» υπήρχε η καμινάδα για την εξαγωγή του καπνού. Όλη η κατασκευή ήταν από πηλό, και αργότερα από τούβλα.

Καταλήγοντας, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούμε στους κατασκευαστές των κλιβάνων. Η Scheibler αναφέρει πως οι κατασκευαστές των κλιβάνων ήταν οι ίδιοι οι κεραμείς. Αυτό πιθανώς θα συνέβαινε στην πρώτη περίοδο της ύπαρξης του κλιβάνου, αλλά, όσο η ζήτηση ολοένα αυξανόταν ( ιδιαίτερα στις «πόλεις» ή στα μεγάλα κέντρα ) και οι ίδιοι οι κεραμείς έφτασαν σε σημείο να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτή, δημιουργήθηκε μια ομάδα «επαγγελματιών», που θα κατασκεύαζαν κλιβάνους για χάρη των κεραμικών εργαστηρίων. Στις φιλολογικές πηγές απαντούν ως ιπνοπλάθαι, ιπνοπλάσται και ιπνοποιοί. Όσον αφορά τους τεχνίτες, που ήταν υπεύθυνοι για την τοποθέτηση και ψήσιμο των αγγείων, αυτοί ήταν γνωστοί και ως «Βάναυσοι». Η τοποθέτηση των αγγείων έπρεπε να γίνει προσεκτικά, με τη βοήθεια σφηνών. Τα μικρά τοποθετούνταν εντός των μεγαλυτέρων για εξοικονόμηση χώρου. Οι «Βάναυσοι» ήταν επαγγελματίες και, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν σε θέση να προσδιορίζουν τη θερμοκρασία του κλιβάνου εμπειρικά. Παρ’ όλα αυτά, επειδή η εργασία τους εμπεριείχε πολλούς κινδύνους, πολύ συχνά «τοποθετούσαν αποτροπαϊκές μάσκες και μορφές δαιμόνων ή κακών πνευμάτων (…) ή κρεμούσαν κλαδιά ελιάς, που υποτίθεται ότι προσείλκυαν τα συνεπίκουρα πνεύματα».

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε πως η δομή και η λειτουργία των σύγχρονων κεραμικών κλιβάνων έχει παραμείνει, σχεδόν, αναλλοίωτη, όπως αποδεικνύει ένα παράδειγμα σύγχρονου κλιβάνου από τον Μανταμάδο Λέσβου.

Το τζάκι, είτε με τη σημερινή κτιστή μορφή του, είτε ως χαμηλή κατασκευή που από πάνω είχε τρύπα ήταν αρχιτεκτονικό επίτευγμα που εμφανίστηκε μετά τον 4ο αιώνα. Αλλά και τότε, ο καπνός ήταν ανυπόφορος μέσα στα σπίτια και εξαλείφθηκε σιγά-σιγά με διάφορες βελτιώσεις, η κυριότερη απ’ τις οποίες ήταν οι επικλινείς πλάγιοι τοίχοι του.

Οι φτηνές γούνες των κουνελιών, των γάτων, των σκύλων και των άλλων μικροκατοικίδιων έσωζαν τον κόσμο από τα κρυοπαγήματα και τις πνευμονίες. Βασιλείς και υπηρέτες κυκλοφορούσαν ντυμένοι σαν κρεμμύδια μέσα στις αχανείς αίθουσες των Βερσαλλιών, των Αυστριακών, των Γερμανικών και των Ρώσικων παλατιών, όπου όλα ήταν παγωμένα και όπου μόνο κάποια περίτεχνα μαγκάλια προσπαθούσαν να αντιδράσουν στο ανυπόφορο ψύχος.

Η μεταλλική ή πορσελάνινη σόμπα με τα μπουριά είναι πολύ νεώτερη, εμφανίστηκε τον 17ο αιώνα. Ως τότε, την κατάσταση έσωζαν οι θερμοφόρες που ανάλογα με τον πλούτο του ιδιοκτήτη ήταν πήλινες, σιδερένιες ή και ασημένιες. Μεγάλη πέραση είχαν και χειρόθερμα, μικρά στρόγγυλα μεταλλικά αντικείμενα σαν μήλα. Τους έριχναν μέσα κάρβουνα και αυτά είχαν τρύπες όπου ο ιδιοκτήτης έχωνε τα δάκτυλα των χεριών για να ζεσταίνονται. Μια βελτιωμένη παραλλαγή εμφανίστηκε αργότερα. Ήταν κομψά κουτιά από πορσελάνη, τα οποία γέμιζαν με ζεστό νερό και οι κυρίες που τα κρατούσαν ζέσταιναν τα χέρια τους. Όσοι ταξίδευαν με ανοικτές άμαξες ή κάρα τον χειμώνα, έμπαιναν μέσα σε κομμένα βαρέλια μ’ ένα σκαμνάκι στον πάτο, σκεπασμένα με ύφασμα ή γούνα που είχε μια τρύπα για να βγάζουν έξω το κεφάλι τους, κουκουλωμένο με σκούφο.

Την περίοδο του μεσαίωνα, για να μειώνουν τις απώλειες θερμότητας μέσα σε οικήματα, ειδικά όσα ήταν μεγάλα σε έκταση όπως παλάτια, πύργοι ή εκκλησίες, οι οικοδεσπότες έντυναν το εσωτερικό των παραθύρων με ύφασμα ή δέρματα. Στις εκκλησίες, τα δέρματα αυτά ζωγραφίζονταν με θρησκευτικές παραστάσεις κι αποκτούσαν την μορφή εικόνων.

Οι βασιλείς και οι αριστοκράτες είχαν βέβαια άλλες δυνατότητες να ζεσταθούν απ’ τον απλό κόσμο. Ο βασιλιάς της Ναβάρας Κάρολος ο κακός, είχε μια ολόκληρη στρατιά από υπηρέτες που φυσούσαν με καλάμια μέσα στα σκεπάσματα του όλη νύχτα. Ο Ερρίκος Δ’ ξάπλωνε πάνω σε τρεις υπηρέτες του που παρίσταναν το υπόστρωμα του, ενώ έβαζε κι άλλον έναν πάνω του να παριστάνει το σκέπασμα. Πως κατάφερνε να κοιμηθεί είναι ιστορικής απορίας άξιον.

Αλλά και οι πλούσιες δεσποσύνες, κάπως έτσι κατάφερναν να ζεσταθούν λίγο. Η Παυλίνα Μποργκέζε (όλοι ξέρουν την περίφημη βίλλα Μποργκέζε στη Ρώμη) έβαζε τα λεπτά της ποδαράκια στους λαιμούς των κυριών επί των τιμών για να τα ξεπαγώσει. Μερικές φορές, οι πλούσιες κυρίες έφτιαχναν ένα ξύλινο μικρό δωματιάκι μέσα στα πελώρια δωμάτια των αρχοντικών και των παλατιών τους, το έντυναν ολόκληρο με γούνες και περνούσαν εκεί μέσα τις πολύ κρύες μέρες. Υπήρχαν επίσης σάκοι από δέρμα αρκούδας παραγεμισμένοι με πούπουλα, όπου οι πλούσιοι χώνονταν μέσα και δέχονταν τους καλεσμένους τους. Οι επισκέπτες τουρτούριζαν, αλλά οι οικοδεσπότες ήταν μια χαρά.

Η πρώτη βιομηχανικά κατασκευασμένη από χιτοσίδηρο σόμπα εμφανίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1642. Για σχεδόν 150 χρόνια πάντως, οι Αμερικανοί ζέσταιναν τα σπίτια τους με μια σόμπα που έφτιαξε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος. Έκαιγε ξύλα πάνω σε μια σχάρα και ήταν ο πρόδρομος της στρογγυλής σόμπα με τα μπουριά που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον τον 19ο και 20ο αιώνα σ’ όλη την υφήλιο.

Πηγές
Αδρύμη-Σισμάνη Βασιλική, «Μυκηναϊκός κεραμικός κλίβανος στο Διμήνι», ανακοίνωση στο Α΄ Διεθνές Διεπιστημονικό Συμπόσιο, Η περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Λαμία, 25-29 Σεπτεμβρίου 1999, ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
Αλεξανδρή Όλγα, «Εργαστήριον Κεραμεικής Υστερορωμαϊκών Χρόνων», ΑΑΑ Ι (1968), σ. 224-229.
Αλεξίου Στ., «Μικραί σκαφικαί έρευναι, περισυλλογή αρχαιοτήτων», ΑΔ 19 (1964), Β3 Χρονικά, σ. 440-441.
Barber R.L.N., Οι Κυκλάδες στην εποχή του Χαλκού, Εμπορική Τράπεζα Ελλάδος, Αθήνα 21994.
Beazley J.D., Η εξέλιξη του αττικού μελανόμορφου ρυθμού, Αθήνα 21993, σ. 107.
Γιαννοπούλου Μ. / Δεμέστιχα Σ., Τσακαλαριά. Τα εργαστήρια αγγειοπλαστικής της περιοχής Μανταμάδου Λέσβου, Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμεικής, Αθήνα 1998.
Cook R.M., Ελληνική αγγειογραφία, Αθήνα 31994, σ. 315 κ.ε.
Δαβάρας Κ., «Μινωϊκή κεραμεική κάμινος εις Στύλον Χανίων», ΑΕ 112 (1973), σ. 75-80.
Δαβάρας Κ., «Κεραμεική κάμινος εις Ιστρώνα ανατολικής Κρήτης», ΑΔ 28 (1973), σ. 110-115.
Δεσποίνη Α., «Κεραμικοί κλίβανοι Σίνδου», ΑΕ 121 (1982), σ. 61-84.
Ζαχαριάδου Ο. / Κυριακού Δ. / Μπαζιωτοπούλου Ε., «Σωστική Ανασκαφή στον ανισόπεδο κόμβο Λένορμαν-Κωνσταντινουπόλεως», ΑΑΑ 18 (1985), σ. 39-50.
Θέμελης Π.Γ., «Ανασκαφή Ερέτριας», ΠΑΕ 130, ά τεύχος (1975), σ. 40-41, εικ. 1, 2 και πίν. 17.
Θρεψιάδης Ι., «Ανασκαφαί Αυλίδος», ΠΑΕ 114 (1959), σ. 30-31, πίν. 29.
Ιακωβίδης Σ., «Η μελανή βαφή των αρχαίων αγγείων», ΑΑΑ 2 (1969), σ. 269 -274.
Καράγιωργα Θ.Κ., « Κεραμεικός κλίβανος εν Ηλίδι », ΑΑΑ 4 (1971), τεύχ. 1, σ. 27- 31.
Κονοφάγου Κ. / Παπαδημητρίου Γ., «Ερμηνεία του χρησιμοποιουμένου αγγείου από τους αρχαίους Έλληνες στο στόμιο των καμίνων κατά την κλασική περίοδο», ΠΑΑ 56 (1981), σ. 191-211.
Λαμπροπούλου Λ., «Δύο κεραμικοί κλίβανοι στην Αταλάντη Λοκρίδος», ΑΑΑ 16 (1983), σ. 74-79.
Μαρινάτος Σπ., «Ανασκαφαί εν Λυκάστω και Βαθυπέτρω Κρήτης», ΠΑΕ 110 (1955), σελ. 309-310
Oρλάνδος Α.Κ., Τα υλικά δομής των αρχαίων Ελλήνων, τόμ. 1, Αθήνα 1955, σ. 87-93.
Πανταζίδης Ι., Λεξικόν Ομηρικόν, Αθήνα 81901.
Παπαδημητρίου Ι., «Ανασκαφαί εν Μυκήναις», ΠΑΕ 109 (1954), σελ. 263-265.
Παρλαμά Λ. / Σταμπολίδης Ν.Χ. (επιμ.), Η πόλη κάτω από την πόλη, Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα 2000, σ. 209-214.
Περιστέρη Κ. / Blondé F. / Perreult J.Y. / Brunet F., «Θάσος: ένα εργαστήρι αγγειοπλαστικής», ΑΑΑ 16 (1985), σ. 29-38.
Renfrew C. / Bahn P., Αρχαιολογία, θεωρίες, μεθοδολογία και πρακτικές εφαρμογές, Αθήνα 2001.
Πλάτων Ν., «Ανασκαφαί περιοχής Σητείας», ΠΑΕ 107 (1952), σ. 646.
Πλάτων Ν., «Ανασκαφή μινωϊκής αγροικίας εις Ζου Σητείας, ΠΑΕ 111 (1956), σ. 233-238.
Scheibler I., Ελληνική Κεραμική, Αθήνα 1992.
Τσούντας Χ., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης, Αθήνα 1928, σ. 170-171.
Αntikenmuseum Berlin, Die ausgestellten Werke, Staatliche Museen, Preußischer Kulturbesitz, 1988.
Andreioménou A., «Céramique de l’ Atelier de Chalcis (XIe-VIIIes av. J.-C. ) Les Vases Ouverts», BCH, Suppl. 23 (1992), σ. 87-130.
Beazley J.D., «Potter and painter in Ancient Athens», Proceedings of the British Academy 30 (1946), σ. 6.
Blegen, «The palace of Nestor excavations of 1959», AJA 64 (1960), σ. 155.
Blondé F., Perreult J. Y., Péristéri C., «Un Atelier de Potier Archaϊque à Phari ( Thasos ) », ΒCH, Suppl. 23 (1992), σ. 11-18.
Blümner H., Technologie und Terminologie der Gewerbe und Künste bei Griechen und Römern, τόμ. 2, Hildesheim 1969, σ. 51-52.
Cook R.M., «The double stocking tunnel of Greek kilns », BSA 56 (1961), σ. 64-67.
Courbin P., Chronique des fouilles, BCH 81 (1957), σ. 677.
Cuomo di Caprio N., «Les ateliers de potiers en Grande Grèce», BCH, Suppl. 23 (1992), σ. 69-85.
Daux G., «Chronique des Fouilles en 1958», BCH 83 (1959), σ. 702 (εικ. 20), 768 (εικ. 24).
Doro Levi, «Gli scavi a Festòs nel 1956 e 1957», Annuario 35-36 (1957-1958), σ. 76-82.
Dragendorpff H., «Tiryns», Mitt. Arch. Inst. 38 (1913), σ. 338-341.
Ducrey P. / Picard O., «Recherches a Latô. Trois fours archaϊques », BCH 93 (1969), σ. 793-807, εικ. 1-17.
https://sarantakos.wordpress.com
Farnsworth M., «Draw pieces as aids to correct firing», AJA 64 (1960), σ. 72-75, πίν. 16.
Forbes R.J., Studies in Ancient Technology, Leiden 21966.
Fourmant M., « Les Ateliers de Sélinonte (Sicile) », BCH, Suppl. 23 (1992), σ. 57-68.
Furtwängler A., Beschreibung der Berliner Vasensammlung im Antiquarium, Βερολίνο 1885.
Geagan H.A., «Mythological themes on the plaques from Penteskouphia», AA 85 (1970), σ. 31-48.
Gebauer K. / Johannes H., «Ausgrabungen im Kerameikos», JdI 52 (1937), σ. 184-185, εικ. 1-6 και 11, πίν. 1.
Ginouvès R., «Chronique des fouilles en 1952», BCH 77 (1953), σ. 268, εικ. 63.
Grandjean Yves, «Tuyéres ou Supports?», BCH 109 (1985), σ. 265-279.
Hampe R. / Winter A., Bei Töpfern und Zieglern in Süditalien, Sizilien und Griechenland, 1965.
Hodges Η., Technology in the Ancient World, Νέα Υόρκη 1970.
Hood M.S.F., «Archaeology in Greece», AR (1957), σ. 24.
Hornblower S.-Spawforth (επιμ.), The Oxford Classical Dictionary, 1963, Oxford University Press, Οξφόρδη / Νέα Υόρκη.
Kalogeropoulou Α., «From the Techniques of Pottery», AAA 3 (1970), σ. 429 κ.ε.
Morris S.P., «Λάσανα: A Contribution to the Ancient Greek Kitchen», Hesperia 54 (1985), σ. 393-409.
Mountjoy P.A., Mycenaean Pottery - An Introduction, Oxford University Committee for Archaeology-Monograph No 36, 1993, σ. 120-138.
Mylonas G.E., Excavations at Olynthus Part I: The Neolithic Settlement, Βαλτιμόρη 1929, σ. 12-18.
Νicholson P.T. / Shaw I., Ancient Egyptian Materials and Technology, Cambridge University Press, 2000.
Noble J.V., The Techniques of Painted Attic Pottery, Νέα Υόρκη 1965, σ. 60-61.
Papadopoulos J.K., «Λάσανα, Tuyeres, and kiln firing supports», Hesperia 61 (1992), σ. 203-221.
Papadopoulos J.K., «An Early Iron Age potter’s kiln at Torone», Medit. Arch. 2 (1989), σ. 9-41.
Payne Humfry, Necrocorinthia. A Study of Corinthian Art in the Archaic Period, Maryland 21971.
Preka-Alexandri K., «A Ceramic Workshop in Figareto, Corfu», BCH, Suppl. 23 (1992), σ. 41-48.
https://www.tv-greek.com
Richter G.M.A., The Craft of Athenian Pottery, New Haven 1923.
Romaios K.A., «Ein Τopferofen bei H. Petros in der Kynouria», ΑΜ 33 (1908), σ. 177-184.
https://el.wikipedia.org
Roux G., «Chronique des Fouilles en 1956», BCH 81 (1957), σ. 651.
Singer C. / Holmyard E.J. / Hall A.R. (επιμ.), A History of Technology, τόμ. 1, Oxford University Press, 1979.
Thomson Η., «The Tholos of Athens and its predecessors», Ηesperia, Suppl. 4 (1940), σ. 6-7.
https://www.archaiologia.gr
Westermann W.L. / Hasenoehrl E. (επιμ.), S. Zenon Papyri, Business Papers of the Third Century B.C. Dealing with Palestine and Egypt, τόμ. 1, Columbia University Press, Νέα Υόρκη 1934.
Wilamowitz-Moellendorff U. von, Die Ilias und Homer, 1916.
https://kausoksila-athina.gr
Zachariadou O. / Kyriakou D. / Baziotopoulou E., «Ateliers de potiers à l’ Angle des Rues Lenormant et de Constantinople (Rapport Préliminaire)», BCH, Suppl. 23 (1992), σ. 53-56.
Zschietzschmann W., «Mitteilungen aus dem Kerameikos V», AM 56 (1931), σ. 95-97, εικ. 2.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου