Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Ζαχαρία στη Μονή της Οσίας Δομνίκης, 24 Ιανουαρίου
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Η Οσία Δομνίκη έζησε και έλαμψε κατά τα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ του Μεγάλου (379–395) και καταγόταν από την Καρχηδόνα της Αφρικής. Αφού ασπάστηκε τη χριστιανική πίστη από νεαρή ηλικία, εγκατέλειψε την πατρίδα της και επιβιβάστηκε σε πλοίο με προορισμό την Αλεξάνδρεια. Εκεί έζησε μαζί με τέσσερις ειδωλολάτρισσες παρθένες. Η Δομνίκη ζούσε ενάρετα ανάμεσά τους και έβρισκε κάθε ευκαιρία να τις κατηχεί στο Ευαγγέλιο. Γεμάτες θαυμασμό για ένα τέτοιο υπόδειγμα χριστιανικής τελειότητας, οι τέσσερις παρθένες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ειδωλολατρία και να ασπαστούν την πίστη στον Χριστό. Έτσι, και οι πέντε παρθένες αποφάσισαν να μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη για να εισέλθουν σε μοναστήρι.
Αφού έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη διά θαλάσσης, ο Πατριάρχης Νεκτάριος (11 Οκτωβρίου), ο οποίος είχε πληροφορηθεί για τον ερχομό τους από άγγελο, τις περίμενε για να τις υποδεχθεί μαζί με τον κλήρο. Τότε βάπτισε και τις πέντε παρθένες, δίνοντας στις συνοδούς της Δομνίκης τα εξής ονόματα: Δωροθέα, Ευανθία, Νόννα και Τιμοθέα. Κατόπιν, ο Πατριάρχης τις εγκατέστησε σε μοναστήρι.
Ως μοναχή, η Δομνίκη έζησε αυστηρό ασκητικό βίο και με τον καιρό έλαβε από τον Θεό τη χάρη να θαυματουργεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διαδοθεί η φήμη της σε ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη, ώστε ακόμη και ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας, μαζί με την αυτοκράτειρα και την αυτοκρατορική αυλή, να έρθουν να τη συναντήσουν. Έτσι η φήμη της αυξήθηκε ακόμη περισσότερο και πλήθος επισκεπτών κατέφθανε στο μοναστήρι. Επειδή όμως δεν υπήρχε πλέον ησυχία και σιωπή, απαραίτητες για τη ζωή της προσευχής, ο Θεός αποκάλυψε στη Δομνίκη να μεταβεί σε έναν απομονωμένο τόπο, δαιμονοκρατούμενο, που παλαιότερα χρησίμευε ως τόπος εκτελέσεων και τον απέφευγαν όλοι. Ζήτησε λοιπόν από τον Πατριάρχη Νεκτάριο να ιδρυθεί εκεί μοναστήρι, αλλά ο Πατριάρχης δεν έδωσε αμέσως την άδεια, έως ότου βεβαιωθεί ότι πράγματι η έμπνευση ήταν θεία. Γι’ αυτό μετέφερε το αίτημα στον αυτοκράτορα, ο οποίος ανέλαβε αμέσως να χρηματοδοτήσει την ανέγερση του μοναστηριού, καθώς και ενός παρεκκλησίου αφιερωμένου στον Προφήτη Ζαχαρία.
Όταν ολοκληρώθηκε η οικοδόμηση του μοναστηριού, ο Πατριάρχης Νεκτάριος αποφάσισε να το εγκαινιάσει στις 26 Ιανουαρίου 388. Όμως η Δομνίκη επέμενε να τελεστεί η ακολουθία δύο ημέρες νωρίτερα. Ο Πατριάρχης υπάκουσε και πραγματοποίησε τα εγκαίνια στις 24 Ιανουαρίου, οπότε και τη χειροτόνησε διακόνισσα και την όρισε ηγουμένη. Η προόρασή της φανερώθηκε δύο ημέρες αργότερα, όταν οι Αρειανοί προκάλεσαν μεγάλη ταραχή στην Πόλη και χύθηκε πολύ αίμα. Αργότερα προείπε και τον θάνατο του αυτοκράτορα το 395, καθώς και τις συμφορές που ακολούθησαν.
Στα γηρατειά της, η Δομνίκη ασθένησε και παρέδωσε το πνευματικό της ποίμνιο στη Δωροθέα. Αφού προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο να διαφυλάξει το μοναστήρι της και να προστατεύσει την Πόλη, εκοιμήθη εν ειρήνη. Και μετά την κοίμησή της συνέχισε να θαυματουργεί από τον τάφο της. Κάποτε, όταν το μοναστήρι κινδύνευε από πυρκαγιά, η Αγία Δομνίκη και ο Προφήτης Ζαχαρίας εθεάθησαν να απομακρύνουν τις φλόγες από τον ναό.
Απολυτίκιον, ήχος δ΄
Τον νοῦν σου φωτίσασα τῇ πρὸς Χριστὸν ἀγάπῃ,
ἐν ἀσκήσει ἔλαμψας ὡς λύχνος φωτοφόρος, Δομνίκη.
Ὅθεν σε ἀνέδειξεν ὁ Δεσπότης φωστῆρα
μοναζόντων ἐν βίῳ καὶ λόγῳ·
πρέσβευε πρὸς Αὐτόν, Θεοφόρε,
ἵνα σωθῶσι πάντες.
Κοντάκιον, ήχος α΄
Χορὸν παρθένων συνήγαγες
διὰ τῶν ἁγίων σου ἔργων καὶ σοφῶν διδαχῶν
καὶ ὡδήγησας αὐτὰς εἰς τὸν νυμφῶνα,
ὅπου τὸ ξύλον τῆς ζωῆς.
Ταῖς πρεσβείαις σου,
ζωοποίησον τὴν νεκρωθεῖσάν μου ψυχήν,
θεόπνευστε Μῆτερ Δομνίκη.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές



