Όσιος Απολλώς, 25 Ιανουαρίου
Του Αγίου Ιερωνύμου
(Ιστορία των Μοναχών της Αιγύπτου, κεφάλαιο 9)
Και είδαμε επίσης έναν άλλον ιερέα, του οποίου το όνομα ήταν Απολλώ, ο οποίος ζούσε στη Θηβαΐδα, στα όρια της Ερμοπόλεως, εκεί όπου ο Λυτρωτής μας πήγε μαζί με τη Μαρία και τον Ιωσήφ, για να εκπληρωθεί ο λόγος του Ησαΐα (19,1), ο οποίος λέγει· «Ἰδοὺ Κύριος καθήμενος ἐπὶ νεφέλης κούφης καὶ ἔρχεται εἰς Αἴγυπτον, καὶ σαλευθήσονται τὰ εἴδωλα Αἰγύπτου ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ πεσεῖται ἐπὶ τῆς γῆς». Και είδαμε επίσης εκεί τον οίκο των ειδώλων, μέσα στον οποίο όλα τα είδωλα που βρίσκονταν σ’ αυτόν έπεσαν κατά πρόσωπο στη γη, όταν ο Λυτρωτής μας εισήλθε σ’ εκείνη την πόλη.
Και είδαμε ακόμη ότι ο άνθρωπος αυτός, που κατοικούσε στην έρημο, ήταν ο Αββάς πεντακοσίων μοναχών, οι οποίοι ζούσαν σε μοναστήρια που βρίσκονταν γύρω από τη βάση του όρους, και ότι ήταν εξαιρετικά γνωστός σε όλη τη χώρα της Θηβαΐδος· διότι κατείχε τις άριστες αρετές της ασκητικής ζωής, και ο Θεός επιτελούσε δι’ αυτού πολλά μεγάλα και θαυμαστά έργα, και πλήθος σημείων γίνονταν δια των χειρών του. Και ο άνθρωπος αυτός, ο Απολλώ, του οποίου οι ασκητικοί κόποι ήταν θαυμαστοί από τη νεότητά του, κατά τον καιρό των γηρατειών του κρίθηκε άξιος χάριτος εκ μέρους του Θεού· διότι όταν έγινε ογδόντα ετών ανέλαβε τη διοίκηση ενός μεγάλου μοναστηριού που περιείχε πεντακόσιους θαυμαστούς άνδρες, οι οποίοι επίσης επιτελούσαν θαύματα· και όταν έγινε ενενήντα πέντε ετών, ανεχώρησε από τον κόσμο αυτόν, αφού έζησε σαράντα χρόνια στην εσωτερική έρημο, όπου πολιτεύθηκε βίο απολύτως πνευματικό.
Και προς το τέλος άκουσε φωνή σαν φωνή αγγέλου, η οποία του είπε· «Απολλώ, μέλλω να καταλύσω τη σοφία των σοφών της Αιγύπτου δια των χειρών σου, και να αφαιρέσω τη γνώση που δεν είναι γνώση, των μωρών των εθνών· και θα καταστρέψεις για μένα μαζί μ’ αυτούς και τους σοφούς της Βαβέλ (δηλαδή της Βαβυλώνας της Αιγύπτου), και θα εξαλείψεις κάθε λατρεία των δαιμόνων. Και τώρα, φύγε γρήγορα στην έρημο, στο μέρος της που είναι κοντά στα κατοικημένα μέρη, διότι θα γεννήσεις για μένα λαό άγιο, ο οποίος θα δοξαστεί με αγαθά έργα».
Τότε ο Απολλώ απάντησε και είπε· «Κύριέ μου, αφαίρεσε από μένα την υπερηφάνεια, μήπως τυχόν υψωθώ πάνω από την αδελφότητα και χάσω όλη τη χάρη της». Και η φωνή του μίλησε πάλι και είπε· «Βάλε το χέρι σου στον τράχηλό σου, και ό,τι πιάσεις, κατέβασέ το και θάψ’ το στην άμμο». Και αμέσως έβαλε το χέρι του στον τράχηλό του και έπιασε έναν μικρό Αιθίοπα, και τον έθαψε στην άμμο, ενώ το πλάσμα φώναζε και έλεγε· «Εγώ είμαι το πνεύμα της υπερηφάνειας». Και πάλι η φωνή ήλθε προς αυτόν και είπε· «Πήγαινε, και ό,τι ζητήσεις από τον Θεό σου θα σου δοθεί».
Έτσι λοιπόν ο μακάριος ανήρ, αφού άκουσε αυτά, αμέσως ξεκίνησε και ήλθε στη Σαΐνα, κατά τον καιρό του Ιουλιανού, του αυτοκράτορα και τυράννου. Κατ’ αρχάς έζησε στην έρημο που βρισκόταν πλησίον της Σαΐνας, σε ένα μικρό σπήλαιο που βρήκε εκεί, στο πλάι (ή στη βάση) του όρους. Και η πολιτεία του ήταν η εξής: προσευχόταν αδιάκοπα στον Θεό καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας· δηλαδή προσευχόταν εκατό φορές τη νύχτα και άλλες τόσες την ημέρα, και κατά την προσευχή του έκαμπτε τα γόνατά του.
Όσο για την τροφή του, δεν φρόντιζε καθόλου γι’ αυτήν, διότι του δινόταν από τον Θεό και του μεταφερόταν στην έρημο από άγγελο. Το ένδυμά του αποτελούνταν από έναν κοντομάνικο χιτώνα που σκέπαζε το σώμα του και από ένα μικρό μανδήλιο που φορούσε στο κεφάλι· και αυτά παρέμειναν επάνω του στην έρημο και δεν φθάρηκαν ποτέ. Ζούσε στην έρημο κοντά στη Σαΐνα με τη δύναμη του Πνεύματος, και επιτελούσε θαύματα και πολλές θαυμαστές θεραπείες, τη δόξα των οποίων είναι αδύνατο να περιγράψει άνθρωπος· αλλά τα ακούσαμε από τους πρεσβυτέρους που ήταν μαζί του, οι οποίοι ήταν και αυτοί τέλειοι άνδρες, καθώς και από τους προεστώτες και ηγουμένους της αδελφότητας.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν λοιπόν περίφημος ως νέος προφήτης και ως απόστολος που εμφανίστηκε στη γενεά μας. Και όταν η φήμη του διαδόθηκε παντού, όλοι οι μοναχοί που ζούσαν διάσπαρτοι σε διάφορους τόπους ήλθαν σε αυτόν όλοι μαζί, σαν σε αληθινό πατέρα, και προσέφεραν τον εαυτό τους σε αυτόν ως προσφορά. Και ο μακάριος ανήρ ενέπνευσε σε μερικούς θεία οράματα, σε άλλους δε ένδοξα έργα πνευματικής αρετής· αλλά πρώτα απ’ όλα τους έδειχνε με τα ίδια του τα έργα εκείνα στα οποία τους προέτρεπε με τα λόγια του, και τους παρακινούσε πολλές φορές σε έργα ασκητικής τελειότητας.
Κάθε Κυριακή έτρωγε μαζί τους, αλλά δεν γευόταν τίποτε άλλο παρά μόνο τα χόρτα που φύτρωναν από μόνα τους στη γη· δεν έτρωγε ούτε άρτο, ούτε όσπρια, ούτε καρπούς δέντρων, ούτε οτιδήποτε είχε παρασκευαστεί με φωτιά.
Κατά τον καιρό της βασιλείας του Ιουλιανού, ο μακάριος Απολλώ έμαθε ότι κάποιος αδελφός, ο οποίος είχε συλληφθεί για στρατιωτική υπηρεσία, είχε ριχθεί στη φυλακή. Πήρε λοιπόν μαζί του αδελφούς και πήγε να τον επισκεφθεί και να τον παρηγορήσει. Και όταν έφθασε σε αυτόν, του είπε να υπομείνει το πάθος και να καταφρονήσει τις θλίψεις που τον περικύκλωναν, χάριν της μέλλουσας ελπίδας.
Εκείνη την εποχή υπήρχε μεγάλη δοκιμασία, και η πίστη των πιστών δοκιμαζόταν σκληρά από τους πειρασμούς που την πολιορκούσαν. Και αφού ενίσχυσε την ψυχή του αδελφού με τέτοια λόγια, κάποιος από εκείνους που είχαν οριστεί από τον χιλίαρχο για τη φρούρηση ήλθε και είπε στον χιλίαρχο· «Οι αδελφοί θέλουν να ελευθερώσουν εκείνον τον άνθρωπο».
Όταν ο χιλίαρχος άκουσε αυτά, σηκώθηκε με μεγάλη οργή, ήλθε και έκλεισε τις θύρες της φυλακής, έβαλε σφραγίδες επάνω τους και όρισε αυστηρότερη φρουρά· και έτσι έκλεισε μέσα στη φυλακή τον μακάριο άνδρα και όλους τους αδελφούς που ήταν μαζί του, λέγοντας· «Και αυτοί είναι χρήσιμοι για στρατιωτική υπηρεσία». Και κατόπιν έφυγε για το σπίτι του, χωρίς να ακούσει την παράκλησή τους.
Αλλά κατά το μέσον της νύχτας, άγγελος Κυρίου, που κρατούσε λυχνάρι στο χέρι του, φώτισε με το φως του ολόκληρο το δεσμωτήριο τόσο λαμπρά, ώστε όλοι οι φύλακες έμειναν κατάπληκτοι· και παρακαλούσαν τους αδελφούς που βρίσκονταν μέσα να φύγουν από αυτούς, και οι θύρες άνοιξαν μπροστά τους. Και έλεγαν· «Καλύτερα είναι για εμάς να πεθάνουμε γι’ αυτούς, παρά να παραμελήσουμε την ελευθερία που στάλθηκε από τον Θεό σε ανθρώπους που φυλακίστηκαν άδικα».
Και όταν έγινε νύχτα, οι δύο άνδρες είδαν σε όνειρο ότι στέκονταν μπροστά στον θρόνο στον ουρανό· και είδαν επίσης ότι οι άγγελοι και οι δίκαιοι προσκυνούσαν τον Θεό. Και όταν γονάτισαν και εκείνοι και έπεσαν κατά πρόσωπο ενώπιον του Χριστού, ήλθε προς αυτούς φωνή Θεού, η οποία έλεγε· «Τι σχέση έχει το φως με το σκοτάδι; Ή τι μερίδιο έχει ο πιστός με τον άπιστο; (Β΄ Κορ. 6,14–15). Γιατί λοιπόν αυτός ο φονεύς στέκεται μαζί με τον δίκαιο αυτόν, αφού δεν είναι άξιος αυτής της θεωρίας; Αλλά εσύ, άνθρωπε, φύγε· διότι ιδού, αυτός ο μικρός ανάμεσα στους υιούς σου, που κατέφυγε σε σένα, θα σωθεί εξαιτίας σου».
Και είδαν και άκουσαν και πολλά άλλα, τα οποία το στόμα δεν τολμά να εκφέρει ούτε το αυτί να ακούσει. Και όταν ξύπνησαν, διηγήθηκαν το όνειρο σε εκείνους που ήταν μαζί τους· και όσοι άκουσαν πόσο υπερβολικά ένδοξες ήταν οι διηγήσεις αυτών των ανδρών, θαύμασαν το πώς δύο άνθρωποι μπόρεσαν να αφηγηθούν ένα και το αυτό όνειρο.
Και ο αρχηγός των ληστών παρέμεινε στο μοναστήρι μαζί με τους μοναχούς και έζησε εκεί βίο ασκητικής τελειότητας μέχρι την αναχώρησή του από τον κόσμο· και από λύκος μεταβλήθηκε σε άκακο αρνί. Και επ’ αυτού εκπληρώθηκε η προφητεία του Ησαΐα (11,6–7), ο οποίος είπε· «Ὁ λύκος καὶ τὸ ἀρνίον συναυλισθήσονται, καὶ ὁ λέων ὡς βοῦς φάγεται ἄχυρον».
Και είδαμε επίσης εκεί Αιθίοπες που ζούσαν μαζί με τους μοναχούς, και προόδευσαν σε τέτοιο βαθμό στην ασκητική ζωή, ώστε να εκπληρωθούν επ’ αυτών τα λόγια της Γραφής· «Αἰθιοπία προφθάσει χεῖρα αὐτῆς τῷ Θεῷ» (Ψαλμ. 67,32).
Και σε άλλη περίσταση, όταν οι εθνικοί εξοπλίζονταν εναντίον των χριστιανών εξαιτίας διαφοράς για τα όρια ορισμένων περιοχών, ο μακάριος Απολλώ ήλθε για να συμφιλιώσει τις δύο πλευρές. Τότε ένας από τους αρχηγούς των εθνικών καυχιόταν και έλεγε· «Ποτέ δεν θα υπάρξει ειρήνη, παρά μόνο με τον θάνατο». Και ο μακάριος ανήρ του είπε· «Κατά τον λόγο σου, έτσι ας γίνει· διότι κανείς από τις δύο πλευρές δεν θα πεθάνει, παρά μόνο εσύ· και ο τάφος σου δεν θα είναι η γη, αλλά οι κοιλίες των άγριων θηρίων».
Και συνέβη να πεθάνει εκείνος ο άνθρωπος, και το πρωί βρέθηκε το σώμα του κατασπαραγμένο από γύπες και ύαινες. Και όταν έγινε γνωστή η έκβαση του πράγματος, ευχαρίστησαν τον Θεό και πίστεψαν στον Χριστό, λέγοντας· «Αληθινά, αυτός ο άνθρωπος είναι προφήτης».
Η κατοικία του μακαρίου Απολλώ ήταν παλαιότερα σε ένα σπήλαιο, μαζί με πέντε αδελφούς, τους οποίους είχε οδηγήσει στην πίστη στην έρημο, πριν ακόμη εγκαταλείψει την ερημική ζωή. Και όταν ήλθε η εορτή του Πάσχα και τέλεσαν τη λατρεία του Θεού μέσα στο σπήλαιο, ετοιμάστηκαν να φάνε όση τροφή είχαν· και η τροφή τους ήταν μικρή ποσότητα από ξερό ψωμί και λαχανικά σε άλμη.
Και ο μακάριος Απολλώ τους είπε· «Τέκνα μου, αν είμαστε πιστοί και αληθινοί δούλοι του Χριστού, ας παρακαλέσουμε τον Θεό να μας δώσει ό,τι Εκείνος θελήσει για τροφή». Και αφιέρωσαν όλη την προσευχή τους σε αυτό, θεωρώντας τους εαυτούς τους ανάξιους για ένα τέτοιο χαρισματικό δώρο.
Και όταν ο μακάριος άνδρας προσευχήθηκε με χαρούμενο πρόσωπο και ολοκλήρωσε την προσευχή του, και όλοι είπαν «Αμήν», βρέθηκαν τη νύχτα κάποιοι άνδρες να στέκονται μπροστά στην είσοδο του σπηλαίου· ήταν ξένοι, που κανείς δεν γνώριζε, και έλεγαν ότι είχαν έρθει από μακρινή χώρα. Και είχαν φέρει μαζί τους πράγματα που οι αδελφοί ποτέ δεν είχαν ακούσει και δεν υπήρχαν στη χώρα της Αιγύπτου· δηλαδή διάφορους καρπούς σαν από τον Παράδεισο: σταφύλια, ρόδια, σύκα, καρύδια και αμύγδαλα — τα οποία εκείνον τον καιρό δεν υπήρχαν στην Αίγυπτο — καθώς και μέλι στην κηρήθρα, δοχείο με γάλα (ή βούτυρο), χουρμάδες τεραστίου μεγέθους και δέκα άρτους ακόμη ζεστούς.
Και οι άνδρες που τα έφεραν τα παρέδωσαν λέγοντας ότι τα έστελνε κάποιος μεγάλος, πλούσιος και ένδοξος άνθρωπος, και έπειτα επέστρεψαν με μεγάλη σπουδή στη χώρα τους. Τότε οι άγιοι άνδρες έφαγαν από όσα τους είχαν σταλεί, και η τροφή αυτή τους έφθασε μέχρι την Πεντηκοστή.
Και ενώ θαύμαζαν και έλεγαν· «Πράγματι, αυτά μας στάλθηκαν από τον Θεό», ένας από τους μοναχούς παρακάλεσε τον μακάριο Απολλώ να προσευχηθεί γι’ αυτόν, ώστε να καταστεί άξιος της χάριτος. Και αφού προσευχήθηκε γι’ αυτόν, του δόθηκαν σε τέτοιο βαθμό τα χαρίσματα της ταπεινώσεως, της πραότητας και της μακροθυμίας, ώστε πολλοί θαύμαζαν την τελειότητα της ταπεινώσεως που κατείχε.
Και οι πατέρες μας διηγήθηκαν πολλά για τα μεγάλα και θαυμαστά έργα που επιτέλεσε, και πολλοί αδελφοί μαρτύρησαν για τα θαύματα που πραγματοποίησε.
Λίγο καιρό αργότερα έγινε μεγάλος λιμός στη Θηβαΐδα· και όταν οι κάτοικοι της περιοχής άκουσαν ότι οι μοναχοί που ζούσαν με τον μακάριο άνδρα διαβιούσαν χωρίς να εργάζονται, συγκεντρώθηκαν και ήλθαν σε αυτόν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ζητώντας ελεημοσύνη και τροφή. Και εκείνος, σαν άνθρωπος που δεν φοβόταν μήπως στερηθεί τροφή ούτε ο ίδιος ούτε όσοι ήταν μαζί του, έδινε σε όλους όσοι έρχονταν ό,τι αρκούσε για τον καθένα από μέρα σε μέρα.
Και όταν απέμειναν μόνο τρία καλάθια ψωμί, ενώ ο λιμός εξακολουθούσε να είναι σφοδρός, διέταξε να φέρουν τα καλάθια στη μέση· και διαπίστωσε ότι αρκούσαν μόνον για μία ημέρα τροφής για τους μοναχούς και όσους ήταν μαζί τους. Και ενώπιον όλων των συγκεντρωμένων και όλης της αδελφότητας, είπε με δυνατή φωνή· «Δεν είναι άραγε δυνατή η χείρ του Κυρίου να τα πληθύνει αυτά; Διότι έτσι λέγει το Άγιο Πνεύμα· “Δεν θα λείψει ο άρτος από τα καλάθια αυτά, έως ότου όλοι φάμε νέο άρτο”».
Και όλοι όσοι ήταν παρόντες έλεγαν· «Αληθινά, ο άρτος αρκούσε για να μας θρέψει επί τέσσερις μήνες». Και συνήθιζε να πράττει το ίδιο και με το λάδι και το σιτάρι, μέχρις ότου ο Σατανάς ήλθε και του είπε· «Μήπως είσαι ο Ηλίας ή κάποιος άλλος από τους Προφήτες ή ένας από τους Αποστόλους, ώστε να τολμάς να πράττεις τέτοια;»
Τότε ο μακάριος ανήρ του είπε· «Και γιατί να μην πράττω έτσι; Δεν ήταν άνθρωποι οι άγιοι Προφήτες και οι μακάριοι Απόστολοι; Και δεν μας παρέδωσαν οι Πατέρες την παράδοση ότι έκαναν τέτοια έργα; Ή μήπως ο Κύριός μας είναι κοντά τους κάποτε και μακριά τους άλλες φορές; Σε κάθε καιρό ο Θεός μπορεί να επιτελεί τέτοια έργα, και τίποτε δεν είναι αδύνατο γι’ Αυτόν. Αν λοιπόν ο Θεός είναι αγαθός, γιατί εσύ, διεφθαρμένε, είσαι κακός;»
Γιατί λοιπόν να μην περιγράψω και όσα είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια; Όταν ήλθε η ώρα να αναπαυθούν οι πεντακόσιοι αδελφοί, τα καλάθια προσήλθαν γεμάτα· και αφού οι αδελφοί έφαγαν και χόρτασαν από αυτά, με την ευλογία του μακαρίου ανδρός αποχώρησαν, ενώ τα καλάθια παρέμεναν και πάλι γεμάτα.
Και είναι δίκαιο να περιγράψουμε και ένα ακόμη θαύμα, το οποίο είδαμε εκεί και θαυμάσαμε. Όταν λοιπόν εμείς οι τρεις αδελφοί πορευθήκαμε για να επισκεφθούμε τον μακάριο Απολλώ, οι αδελφοί που βρίσκονταν κοντά του, μόλις μας είδαν από μακριά, μας αναγνώρισαν από τις περιγραφές που είχαν ακούσει από αυτόν σχετικά με την πορεία μας· και μας προϋπάντησαν με χαρά και έψαλαν ύμνους δοξολογίας, διότι τέτοιο ήταν το έθος όλων των αδελφών. Και αφού έπεσαν κατά πρόσωπο στη γη, σηκώθηκαν και μας έδωσαν τον ασπασμό της ειρήνης, και είπαν στους λοιπούς αδελφούς· «Ιδού, ήλθαν οι αδελφοί για τους οποίους μας μίλησε ο Αββάς μας πριν από τρεις ημέρες», διότι είχε πει· «Ιδού, έπειτα από τρεις ημέρες θα έλθουν προς εσάς τρεις αδελφοί από την Ιερουσαλήμ».
Και μερικοί από τους αδελφούς προπορεύονταν μπροστά μας με αγαλλίαση και έψαλλαν ψαλμούς, ενώ άλλοι ακολουθούσαν από πίσω ανταποκρινόμενοι σε αυτούς, μέχρις ότου φθάσαμε στον τόπο όπου βρισκόταν ο μακάριος άνδρας. Και όταν ο πατέρας μας Απολλώ άκουσε τον ήχο της ψαλμωδίας, βγήκε και αυτός να μας προϋπαντήσει, σύμφωνα με το έθος των αδελφών· και όταν μας είδε, εκείνος πρώτος έπεσε βαθιά έως τη γη, άπλωσε το χέρι του, σηκώθηκε, μας ασπάσθηκε και μας οδήγησε μέσα, και προσευχήθηκε, και έπλυνε τα πόδια μας με τα ίδια του τα χέρια, και μας παρακίνησε να αναπαυθούμε και να λάβουμε τροφή, διότι αυτό συνήθιζε να πράττει προς όλους τους αδελφούς που τον επισκέπτονταν.
Οι αδελφοί που βρίσκονταν μαζί του δεν πλησίαζαν αμέσως στη σωματική τροφή, αλλά πρώτα απ’ όλα μεταλάμβαναν όλοι μαζί τη Θεία Ευχαριστία του Χριστού· και αυτό το έπρατταν καθημερινά κατά την ώρα της προσευχής της ενάτης ώρας, και κατόπιν έτρωγαν το γεύμα τους. Και ενώ κάθονταν στο τραπέζι, διδάσκονταν τις εντολές του μέχρι την ώρα του ύπνου· και έπειτα μερικοί από αυτούς έβγαιναν στην έρημο και απήγγελλαν τις Γραφές από μνήμης όλη τη νύχτα, ενώ άλλοι παρέμεναν μαζί του, λαμβάνοντας τροφή και δοξάζοντας τον Θεό μέχρι το πρωί.
Και εμείς οι ίδιοι είδαμε ότι τέτοιοι άνδρες άρχιζαν να ψάλλουν ψαλμούς και ύμνους δοξολογίας το εσπέρας και συνέχιζαν αδιάκοπα μέχρι να χαράξει η ημέρα. Πολλοί από αυτούς κατέβαιναν κατά την ενάτη ώρα, λάμβαναν τη Θεία Ευχαριστία και έπειτα επέστρεφαν στους τόπους τους· και η πνευματική τροφή μόνη τους αρκούσε μέχρι την ενάτη ώρα της επόμενης ημέρας. Έτσι έπρατταν, και πολλοί από αυτούς παρέμεναν χωρίς συνηθισμένη τροφή για πολλές ημέρες, ακόμη και από μία Κυριακή μέχρι την επόμενη.
Και παρατηρήσαμε τη χαρά τους μέσα στην έρημο, με την οποία τίποτε επί της γης και καμία σωματική απόλαυση δεν μπορεί να συγκριθεί· διότι δεν υπήρχε ανάμεσά τους άνθρωπος λυπημένος ή καταβεβλημένος από θλίψη. Και αν κάποιος βρισκόταν σε λύπη, ο πατέρας μας Απολλώ γνώριζε την αιτία και μπορούσε να αποκαλύψει τους κρυφούς λογισμούς της καρδιάς του. Και έλεγε σε αυτόν· «Δεν ταιριάζει σε εμάς να λυπούμαστε για τη λύτρωσή μας, διότι είμαστε εκείνοι που πρόκειται να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών· ας κλαίνε οι Ιουδαίοι και ας θρηνούν οι εργάτες της ανομίας, ενώ οι δίκαιοι ας χαίρονται. Εκείνοι έχουν τη χαρά τους στα επίγεια και καλλιεργούν τα γήινα· γιατί λοιπόν να μη χαιρόμαστε πάντοτε εμείς, που είμαστε άξιοι της μακαρίας ελπίδας, σύμφωνα και με τα παραινετικά λόγια του μακαρίου Αποστόλου Παύλου, ο οποίος μας λέγει· “Πάντοτε χαίρετε, αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε”» (Α΄ Θεσσ. 5,16–18).
Και τι να πει κανείς για τη χάρη που κατοικούσε στους λόγους του μακαρίου Απολλώ, και για τα άλλα ένδοξα χαρίσματά του, τα οποία, λόγω του πλήθους τους, παραλείπουμε να αναφέρουμε και για τα οποία έχουμε ακούσει και από άλλους; Μίλησε μαζί μας για πολλά σχετικά με τον ζήλο στους ασκητικούς αγώνες και μας νουθέτησε πώς πρέπει να δεχόμαστε τους αδελφούς. Μας έλεγε ότι, όταν οι αδελφοί έρχονται να μας επισκεφθούν, είναι πρέπον να κλίνουμε βαθιά ενώπιόν τους· «όχι», έλεγε, «ότι προσκυνούμε εκείνους, αλλά τον Θεό που κατοικεί μέσα τους. Όταν βλέπεις τον αδελφό σου, βλέπεις τον Χριστό».
Και πρόσθετε ότι το έθος να παρακαλούμε τους αδελφούς να εισέρχονται και να αναπαύονται το έχουμε παραλάβει από τον Αβραάμ και τον Λωτ, οι οποίοι παρακάλεσαν τους αγγέλους να μείνουν κοντά τους. Και αν είναι δυνατόν, είναι πρέπον οι μοναχοί να μεταλαμβάνουν καθημερινά τα Μυστήρια του Χριστού· διότι όποιος απομακρύνεται από αυτά, απομακρύνεται από τον Θεό, ενώ όποιος τα λαμβάνει, δέχεται πάντοτε τον Λυτρωτή μας. Διότι η φωνή του Ζωοδότου λέγει· «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ». Και είναι πολύ ωφέλιμο για τους μοναχούς να μνημονεύουν πάντοτε το Πάθος του Λυτρωτή μας, διότι με τη μνήμη αυτή γινόμαστε πάντοτε άξιοι της άφεσης των αμαρτιών μας. Γι’ αυτό είναι δίκαιο να καθιστούμε πάντοτε τον εαυτό μας άξιο να δεχθεί τα άγια Μυστήρια του Λυτρωτή μας.
«Ας μη χαλαρώνει λοιπόν κανείς τις καθιερωμένες νηστείες, εκτός αν υπάρχει λόγος ανάγκης και θλίψεως. Νηστεύουμε την τετάρτη ημέρα της εβδομάδος, διότι τότε οι Ιουδαίοι συνωμότησαν για την προδοσία του Κυρίου μας, και την παραμονή του Σαββάτου, διότι τότε σταυρώθηκε. Όποιος καταλύει αυτές γίνεται όμοιος με τους προδότες και τους Ιουδαίους. Αν όμως ο αδελφός σου έλθει σε καιρό νηστείας και έχει ανάγκη αναψυχής, έστω κι αν η ώρα δεν είναι κατάλληλη, στρώσε του την τράπεζα και άφησέ τον να φάγει μόνος· και αν δεν το θελήσει, μην τον εξαναγκάσεις, διότι αυτό αποτελεί καθολική παράδοση φιλοξενίας».
Και ο μακάριος άνδρας επέπληττε αυστηρά εκείνους που φορούσαν εκλεπτυσμένα υφαντά ενδύματα και περιποιούνταν τα μαλλιά τους έτσι ώστε να φαίνονται στους ανθρώπους ότι νηστεύουν· και τους αποκαλούσε ζητητές της ανθρώπινης κενοδοξίας. Διότι οι μοναχοί οφείλουν να ταπεινώνουν το σώμα τους με νηστεία και εγκράτεια και να εργάζονται τα αγαθά εν κρυπτώ· ενώ όσοι δεν πράττουν έτσι, φανερώνουν τον εαυτό τους μόνο στο πλήθος.
Και τι δύναται να ειπεί κανείς για όλες τις διδαχές του μακαρίου ανδρός, οι οποίες ήσαν σύμφωνες με τον βίο και τα έργα του, και τις οποίες είναι αδύνατον να καταγράψει άνθρωπος, ή ακόμη και να μνημονεύσει όπως αρμόζει; Πολλές φορές συνομιλήσαμε μαζί του καθ’ όλη τη διάρκεια του Σαββάτου, και όταν μας προέπεμπε κατά την αναχώρησή μας, μας είπε· «Εἰρήνη ἔστω μεταξύ σας, και ας μη χωριστεί κανείς από τον σύντροφό του καθ’ οδόν». Έπειτα είπε προς τους αδελφούς που ήσαν μαζί του· «Ποιος από εσάς επιθυμεί εκουσίως να συνοδεύσει αυτούς τους αδελφούς προς τους λοιπούς πατέρες;»
Και σχεδόν όλοι οι αδελφοί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, επιθύμησαν με ζήλο να έλθουν μαζί μας και να μας συνοδεύσουν· όμως ο άγιος Απολλώ εξέλεξε τρεις από αυτούς, άνδρες ισχυρούς στους ασκητικούς τους κόπους και συνετούς στον λόγο. Αυτοί ήσαν γνώστες των γλωσσών των Ελλήνων, των Ρωμαίων και των Αιγυπτίων. Και αφού τους έστειλε μαζί μας, τους παρήγγειλε να μη μας εγκαταλείψουν, έως ότου δούμε όλους τους πατέρες που επιθυμούσαμε και χαρούμε με τη συναναστροφή τους. Πράγματι, θα ήταν αδύνατον για άνθρωπο να δει όλους τους πατέρες, ακόμη και σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τότε μας ευλόγησε και μας απέστειλε λέγοντας· «Εὐλογήσαι ὑμᾶς Κύριος ἐκ Σιών, καὶ ἴδοιτε τὰ ἀγαθὰ Ἰερουσαλήμ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν» (Ψαλμ. 128,5).
Καθώς πορευόμασταν στην έρημο, κατά το μεσημβρινό χρόνο, είδαμε ξαφνικά τα ίχνη ενός τεράστιου όφεως, ο οποίος είχε κεισθεί στην άμμο σαν κορμός ξύλου, και φοβηθήκαμε. Οι αδελφοί όμως που ήσαν μαζί μας μάς ενθάρρυναν λέγοντας· «Μη φοβείσθε, αλλά ελάτε να δείτε πώς θα τον θανατώσουμε με την πίστη· διότι με τα ίδια μας τα χέρια έχουμε φονεύσει πολλά φίδια, ασπίδες και οχιές, ώστε να εκπληρωθεί ο λόγος· “Ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ”» (Λουκ. 10,19).
Εμείς όμως, λόγω του τρόμου μας, παρακαλέσαμε τους αδελφούς να συνεχίσουμε ευθύς την πορεία μας και να μη ακολουθήσουμε τα ίχνη του όφεως. Ένας όμως από αυτούς απομακρύνθηκε και άρχισε να ανιχνεύει το θηρίο από τα ίχνη του, έως ότου στάθηκε επάνω από τη φωλιά του, και μας παρακάλεσε να πάμε να το δούμε. Οι αδελφοί μάς παρότρυναν και πήγαμε με φόβο. Τότε κάποιος αδελφός ήλθε να μας συναντήσει και μας οδήγησε στο μοναστήρι, λέγοντάς μας· «Δεν δύνασθε να αντισταθείτε στην επίθεση του όφεως, διότι έχει μήκος δεκαπέντε πήχεις, και ποτέ δεν είδα μεγαλύτερο φίδι από αυτό». Σύμφωνα με τα λόγια του μείναμε στον τόπο μας.
Ο αδελφός που είχε εντοπίσει τη φωλιά του όφεως παρακάλεσε εκείνον να μας επιτρέψει να πάμε να τον θανατώσουμε και μας επέπληξε για την ολιγοπιστία μας· εκείνος όμως τον απέστειλε πίσω και έπειτα μας οδήγησε όλους στο μοναστήρι του, όπου μας ανέπαυσε, και μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:
Κατά τους παλαιούς χρόνους ζούσε στο μοναστήρι αυτό ένας άγιος άνθρωπος, ονομαζόμενος Αμμών, ο οποίος και με μετέστρεψε. Ληστές τον παρενοχλούσαν συχνά, διότι του έκλεβαν τα ενδύματα και την τροφή του, και εξαιτίας αυτών των επιθέσεων αποσύρθηκε βαθύτερα στην έρημο. Τότε έφερε δύο μεγάλους όφεις και τους διέταξε να φυλάσσουν την είσοδο του κελλίου του. Όταν οι ληστές ήλθαν, κατά τη συνήθειά τους, είδαν τους όφεις και, από τον φόβο τους, έπεσαν κατά πρόσωπο στη γη. Τότε ο μακάριος εξήλθε, τους είδε και τους ήλεγξε λέγοντας· «Δείτε πόσο χειρότεροι είστε από τα φίδια! Αυτά υπακούουν, για χάρη του Θεού, στην εντολή μας, ενώ εσείς ούτε τον Θεό φοβείσθε ούτε τους δούλους Του σέβεσθε». Και τους έβαλε στο κελλί του, τους έθρεψε, τους νουθέτησε και τους προέτρεψε να αλλάξουν τον τρόπο της ζωής τους. Και αμέσως μετανόησαν, εγκαταστάθηκαν σε μοναστήρι και προόδευσαν περισσότερο από πολλούς στα πνευματικά έργα, ώστε στο τέλος να αξιωθούν και αυτοί της χάριτος των θαυμάτων.
Άλλη φορά οι κάτοικοι της περιοχής ήλθαν στον μακάριο Αμμών και του παραπονέθηκαν για έναν άλλον όφι, ζητώντας του να τον εξοντώσει, διότι κατέστρεφε τα πρόβατα και τα βόδια τους. Εκείνος όμως, θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο, τους απέπεμψε και εκείνοι έφυγαν λυπημένοι. Το πρωί όμως σηκώθηκε και πήγε στον τόπο απ’ όπου περνούσε ο όφις και γονάτισε εκεί προσευχόμενος. Όταν ο όφις ήλθε, κατά τη συνήθειά του, και είδε τον άγιο, φύσηξε επάνω του, συρίττοντας, και όρμησε τρεις φορές να τον κτυπήσει. Τότε ο μακάριος του είπε με παρρησία· «Ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μέλλων καταργῆσαι τὸν μέγαν ὄφιν, αὐτὸς καὶ σὲ καταργήσει». Και αμέσως, μόλις εξεστόμισε τον λόγο, ο όφις διαρράγη και εξεχύθη όλη η χολή και το αίμα του. Όταν ήλθαν οι κάτοικοι και τον είδαν, θαύμασαν· και κατ’ εντολή του αγίου, εξαιτίας της δυσωδίας, σκέπασαν το σώμα του με άμμο, διότι χωρίς τον λόγο του Αββά Αμμών δεν θα τολμούσαν να πλησιάσουν το ερπετό, έστω και νεκρό.
Και κάποτε, ενώ ένας νέος έβοσκε πρόβατα, είδε τον όφι εκείνον, έμεινε κατάπληκτος και σωριάστηκε στη γη άφωνος. Οι συγγενείς του τον αναζήτησαν και τον βρήκαν το δειλινό σε άθλια και έντρομη κατάσταση, και τον έφεραν στον μακάριο Αμμών, λέγοντας ότι αγνοούσαν την αιτία. Ο άγιος προσευχήθηκε, τον άλειψε με έλαιο, και ο νέος θεραπεύθηκε και διηγήθηκε όσα του είχαν συμβεί. Για τον λόγο αυτό ιδιαιτέρως ο άγιος αναγκάστηκε να εξοντώσει τον όφι.
Εδώ τελειώνουν οι θρίαμβοι του μακαρίου Απολλώ και του Αμμών.



