Άγιος Αρσένιος Μητροπολίτης Ροστώβ, 28 Φεβρουαρίου
Ο Μητροπολίτης Αρσένιος (κατά κόσμον Αλέξανδρος Ιβάνοβιτς Ματσιέγιεβιτς, ή Μασκέεβιτς, ή Ματσιέβιτς· 1697, Βλαδίμηρος-Βολυνσκί — 28 Φεβρουαρίου (10 Μαρτίου) 1772, Ρέβελ) ήταν επίσκοπος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και μητροπολίτης Ροστόφ και Γιαροσλάβλ.
Καθαιρέθηκε από το ιερατικό του αξίωμα επειδή αντιτάχθηκε στην εκκοσμίκευση της μοναστηριακής περιουσίας και πέθανε σε εγκλεισμό. Το 2000 ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ως ιερομάρτυρας.
Βιογραφία
Γεννήθηκε το 1697 στον Βλαδίμηρο-Βολυνσκί, σε οικογένεια ορθόδοξου ιερέα. Καταγόταν από πολωνική σλαχτά (κατά άλλη εκδοχή, από δυτικορωσική ορθόδοξη αριστοκρατία). Ο πατέρας του, Ιωάννης Ματσιέγιεβιτς, ήταν ιερέας στον ναό του Σωτήρος στο Βλαδίμηρο. Έλαβε καλή μόρφωση· φοίτησε στη θεολογική σχολή του Βλαδίμηρου-Βολυνσκί, στη σχολή ρητορικής του Λβιβ και κατόπιν στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου.
Το 1716 στάλθηκε στην επαρχία Τσερνίγκοφ, στη Μονή του Σωτήρος στο Νοβγκορόντ-Σεβέρσκι, ως κήρυκας. Εκεί ο αρχιμανδρίτης Γεννάδιος (Στεφάνοβιτς) τον εκάρη μοναχό με το όνομα Αρσένιος. Στη μονή ο μοναχός Αρσένιος είχε διακόνημα στο αναλόγιο, κήρυττε και δίδασκε στα παιδιά τη λατινική γλώσσα.
Το 1717 ο μοναχός Αρσένιος στάλθηκε στο Τσερνίγκοφ προς τον αρχιεπίσκοπο Αντώνιο (Σταχόφσκι) και χειροτονήθηκε από αυτόν ιεροδιάκονος. Συνδέθηκε γρήγορα με τον αρχιεπίσκοπο, ο οποίος ήταν φίλος του μητροπολίτη Στεφάνου (Γιαβόρσκι). Υπό την επιρροή του αρχιεπισκόπου Αντωνίου αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του.
Το 1718 επέστρεψε στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου «για να παρακολουθήσει φιλοσοφία και θεολογία». Εκεί, με την ευλογία του αρχιεπισκόπου Κιέβου Βαρλαάμ (Βονατόβιτς), χειροτονήθηκε το 1723 ιερομόναχος στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο. Το 1726 ολοκλήρωσε τις ακαδημαϊκές του σπουδές.
Στα τέλη του 1729 επέστρεψε στην επαρχία Τσερνίγκοφ και τοποθετήθηκε στη Μονή Αγίας Τριάδος-Ηλίου στο Τσερνίγκοφ. Ήδη όμως το 1730 στάλθηκε στο Τομπόλσκ για κηρυκτικό έργο, όπου έζησε τρία χρόνια ως κήρυκας και διδάσκαλος.
Το 1733, επιστρέφοντας από τη Σιβηρία, ταξίδεψε στο Ουστιούγκ, στο Χολμογκόρι και στη Μονή Σολοβέτσκι, όπου διεξήγαγε θεολογικές αντιπαραθέσεις με τους εκεί φυλακισμένους παλαιοπίστους (σχισματικούς).
Κατά τα έτη 1734–1736 συμμετείχε στη Δεύτερη Αποστολή της Καμτσάτκα υπό τον Βίτους Μπέρινγκ. Το 1736 συνελήφθη και μεταφέρθηκε από το Πουστοζέρσκ στο Ναυαρχικό Κολέγιο για μυστική υπόθεση, αλλά αναγνωρίστηκε αθώος. Λόγω ασθενείας (σκορβούτο) απαλλάχθηκε από τη ναυτική υπηρεσία το 1737 και τοποθετήθηκε κοντά στον επίσκοπο Βολογκντά Αμβρόσιο (Γιουσκέβιτς). Από το 1738 υπήρξε συνοδικός ιερομόναχος και καθηγητής θρησκευτικών στην Ακαδημαϊκή Γυμνασία της Αγίας Πετρούπολης.
Από το 1738 ασχολήθηκε με τον έλεγχο του κλήρου ως προς την ηθική και ακαδημαϊκή του επάρκεια για το αξίωμα που κατείχε, καθώς και με τη νουθέτηση όσων απομακρύνονταν από την Ορθοδοξία. Οι ανακρίσεις μπορούσαν να φθάσουν μέχρι και σε βασανιστήρια· έτσι, ο ιερομόναχος Αρσένιος «υπέβαλε σε βασανιστήρια τον ηγούμενο της Γιαροσλάβλ Τρύφωνα, γέροντα 85 ετών, και τον βασάνισε τόσο ώστε ο Τρύφων πέθανε. Ο τοπικός αρχιερέας υπέβαλε καταγγελία στην Αγία Σύνοδο· η Σύνοδος αποφάσισε στο εξής να βασανίζονται οι κληρικοί με περισσότερη επιείκεια».
Τον Μάρτιο του 1741, κατά την αντιβασιλεία της Άννας Λεοπολντόβνα, ο Αρσένιος χειροτονήθηκε επίσκοπος Σιβηρίας και Τομπόλσκ, με ανύψωση στον βαθμό του μητροπολίτη. Η επιλογή του οφειλόταν όχι μόνο στη γνωριμία του με τη Σιβηρία, αλλά και στο ότι λίγο νωρίτερα είχε αρνηθεί να ορκιστεί πίστη στον δούκα Βίρωνα, αντιβασιλέα του ανήλικου Ιωάννη Αντόνοβιτς.
Αργότερα ο Αρσένιος Ματσιέγιεβιτς αρνήθηκε να ορκιστεί και στην Ελισάβετ Πετρόβνα, θεωρώντας ταπεινωτική για τον αρχιερατικό βαθμό τη διατύπωση: «ομολογώ με όρκο ότι ο έσχατος κριτής του παρόντος Κολλεγίου είναι η ίδια η Αυτοκράτειρα πάσης της Ρωσίας». Αντ’ αυτής πρότεινε τη διατύπωση: «ομολογώ με όρκο ότι ο Έσχατος Κριτής και Νομοθέτης της πνευματικής αυτής εκκλησιαστικής διοίκησης είναι ο ίδιος ο Κύριος Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, ο πλήρης Κεφαλή της Εκκλησίας και Μέγας Αρχιερέας και Βασιλεύς». Διευκρίνισε ακόμη ότι στην κοσμική εξουσία αρκεί να ορκίζεται κανείς πίστη και υπακοή κατά το μέτρο που αυτό ορίζεται στο Ευαγγέλιο και στους Αποστόλους. Τον όρο «Έσχατος Κριτής», όταν αποδιδόταν στον αυτοκράτορα, τον θεωρούσε υπερβολική κολακεία σε βάρος του Χριστού.
Η Ελισάβετ του επέτρεψε να μην προφέρει την επίμαχη φράση, ωστόσο ο ίδιος δεν έδωσε ποτέ όρκο. Παρά ταύτα, αυτό δεν επηρέασε άμεσα την πορεία του: το 1742 κήρυξε επανειλημμένα κατά τους εορτασμούς της στέψης και στη συνέχεια μετατέθηκε στο Ροστόφ, λαμβάνοντας και τον τίτλο του μέλους της Αγίας Συνόδου. Από το 1742 έως το 1763 διετέλεσε μητροπολίτης Ροστόφ. Με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε στη Μονή του Σωτήρος στη Γιαροσλάβλ η Θεολογική Σλαβο-Λατινική Σχολή. Θεωρείται δραστήριος διαφωτιστής, αν και ορισμένοι ιστορικοί τον παρουσίασαν ως αντίπαλο της ίδρυσης θεολογικών σχολών, επισημαίνοντας και το κλείσιμο λατινικής σχολής στο Ροστόφ. Το 1759 συγκρούστηκε με τον πρύτανη της Σχολής της Γιαροσλάβλ, Βλαδίμηρο (Καλλιγράφο), του οποίου τη διδασκαλία χαρακτήρισε «ιουδαΐζουσα και καλβινιστική».
Το 1752 ο μητροπολίτης Αρσένιος υπήρξε οργανωτής της ανακομιδής των λειψάνων του αγίου Δημητρίου του Ροστόφ.
Ως ο μόνος από τους αρχιερείς που αντιτάχθηκε ανοιχτά στην εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής περιουσίας επί Αικατερίνης Β΄, από τις 5 (16) Μαρτίου 1763 υπέβαλλε αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες στην Αγία Σύνοδο κατά της αφαίρεσης των μοναστηριακών κτημάτων και της επέμβασης κοσμικών προσώπων σε πνευματικές υποθέσεις. Ιδιαίτερα επιτέθηκε στον πρόεδρο του Κολλεγίου της Οικονομίας Μούσιν-Πούσκιν, αποκαλώντας τον «Τούρκο». Εφόσον επικεφαλής της τοπικής Ρωσικής Εκκλησίας, μετά την ίδρυση της Συνόδου, ήταν ο μονάρχης («έσχατος κριτής»), η εκκοσμίκευση πραγματοποιήθηκε με τη συγκατάθεση της Αγίας Συνόδου.
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας, πριν ακόμη υποβάλει τις αναφορές του, πρόσθεσε στις καθιερωμένες αναθεματίσεις κατά των αιρετικών και «ανάθεμα εις τους καταπατητές των εκκλησιών και των μονών». Η αυτοκράτειρα Αικατερίνη, πληροφορούμενη τις ενέργειές του, τον αποκάλεσε «υποκριτή, πανούργο και φιλόδοξο μανιακό ψεύτη». Η Αγία Σύνοδος συντάχθηκε με την αυτοκράτειρα.
Η Σύνοδος υπέβαλε αναφορά και η αυτοκράτειρα διέταξε να δικαστεί από την ίδια ως μέλος της και «κακόβουλος εγκληματίας». Στα μέσα Μαρτίου στάλθηκε στο Ροστόφ αξιωματικός με διαταγή να μεταφερθεί ο Αρσένιος στη Μόσχα, χωρίς να πάρει μαζί του παρά μόνον τρεις απολύτως αναγκαίους υπηρέτες, ενώ η αλληλογραφία του σφραγίστηκε και κατασχέθηκε.
Στις 14 Απριλίου, κατά την άφιξή του στη Μόσχα, κρατήθηκε υπό αυστηρή φρούρηση στη Μονή Σιμόνοφ ως εγκληματίας. Παρουσία της αυτοκράτειρας και ανώτατων αξιωματούχων, ο Αρσένιος υπερασπίστηκε με τόση τόλμη τις θέσεις του ώστε —κατά τις πηγές— του «έφραξαν το στόμα».
Την ίδια ημέρα η Σύνοδος αποφάσισε την καθαίρεσή του από τον αρχιερατικό βαθμό, την απογύμνωσή του από το μοναχικό σχήμα και την παράδοσή του σε κοσμικό δικαστήριο, όπου για προσβολή της Μεγαλειότητος προβλεπόταν θανατική ποινή. Η Αικατερίνη όμως, επικαλούμενη τη «μεγαλοψυχία και φυσική της ευσπλαχνία», τον απάλλαξε από τη θανατική καταδίκη και διέταξε να του παραμείνει μόνον ο μοναχικός βαθμός και να εξοριστεί σε απομακρυσμένη μονή υπό επιτήρηση. Αρχικά εξορίστηκε στη Μονή Φεραπόντοφ και κατόπιν στη Μονή Νικολάεφ-Κορέλσκι.
Στην εξορία συνέχισε να επικρίνει δριμύτατα την πολιτική της Αικατερίνης, ιδίως για την κράτηση του πρώην αυτοκράτορα Ιωάννη Αντόνοβιτς, ο οποίος φονεύθηκε στη φυλακή κατά απόπειρα απελευθέρωσής του. Ο Αρσένιος επαίνεσε την πράξη του υπολοχαγού Μιρόβιτς και καταδίκασε την εκτέλεσή του.
Το 1767 αποσχηματίστηκε πλήρως, υποβιβάστηκε σε αγρότη και φυλακίστηκε στο φρούριο του Ρέβελ με το όνομα «κάποιου χωρικού» Ανδρέα Βραλ.
Απεβίωσε στις 28 Φεβρουαρίου (10 Μαρτίου) 1772 και ετάφη στο Τάλιν (Ρέβελ), στο παρεκκλήσιο της Κοιμήσεως του ναού του Αγίου Νικολάου.
Κηρύγματα και θεολογικά έργα
Ο Αρσένιος Ματσιέγιεβιτς ήταν γνωστός ως χαρισματικός και δυναμικός κήρυκας. Κατά τα έτη 1742–1761 κήρυττε ενεργά στην αυτοκρατορική αυλή. Σύμφωνα με τον Ευγένιο (Μπολχοβιτίνοφ), επτά από τα κηρύγματά του τυπώθηκαν όσο ζούσε, το 1742, 1744 και 1749. Σήμερα είναι γνωστοί δώδεκα τόμοι χειρόγραφων αντιγράφων των κηρυγμάτων του (1746–1761), οι οποίοι φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη της Λαύρας της Αγίας Τριάδος-Σεργίου.
Είναι επίσης γνωστά τα έργα του κατά των Παλαιοπίστων. Σε αυτά περιλαμβάνονται: το «Νουθετικόν» προς τον σχισματικό ηγούμενο Ιωάσαφ (1734), ο πρόλογος στη διορθωμένη από τον ίδιο έκδοση του έργου «Έλεγχος της πλάνης των σχισματικών» του αρχιεπισκόπου Τβερ Φεοφύλακτου (1745) και το «Συμπλήρωμα ελέγχου των απαντήσεων των σχισματικών, που προτάθηκαν από τους ψευδοευσεβείς της Βυγκορέτσκ το 1723».
Κατά του Λουθηρανισμού έγραψε το έργο «Αντίκρουση κατά του λουθηρανικού λιβέλλου, αποκαλούμενου “Σφυρί”», το οποίο ο Φιλάρετος (Γκουμιλιέφσκι) χρονολογεί περίπου στα έτη 1745–1753.
Η ιεραποστολική δράση του Αρσενίου Ματσιέγιεβιτς αξιολογείται ποικιλοτρόπως:
Κατά τον συγγραφέα του «Συμπληρώματος», η στάση του έναντι του παλαιοπιστισμού διακρινόταν από αυστηρότητα που έφθανε έως τη σκληρότητα. Υποστήριζε ότι οι σχισματικοί, ως εχθροί της Εκκλησίας και του κράτους, έπρεπε να εξαλείφονται με το «πνευματικό και πολιτικό ξίφος», ώστε να αποτραπεί κάθε δυνατότητα διάδοσης και ενίσχυσης του σχίσματος. Μάλιστα, η εξάλειψή τους όφειλε να γίνεται με μεγαλύτερη επιμέλεια και επιμονή από ό,τι εκείνη των Ιουδαίων και άλλων αιρετικών που ζούσαν εντός της Ρωσίας, εφόσον οι τελευταίοι —γεννημένοι στην πλάνη— δεν παρέσυραν Ορθοδόξους ούτε έβλαπταν την Εκκλησία και το κράτος. Οι δε σχισματικοί, κατά τη γνώμη του, άξιζαν όχι μόνο αιώνια αλλά και πρόσκαιρα βασανιστήρια και εκτέλεση.
Άλλη πηγή αναφέρει ότι ο ιεράρχης διαπίστωσε πως στο ποίμνιο του Ροστόφ υπήρχαν πολλοί σχισματικοί· λόγω έλλειψης σχολείων ο λαός βρισκόταν σε βαθιά άγνοια και ο κλήρος δεν ανταποκρινόταν στο ύψος της αποστολής του. Ο μητροπολίτης Αρσένιος φρόντισε ώστε η Εκκλησία να καταστεί παιδαγωγός του λαού.
Σύμφωνα με νεότερη βιογραφία του, εργάστηκε πολύ για τη λαϊκή παιδεία, υπήρξε ζηλωτής κήρυκας και ένθερμος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας κατά των Λουθηρανών και των Παλαιοπίστων. Στον αγώνα του εναντίον των τελευταίων ενήργησε ως άνθρωπος της σκληρής εποχής του, εναποθέτοντας συχνά την ελπίδα του στη βία. Όπως δεν λυπήθηκε τον εαυτό του όταν οι ισχυροί του κόσμου στράφηκαν εναντίον του, έτσι και όταν ο ίδιος κατείχε ισχύ δεν θεωρούσε δυνατό να φεισθεί των αντιπάλων του. Όταν επρόκειτο για πλούσιους και επιφανείς Παλαιοπίστους, τους κρατούσε επί μακρόν φυλακισμένους με την εξουσία του, παρά τις καταγγελίες που υποβάλλονταν εναντίον του σε εκκλησιαστικές και κοσμικές αρχές.
Αποκατάσταση και αγιοκατάταξη
Στις 28 Ιουνίου 1918, από την Πανρωσική Τοπική Σύνοδο, αποκαταστάθηκε στο αρχιερατικό του αξίωμα, καθώς αναγνωρίστηκε ότι είχε καθαιρεθεί για πολιτικούς λόγους.
Η Ιωβηλαία Σύνοδος των Αρχιερέων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον Αύγουστο του 2000, αποφάσισε την εγγραφή του στο αγιολόγιο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για πανορθόδοξη τιμή, μεταξύ άλλων, ως ιερομάρτυρα Αρσένιο του Ροστόφ.
Η μνήμη του ιερομάρτυρα Αρσενίου του Ροστόφ τιμάται στις 28 Φεβρουαρίου (12 Μαρτίου σε δίσεκτο έτος, 13 Μαρτίου σε μη δίσεκτο έτος).
Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Κιέβου, στην Τοπική Σύνοδο του 2004, αγιοκατέταξε επίσης τον Αρσένιο Ματσιέγιεβιτς ως νεομάρτυρα.






