Άγιος Άνθιμος ο Νεοομολογητής, Μητροπολίτης Αθηνών και Ευρίπου και Πρόεδρος Κρήτης, 22 Νοεμβρίου
Η Φραγκοκρατία (1204–1489) υπήρξε μια σκοτεινή και συνάμα τραγική περίοδος για την Εκκλησία της Ελλάδος. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1204 κατά την Δ΄ Σταυροφορία, οι Λατίνοι κατέλαβαν και άλλα εδάφη της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου προσπάθησαν να επιβάλουν την παπική εξουσία στους Ορθοδόξους. Ένα από αυτά ήταν το Δουκάτο των Αθηνών (1205–1458), με πρωτεύουσες τη Θήβα και την Αθήνα, και περιλαμβάνοντας την Αττική, τη Βοιωτία και τμήματα της νότιας Θεσσαλίας. Το 1311 το Δουκάτο κατακτήθηκε από την Καταλανική Εταιρεία και το 1388 πέρασε στα χέρια της φλωρεντινής οικογένειας Acciaiuoli, που το κράτησε μέχρι την οθωμανική κατάκτηση του 1456. Από τους μεγάλους ομολογητές της Ορθόδοξης πίστης εκείνης της εποχής υπήρξε ένας σχεδόν άγνωστος άγιος: ο Μητροπολίτης Άνθιμος Αθηνών και Ευρίπου.
Γεννήθηκε στην Κρήτη στις αρχές του 14ου αιώνα. Για λόγους που δεν γνωρίζουμε, βρέθηκε στην Αθήνα, όπου διορίστηκε Μητροπολίτης της τότε ασήμαντης Μητροπόλεως Αθηνών και Ευρίπου (Εύβοια), ποιμαίνοντας μεταξύ των ετών 1339–1366.
Η Αθήνα τότε βρισκόταν υπό καταλανική κυριαρχία. Οι Καταλανοί δεν επέτρεπαν την παρουσία Ορθόδοξου Μητροπολίτη, παρά μόνον παπικού, ή Ορθοδόξου με λατινόφρονα φρόνημα. Έτσι καθαίρεσαν και εκδίωξαν τον Άνθιμο, ο οποίος ήταν ακλόνητος στην Ορθοδοξία και σφοδρός πολέμιος των παπικών κακοδοξιών. Μετά από περιπλανήσεις σε πολλά μέρη, κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε ανακτηθεί από τους Ρωμαίους το 1261. Εκεί προσκολλήθηκε στον άγιο Πατριάρχη Φιλόθεο Κόκκινο (1364–1376) και έγινε μέλος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Ασπάστηκε τις ησυχαστικές διδασκαλίες του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά (1296–1359), έγινε υποστηρικτής του ησυχαστικού κινήματος και πολέμησε σθεναρά τους αιρετικούς ανθισταυροησυχαστές.
Το 1363 ξέσπασε η γνωστή Επανάσταση του Αγίου Τίτου στην Κρήτη, όπου οι Ορθόδοξοι Κρητικοί εξεγέρθηκαν ενάντια στους τυραννικούς Ενετούς κατακτητές, τους οποίους και νίκησαν, ανακηρύσσοντας την Ανεξάρτητη Πολιτεία της Κρήτης. Παράλληλα, οι επαναστάτες όρισαν ως επίσημη θρησκεία την «ἁγιωτάτην των αυτοχθόνων Ἑλλήνων», δηλαδή την Ορθοδοξία, καταργώντας τις λατινικές επισκοπές που είχαν επιβληθεί στη θέση των ορθοδόξων και κηρύττοντάς τες παράνομες. Αυτό θεωρήθηκε από τον Πάπα «εξέγερση κατά του Θεού» και κήρυξε «Ιερό Πόλεμο» κατά των Κρητών. Επειδή οι Ενετοί δεν διέθεταν αρκετά στρατεύματα, κάλεσαν και μουσουλμάνους μισθοφόρους, που διέπραξαν ανήκουστες θηριωδίες με την ανοχή των παπικών Ενετών, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την επόμενη χρονιά ξέσπασε η επανάσταση των Καλλέργηδων, απογόνων των Φωκάδων, του ηρωικού αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (912–969), που είχε απελευθερώσει την Κρήτη από τους Σαρακηνούς. Οι Φωκάδες είχαν τότε μετονομαστεί σε Καλλέργηδες.
Για να ολοκληρώσουν το έργο τους, οι Κρητικοί επαναστάτες ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να τους στείλει Ορθόδοξο Μητροπολίτη. Ζήτησαν μάλιστα ειδικά τον συμπατριώτη τους Άνθιμο. Το Πατριαρχείο ανταποκρίθηκε θετικά και το 1366 τον απέστειλε στην Κρήτη, τοποθετώντας τον Πρόεδρο της Μητροπόλεως Κρήτης, εκτιμώντας την αγιότητα, την εκκλησιαστική αγάπη και την ομολογιακή του στάση.
Η άφιξή του στην Κρήτη γέμισε με ενθουσιασμό τους Κρητικούς. Πλήθη λαού — κληρικοί και λαϊκοί, πλούσιοι και φτωχοί — με αναμμένα κεριά στο χέρι τον υποδέχθηκαν στο λιμάνι, υμνολογώντας τον Θεό και βλέποντάς τον ως δώρο από τον Ουρανό.
Ο δραστήριος Ιεράρχης, με άσβεστη φλόγα πίστης και πατριωτισμού στην καρδιά του, όρισε συνεργάτες και άρχισε την ανασυγκρότηση της Εκκλησίας, που είχε κατακερματιστεί από τους παπικούς Ενετούς. Αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του. Το 1367 οι Ενετοί, με τη βοήθεια άλλων δυτικών και με την υποστήριξη του Πάπα, εισέβαλαν ξανά στην Κρήτη, την κατέλαβαν, συνέλαβαν τους επαναστάτες και, ύστερα από φρικτά βασανιστήρια, τους θανάτωσαν, καταλύοντας το νέο κρητικό κράτος. Άρχισε νέα περίοδος ενετοκρατίας, χειρότερη από την πρώτη. Οι Ορθόδοξοι έχασαν όλες τις ελευθερίες τους και φυσικά την ελευθερία της πίστης τους. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι καθαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από Λατίνους. Ανάμεσά τους και ο Μητροπολίτης Άνθιμος.
Ο ηρωικός Μητροπολίτης ανέλαβε να στηρίξει το μαρτυρικό του ποίμνιο. Ενίσχυε με πολλούς τρόπους τη σθεναρή αντίσταση των Κρητών και ταυτόχρονα εξαπέλυε αδυσώπητο αγώνα κατά της λατινικής (παπικής) αιρέσεως. Σύμφωνα με το «Χρονικό» της εποχής: «Παρεκίνει τους Κρητικούς να απέχουν της κοινωνίας των Λατίνων, δια τας ετεροδόξους αυτών διδασκαλίας». Αυτό ήταν και το «έγκλημά» του, διότι οι Λατίνοι υποχρέωναν τους πιστούς να υποταχθούν στους παπικούς επισκόπους και να λειτουργούνται σε παπικές εκκλησίες. Οι ενετικές αρχές τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν δεσμώτη στον παπικό «επίσκοπο» της Κάντια (Ηρακλείου).
Ο παπικός «επίσκοπος» προσπάθησε με δόλο να τον προσεταιριστεί ώστε να τον εκλατινίσει. Του υποσχέθηκε τιμές, πλούτη και παραμονή στον θρόνο του, αν δεχόταν τις παπικές διδασκαλίες. Ο Άνθιμος αρνήθηκε με ηρωική ομολογία. Γεμάτος οργή ο ψευδεπίσκοπος διέταξε να τον ρίξουν σε βαθύ λάκκο, για να τον φοβίσει και να κάμψει την αντίστασή του.
Ο λάκκος ήταν φυσική στενή και βαθιά οπή, στην οποία κατέβαινε κανείς μόνο δεμένος με σχοινιά. Ο Άνθιμος ρίχθηκε γυμνός και χωρίς καμία προμήθεια. Ήταν τόσο στενός που δεν μπορούσε να ξαπλώσει παρά μόνο να στέκεται ή να γονατίζει. Του έδιναν ελάχιστο φαγητό και νερό σε αραιά διαστήματα. Το μαρτύριο ήταν φρικτό και ο άγιος υπέμενε προσευχόμενος και ευχαριστώντας τον Κύριο που τον αξίωνε να πάσχει για την αγάπη Του.
Έμεινε στον λάκκο έναν χρόνο. Ο παπικός επίσκοπος, πιστεύοντας ότι ο Άνθιμος θα είχε πλέον λυγίσει, τον ανέκρινε ξανά. Αλλά ο άγιος παρέμεινε ακλόνητος. Προσπάθησε μάλιστα να τον εξαπατήσει λέγοντας ότι, όσο ήταν στον λάκκο, δήθεν έγινε «η ένωση των Εκκλησιών». Ο Άνθιμος κατάλαβε το ψέμα, τον έλεγξε, και ο ψευδεπίσκοπος διέταξε να ριχτεί ξανά στον λάκκο.
Πέρασαν δύο χρόνια ακόμη. Ο άγιος ανακρίθηκε για τρίτη φορά και για τρίτη φορά ομολόγησε ακλόνητα την πίστη. Τότε ο παπικός επίσκοπος, έξαλλος, διέταξε να μείνει ο Άνθιμος για πάντα στον λάκκο και να μην ασχοληθεί κανείς ξανά με αυτόν.
Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του, ως ομολογητής και μάρτυρας, το 1370 ή 1371. Αλλά ο παπικός επίσκοπος δεν ησύχασε ούτε μετά τον θάνατο του Αγίου, γιατί ο λάκκος έγινε τόπος προσκυνήματος για τους Ορθοδόξους. Γι’ αυτό διέταξε να εξαφανιστούν τα λείψανά του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα του μαρτυρίου του ούτε τον τόπο όπου οι Λατίνοι έκρυψαν τα άγια λείψανά του. Στη συνείδηση του λαού καθιερώθηκε ως άγιος και ορίστηκε η μνήμη του την 22α Νοεμβρίου.
Ο Άγιος Άνθιμος, παρά τα μαρτύριά του, έγραψε ορισμένα αλλά σημαντικά έργα, κυρίως κατά των παπικών κακοδοξιών («Κατά της Αρχής του Πάπα», «Περί της Εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», «Λόγος εις την Γέννηση του Χριστού» κ.ά.). Έγραψε επίσης δύο σημαντικές επιστολές από τον λάκκο προς τον συνάγωνά του Ιωσήφ Φιλάγρη. Τον βίο του συνέγραψε ο λόγιος Πατριάρχης Νείλος ο Κεραμεύς (+1388).
Ο Άγιος Άνθιμος χαρακτηρίστηκε «Νεοομολογητής», διότι δεν υπέκυψε στις εξουθενωτικές πιέσεις να ενωθεί με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
.jpg)

