Όταν έχεις να φας, αλλά δεν έχεις την πολυτέλεια να φας καλά
Δεν είναι ο άνθρωπος που ανοίγει το ψυγείο και το βρίσκει άδειο. Δεν είναι εκείνος που δεν έχει χρήματα ούτε για ένα πιάτο φαγητό. Είναι ο άνθρωπος που έχει να φάει, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να φάει όπως θα ήθελε.
Έχει ένα πιάτο στο τραπέζι. Μπορεί να αγοράσει τα απολύτως απαραίτητα. Μπορεί να μαγειρέψει μακαρόνια, ρύζι, πατάτες, όσπρια. Μπορεί να γεμίσει το ψυγείο με τα βασικά.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν στερείται.
Γιατί η ποιότητα της ζωής δεν μετριέται μόνο από το αν κάποιος κοιμάται χορτάτος.
Μετριέται και από το αν μπορεί, έστω περιστασιακά, να απολαύσει ένα καλό γεύμα. Να καθίσει σε μια όμορφη ταβέρνα. Να παραγγείλει κάτι που του αρέσει χωρίς να κοιτάζει πρώτα την τιμή. Να βγει με την οικογένεια ή τους φίλους του και να μη σκέφτεται αν ο λογαριασμός θα δημιουργήσει πρόβλημα στο υπόλοιπο του μήνα.
Αυτή είναι μια στέρηση που συχνά περνά απαρατήρητη.
Για πολλά χρόνια, όταν μιλάμε για φτώχεια και διατροφική ανασφάλεια, η συζήτηση επικεντρώνεται – και δικαιολογημένα – στην αδυναμία κάποιου να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαγητό.
Όμως υπάρχει και κάτι ενδιάμεσο.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν πεινούν, αλλά αναγκάζονται να υποβαθμίζουν συνεχώς την ποιότητα της διατροφής τους επειδή αυτή είναι η μόνη επιλογή που αντέχει το εισόδημά τους.
Το καλό κρέας μπορεί να γίνει πολυτέλεια.
Το καλό ψάρι, ακόμη περισσότερο.
Τα ποιοτικά προϊόντα μπορεί να αντικατασταθούν από φθηνότερες επιλογές.
Ένα γεύμα έξω μπορεί να μετατραπεί από μια φυσιολογική κοινωνική δραστηριότητα σε «έξοδο» που πρέπει να προγραμματιστεί εβδομάδες πριν.
Και μια οικογένεια μπορεί να τρώει καθημερινά, αλλά να μην μπορεί σχεδόν ποτέ να χαρεί το φαγητό.
Για κάποιον που έχει οικονομική άνεση, μια έξοδος στην ταβέρνα είναι κάτι απλό.
«Πάμε να φάμε;»
Μια φράση χωρίς ιδιαίτερη σκέψη.
Για έναν άνθρωπο που μετράει τα έξοδά του, η ίδια φράση μπορεί να σημαίνει υπολογισμούς.
Πόσο θα κοστίσει;
Τι θα παραγγείλουμε;
Θα πάρουμε ορεκτικά;
Θα πάρουμε κρασί;
Θα φάμε γλυκό;
Και, κυρίως: αξίζει να δώσουμε τόσα χρήματα για ένα γεύμα;
Έτσι, κάτι που θα έπρεπε να είναι μια απλή χαρά μετατρέπεται σε οικονομικό δίλημμα.
Και κάποια στιγμή ο άνθρωπος σταματά να πηγαίνει.
Όχι επειδή δεν του αρέσει η παρέα.
Όχι επειδή δεν θέλει να βγει.
Αλλά επειδή δεν μπορεί.
Η οικονομική δυσκολία δεν στερεί μόνο πράγματα.
Στερεί εμπειρίες.
Στερεί ένα ταξίδι.
Έναν καφέ χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ένα ποτό με φίλους.
Ένα γεύμα σε ένα καλό εστιατόριο.
Μια Κυριακή σε μια ταβέρνα.
Ένα τραπέζι με την οικογένεια όπου όλοι θα παραγγείλουν αυτό που πραγματικά θέλουν.
Και αυτή η πλευρά της φτώχειας είναι δύσκολο να μετρηθεί.
Γιατί κάποιος μπορεί να μη ζητά βοήθεια. Μπορεί να μην πει ποτέ «πεινάω». Μπορεί να εργάζεται κανονικά, να πληρώνει τους λογαριασμούς του και να φαίνεται ότι τα καταφέρνει.
Μέσα του όμως μπορεί να γνωρίζει ότι η ζωή του έχει περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα.
Δεν του λείπει μόνο το φαγητό. Του λείπει η δυνατότητα επιλογής.
Το καλό φαγητό δεν πρέπει να θεωρείται αποκλειστικό προνόμιο των οικονομικά ισχυρών.
Δεν μιλάμε για πολυτέλεια με την έννοια του ακριβού προϊόντος ή του ακριβού εστιατορίου.
Μιλάμε για κάτι πολύ πιο απλό: την αξιοπρέπεια του να μπορεί ένας άνθρωπος να απολαμβάνει περιστασιακά κάτι καλύτερο από το απολύτως απαραίτητο.
Να μπορεί να αγοράσει ένα καλό κομμάτι κρέας.
Να πάρει φρέσκο ψάρι.
Να επιλέξει ποιοτικά φρούτα και λαχανικά.
Να καθίσει μια φορά τον μήνα με τους δικούς του σε μια καλή ταβέρνα.
Να πει «σήμερα θα φάμε καλά» χωρίς να ακολουθεί αμέσως η σκέψη «και τον υπόλοιπο μήνα πώς θα βγει;».
Γιατί η αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται μόνο στο να μην πεινάς.
Βρίσκεται και στο να έχεις επιλογές.
Μια σιωπηλή κοινωνική ανισότητα
Ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο δύσκολες μορφές κοινωνικής ανισότητας.
Δύο άνθρωποι μπορεί να κάθονται στο ίδιο τραπέζι.
Ο ένας κοιτάζει τον κατάλογο και επιλέγει αυτό που θέλει.
Ο άλλος κοιτάζει τον κατάλογο και υπολογίζει τι επιτρέπεται να πάρει.
Και κανείς γύρω τους δεν το γνωρίζει.
Αυτή η σιωπηλή διαφορά υπάρχει παντού.
Στις διακοπές.
Στη διασκέδαση.
Στην ένδυση.
Στην ψυχαγωγία.
Και φυσικά στο φαγητό.
Γιατί τελικά, η οικονομική ανισότητα δεν φαίνεται μόνο στο τι έχεις.
Φαίνεται και στο τι μπορείς να επιλέξεις.
Ίσως πρέπει να διευρύνουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φτώχεια.
Το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι απλώς να έχει ο άνθρωπος αρκετές θερμίδες για να επιβιώσει.
Ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή που χρειάζεται μόνο καύσιμο.
Χρειάζεται ποιότητα, παρέα, κοινωνική ζωή, χαρά, μικρές απολαύσεις και την αίσθηση ότι συμμετέχει στη ζωή γύρω του.
Ένα καλό γεύμα δεν θα λύσει τα προβλήματα ενός ανθρώπου.
Μπορεί όμως να του χαρίσει μια όμορφη στιγμή.
Και οι όμορφες στιγμές δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μέρος της ζωής.
Γι’ αυτό, όταν μιλάμε για φτώχεια, ίσως πρέπει να κοιτάξουμε λίγο πέρα από το άδειο πιάτο.
Να δούμε και εκείνον που έχει ένα πιάτο μπροστά του, αλλά δεν μπορεί να διαλέξει τι θα βάλει μέσα.
Εκείνον που τρώει, αλλά στερείται την ποιότητα.
Εκείνον που μπορεί να επιβιώνει, αλλά δυσκολεύεται να ζήσει.
Γιατί ανάμεσα στην πείνα και την ευημερία υπάρχει μια τεράστια γκρίζα ζώνη.
Και μέσα σε αυτήν ζουν πολλοί άνθρωποι που δεν θεωρούν τον εαυτό τους «φτωχό», αλλά κάθε μέρα κάνουν μικρές παραχωρήσεις στη ζωή τους.
Ίσως λοιπόν η πραγματική ερώτηση δεν είναι μόνο:
«Έχεις να φας;»
Αλλά και:
«Έχεις τη δυνατότητα να φας καλά, να επιλέξεις, να απολαύσεις και να μοιραστείς ένα γεύμα χωρίς να φοβάσαι τι θα στερηθείς αύριο;»
Γιατί το να μην πεινάς είναι ανάγκη.
Το να μπορείς όμως να απολαμβάνεις τη ζωή με αξιοπρέπεια είναι κάτι περισσότερο.
Είναι ποιότητα ζωής.
Μετά τον διαγωνισμό στο Le Zanta ήρθε το δύσκολο ερώτημα
Με βάση όσα γράψαμε παραπάνω, συνεχίσαμε τους διαγωνισμούς μας για κάποια δωρεάν γεύματα, αυτή τη φορά στο Le Zanta.
Προσπαθήσαμε να έχουμε όσο το δυνατόν πιο καθαρό και δίκαιο διαγωνισμό. Τα γεύματα ήταν συγκεκριμένα και, όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσαν να κερδίσουν όλοι. Έτσι, ενώ δύο τυχεροί κέρδισαν από ένα τραπέζι για δύο άτομα, για αρκετούς από τους υπόλοιπους η απογοήτευση ήταν μεγάλη.
Μετά τον διαγωνισμό, η διεύθυνση του Le Zanta επικοινώνησε μαζί μας.
Βλέποντας ότι πολλοί άνθρωποι ήθελαν γευματίσουν στο Le Zanta, αλλά δεν είχαν τη δυνατότητα αυτή την περίοδο να διαθέσουν χρήματα για μια έξοδο, η διεύθυνση του Le Zanta θέλησε να κάνει κάτι περισσότερο.
Μας είπαν ότι ήθελαν να προσφέρουν πολλά ακόμη δωρεάν γεύματα σε όσους το έχουν ανάγκη. Συγκεκριμένα η κ. Ευαγγελία μας είπε "ας φάει ο κόσμος, ας φάνε όσοι έχουν ανάγκη από ποιοτικό φαγητό, να παν να γαμηθούν τα λεφτά ...)
Και εδώ βρεθήκαμε μπροστά σε ένα πραγματικά δύσκολο ερώτημα:
Ποιος είναι αυτός που μπορεί να αποφασίσει ποιος θα έχει τη δυνατότητα να φάει κάτι ποιοτικό;
Είναι αδύνατο να φάνε όλοι.
Αλλά είναι εξίσου αδύνατο να αποφασίσει κάποιος ποιος πρέπει να φάει.
Ποιος έχει μεγαλύτερη ανάγκη; Ποιος δυσκολεύεται περισσότερο; Ποιος πρέπει να πάρει γεύματα και ποιος όχι;
Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.
Εμείς δεν θεωρήσαμε σωστό να μπούμε στη θέση εκείνου που θα αποφασίσει ποιος «δικαιούται» περισσότερο ένα καλό γεύμα. Φυσικά αποθαρρύναμε και την διεύθυνση του Le Zanta να μπει σε αυτήν την δύσκολη θέση.
Η πρόθεση του Le Zanta ήταν εξαιρετική. Ήθελαν πραγματικά να προσφέρουν περισσότερα.
Όμως το ζήτημα ήταν σε ποιον θα τα προσφέρουν.
Γιατί αν είναι αδύνατο να φάνε όλοι, είναι εξίσου δύσκολο να αποφασίσει κάποιος ποιοι είναι εκείνοι που θα πρέπει να φάνε. Και δυστυχώς ποτέ δεν θα υπάρξει σωστή απόφαση από τον οποιοδήποτε. Τα κριτήρια του καθένα διαφέρουν, όπως και η οπτική.
Και αυτό ακριβώς ήταν το δίλημμα που δημιουργήθηκε μετά τον διαγωνισμό μας.
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε και το Le Zanta, όπως και το Ό,τι Θες αλλά και την Κληματαρία στο Χορτερό. Γιατί αυτά τα μαγαζιά είναι που προσφέρουν και όχι εμείς.
Εμείς θα συνεχίσουμε με τους διαγωνισμούς μας για 2-3 γεύματα με το επόμενο μαγαζί που κρίνουμε ότι έχει ποιότητα που μας ικανοποιεί (φυσικά έχει να κάνει με τα δικά μας γούστα κι ο καθένας έχει τα δικά του) και το αφήνουμε στην τύχη.

