Η Νύφη του Βράχου
Στο Σιδηρόκαστρο, εκεί που τα βράχια κρατούν τη δροσιά ακόμη και τον Αύγουστο και ο χειμώνας κατεβαίνει βαρύς από το βουνό, ζούσε μια γυναίκα που όλοι ήξεραν με ένα όνομα που δεν ήταν δικό της. Την έλεγαν Πατούλα. Όχι γιατί την γνώριζαν. Αλλά γιατί έτσι την είχαν βολικά ορίσει. Κυκλοφορούσε μόνη. Μιλούσε συχνά στον εαυτό της. Γελούσε κάποιες φορές χωρίς προφανή λόγο. Αυτό ήταν αρκετό. Το χωριό είχε ήδη αποφασίσει τι είναι. Η τρελή του χωριού. Και από τη στιγμή που κάποιος γίνεται «ο άλλος», όλα επιτρέπονται. Τα παιδιά την πείραζαν. Την φώναζαν και έτρεχαν γελώντας όταν εκείνη γύριζε και τους πετούσε πέτρες. Οι μεγάλοι δεν έκαναν φασαρία· γελούσαν πιο ήσυχα, πιο «πολιτισμένα». Με εκείνο το χαμόγελο που δεν ακούγεται, αλλά πονάει περισσότερο. Κι όμως, δεν ήταν όλοι ίδιοι. Υπήρχαν και σπίτια που της άνοιγαν την πόρτα τον χειμώνα. Την έβαζαν μέσα, την έπλεναν, της έδιναν φαγητό. Μια γυναίκα την φώναζε «κουμπάρα». Για ένα βράδυ, ίσως και για δύο, η Πατούλα κοιμόταν σε κρεβάτι. Αλ...

