Λαμπρή με τους ακρίτες στο Νέο Πετρίτσι, από το περιοδικό Εικόνες, 22 Απριλίου 1957

 
Λαμπρή με τους ακρίτες στο Νέο Πετρίτσι, από το περιοδικό Εικόνες, 22 Απριλίου 1957, το οποίο αναφέρθηκε στο Πάσχα της προηγούμενης χρονιάς το οποίο ήταν Κυριακή, 6 Μαΐου 1956.

Το περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ δημοσίευσε γράμμα και τις φωτογραφίες που έστειλε ο δεκανέας Νικολάου Χωραφάς, την επόμενη χρονιά στις 22.04.1957

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο τραβήχτηκαν πέρυσι το Πάσχα, στην έδρα του τάγματος προκαλύψεως στο Νέο Πετρίτσι. Και φέτος, όμως, η γιορτή του Πάσχα σε αυτή την απομακρυσμένη γωνιά της Ελλάδας δεν θα διαφέρει πολύ. Καινούργια, βέβαια, πρόσωπα θα ακολουθήσουν πιστά τα γνωστά βήματα της όμορφης ελληνικής παράδοσης, του στρατιωτικού Πάσχα.

Έτσι, παρόλο που το γράμμα του δεκανέα Νικολάου Χωραφά, που ακολουθεί, έχει ημερομηνία δώδεκα μήνες νωρίτερα, μέσα από τη ζωντανή περιγραφή του ξαναζωντανεύει η γιορτή που αυτές τις μέρες επαναλαμβάνεται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου τα στρατευμένα παιδιά της ξαγρυπνούν για την ασφάλεια και την ευημερία μας.

Αγαπημένη μου μητέρα,

Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρει με υγεία. Κι εγώ είμαι καλά. Θα ήθελα να κάναμε Πάσχα στο σπίτι, όλοι μαζί — μια τέτοια μέρα νιώθει κανείς την ανάγκη να βρίσκεται κοντά στους δικούς του.

Αλλά, βέβαια, στον στρατό δεν κάνεις ό,τι σου αρέσει, κι έτσι έμεινα με το τάγμα μου στο Νέο Πετρίτσι. Όχι πως δεν μου άρεσε. Αντίθετα, ήταν ένα από τα καλύτερα Πάσχα της ζωής μου.

Για να δώσει στη γιορτή μας σπιτική ατμόσφαιρα, ο κ. διοικητής προσκάλεσε όλους τους κατοίκους του χωριού. Ήρθαν εκατοντάδες αγόρια, κορίτσια, άντρες, γυναίκες με τα μωρά τους και οι προεστοί. Γίναμε όλοι μια μεγάλη οικογένεια.

Σε μια πλατωσιά, πάνω από την έδρα του τάγματος, στρώθηκαν τα τραπέζια και οι καρέκλες, κάτω από σκιάσεις γεμάτες κλαδιά και φύλλα. Στολίσαμε ολόγυρα τον χώρο με γιρλάντες και χάρτινες σημαιούλες, που ανέμιζαν χαρούμενα πάνω από τα κεφάλια των χορευτών.

Από τα χαράματα ετοιμάστηκαν οι σούβλες και μια ατέλειωτη σειρά από αρνιά άρχισαν να γυρίζουν, να σιγοψήνονται και να ροδοκοκκινίζουν πάνω από τα κάρβουνα. Ευτυχώς, δεν μου έτυχε να γυρίζω σούβλα, γιατί η ζέστη ήταν μεγάλη και σε έπνιγε από μακριά.

Αλλά μη νομίζεις πως έμεινα καθόλου εκείνο το πρωινό. Με πήρε ο διοικητής με το τζιπ και πήγαμε να επιθεωρήσουμε όλα τα παραμεθόρια φυλάκια του τομέα μας. Έπρεπε να ευχηθούμε «Χριστός Ανέστη» σε όλα τα παιδιά που η υπηρεσία τους δεν θα τα άφηνε να έρθουν στη γιορτή μας.

Σπουδαίος είναι ο διοικητής μας. Μας έχει όλους σαν παιδιά του, αλίμονό σου όμως αν σε τσακώσει να κοιμάσαι. Δικά του παιδιά δεν έχει, είναι ανύπαντρος.

Μας πήρε, λοιπόν, όλο το πρωινό να γυρίσουμε ένα-ένα τα φυλάκια, γιατί οι αποστάσεις είναι μεγάλες και ο δρόμος μοιάζει περισσότερο με κατσικόδρομο: στριφογυρίζει και ανεβοκατεβαίνει στις πλαγιές των λόφων.

Έπειτα, σε κάθε φυλάκιο σταματούσαμε και ο διοικητής χαιρετούσε ένα-ένα τα παιδιά, τσούγκριζε μαζί τους αυγό, έπινε στην υγειά τους από ένα ποτηράκι ρετσίνα και δοκίμαζε το ψητό τους. Γιατί, βέβαια, δεν χρειάζεται να σου πω πως σε κάθε φυλάκιο ήταν στημένη η σούβλα.

Γυρίσαμε στην έδρα του τάγματος περασμένο μεσημέρι πια και, στο μεταξύ, το γλέντι είχε ανάψει. Παντού γελαστά πρόσωπα, στρατιώτες και ντόπιοι, και κορίτσια, κορίτσια... Άλλο τίποτα! Ήταν όλα στολισμένα με τα καλά, τα γιορτινά τους ρούχα.

Βρήκα την παρέα και στρώθηκα κι εγώ στο τραπέζι. Από την πείνα μου ρίχτηκα με τα μούτρα σε ένα ψητό — μεγαλείο! Το κρασί έτρεχε ποτάμι, παντού κέφι και γέλια. Στην πλατεία οι χορευταράδες στριφογύριζαν και πηδούσαν· γινόταν χαμός.

Δύο παιδιά από το τάγμα έπαιζαν σπουδαία μουσική, ακορντεόν και κιθάρα. Έπαιζαν ό,τι τους ζητούσες, από τσάμικο μέχρι μάμπο. Τους έλεγες το τραγούδι και στο έπαιζαν αμέσως.

Σε λίγο εμφανίστηκαν και κάμποσοι γύφτοι με τους ζουρνάδες τους. Είχαν κι αυτοί επιτυχία.

Μια κοπέλα μού έμαθε σάμπα. Μου είπε πως είχε έρθει από το Σιδηρόκαστρο, που δεν είναι μακριά. Όμορφη ήταν, όχι όμως σαν τη Μάρω. Λέω πως, αν ήταν κι η Μάρω εδώ, θα περνούσα πολύ καλύτερα, ούτε λόγος να γίνεται. Αλλά και τώρα πέρασα θαυμάσια.

Ο διοικητής μας μάς άφησε με το στόμα ανοιχτό, όταν χόρεψε ένα ζεϊμπέκικο. Πηδούσε με καταπληκτική ευλυγισία, αν υπολογίσεις και τον όγκο του.

Για μια στιγμή σήκωσα τα μάτια στα απέναντι βουνά, που υψώνονταν στο βάθος, πελώρια. Μόλις πριν από δυο μήνες ήταν σκεπασμένα με χιόνι. Και οι άντρες των φυλακίων είχαμε αποκλειστεί για ολόκληρες εβδομάδες. Το κρύο ήταν φοβερό. Το ξέρω, γιατί ήμουν κι εγώ ένας από τους αποκλεισμένους.

Δύσκολες μέρες. Δεν σε νοιάζει, όμως, αφού ξέρεις πως βρίσκεσαι εκεί για να φυλάς τα σύνορα. Είμαι ευχαριστημένος που μου έτυχε να περάσω τους τελευταίους μήνες της θητείας μου σε τάγμα προκαλύψεως. Εκεί, στην άκρη-άκρη της Ελλάδας, νιώθεις περισσότερο από οπουδήποτε αλλού τι σημαίνει για τον καθένα πατρίδα.

Καθώς άρχισε να σουρουπώνει, ένας-ένας οι καλεσμένοι μας άρχισαν να φεύγουν, αφού ευχαριστούσαν τον διοικητή μας για την όμορφη γιορτή. Στο τέλος έφυγαν και οι γύφτοι με τους ζουρνάδες.

Και μέσα στη σιγαλιά άκουγες μονάχα τον αμανέ του φίλου μου του Γιώργη, που τον είχαν πιάσει τα ντέρτια του από τη μεγάλη κατάνυξη.

Με αγάπη
Ο γιος σου
Νίκος




Οι φωτογραφίες ποὺ συνοδεύουν τὸ κείμενο τραβήχτηκαν πέρυσι τὸ Πάσχα, στην έδρα τοῦ τάγματος προκαλύψεως στο Νέο Πε τρίτσι. Καὶ φέτος, ωστόσο, ἡ γιορτὴ τῆς Λαμ πρῆς σ' αὐτὴ τὴν ἀπόμακρη γωνιὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ παραλλάζη πολύ. Καινούργια, βέβαια, πρόσωπα θ' ἀκολουθήσουν πιστὰ τὰ γνωστὰ βή ματα τῆς ὡραίας ἑλληνικῆς παραδόσεως, τοῦ στρατιωτικού Πάσχα. Ἔτσι, μ' ὅλο ποὺ τὸ γράμ μα τοῦ δεκανέα Νικολάου Χωραφά, ποὺ ἀἀκολου θεῖ, ἔχει ἡμερομηνία κατὰ δώδεκα μήνες προγε νέστερη, ζωντανεύει μέσα ἀπὸ τὴν παραστατικών τατη περιγραφή του τη γιορτὴ ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες ἐπαναλαμβάνεται σ' οποιαδήποτε γωνιὰ τῆς Ἑλλάδος, ποὺ τὰ στρατευμένα παιδιά της ξαγρυ πνοῦν γιὰ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν εὐημερία μας.
᾿Αγαπημένη μου μητέρα,
Ελπίζω τὸ γράμμα μου νὰ σ' εὕρη μὲ ὑγεία. Κ᾿ ἐγὼ εἶμαι καλά. Θάθελα νὰ κάναμε Λαμπρή στο σπίτι, ὅλοι μαζί, - μια τέτια μέρα νιώθει κανεὶς τὴν ἀνάγκη να βρεθή κοντὰ στοὺς δικούς του. ᾿Αλλά, βέβαια, στο Στρατὸ δὲν κάνεις ὅ,τι σ' ἀρέσει, κ' ἔτσι ἔμεινα μὲ τὸ τάγμα μου στο Νέο Πετρίτσι. "Όχι πὼς δὲ μοῦ ἄρεσε. "Αντίθετα, ἦταν μιὰ ἀπ' τὶς καλύτερες Λαμπρές τῆς ζωῆς μου.
Διὰ νὰ δώση στη γιορτή μας σπιτικὴ ἀτμό σφαιρα, ὁ κ. Διοικητής προσκάλεσε όλους τοὺς κατοίκους του χωριού. Ήρθαν κατοσταριές ἀγάρια, κορίτσια, ἄντρες γυναῖκες μὲ τὰ μωρὰ τους, οἱ προεστοί. Σμίξαμε όλοι σὲ μιὰ μεγάλη οικογένεια.
Σὲ μιὰ πλατωσιά, πάνω ἀπὸ τὴν ἔδρα τοῦ τάγματος, στρώθηκαν τὰ τραπέζια καὶ οἱ και ρέκλες, κάτω ἀπὸ σκιάδες, πνιγμένες ἀπὸ κλα διὰ καὶ φύλλα. Στολίσαμε ολόγυρα μὲ γιρλάντες καὶ χάρτινες σημαιούλες ποὺ ἀνέμιζαν χαρού μενα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν χορευτών.
᾿Απὸ τὰ χαράματα, τοιμάστηκαν οἱ σούβλες καὶ μιὰ ἀτέλειωτη σειρά ἀπὸ ἀρνιὰ ἄρχισαν νὰ γυρίζουν καὶ νὰ σιγοψήνωνται καὶ νὰ ροδοκοκκι νίζουν πάνω ἀπὸ τὴ θρακιά. Εὐτυχῶς δὲν μοῦπε-σε νὰ γυρίζω σούβλα γιατί ἡ ζέστη ήτανε μεγά λι, ποὺ σ' ἔπνιγε ἀπὸ πέρα. ᾿Αλλὰ μὴ θαρρεῖς πώς στάθηκα διόλου ἐκεῖνο τὸ πρωϊνό. Μὲ πῆρε
ὁ διοικητὴς μὲ τὸ τζίπ καὶ τὸν πῆγα νὰ ἐπι θεωρήση ὅλα τὰ παραμεθόρια φυλάκια τοῦ του μέα μας. Έπρεπε νὰ εὐχηθοῦμε τὸ «Χριστός ᾿Ανέστη» σ' ὅλα τὰ παιδιὰ ποὺ ἡ ὑπηρεσία τους δὲν θὰ τ᾿ ἄφηνε νὰ ρθοῦν στὴ γιορτή μας.
Σπουδαῖος εἶναι ὁ διοικητής μας. Μᾶς ἔχει ὅλους σὰν παιδιά του, ἀλλίμονό σου ὅμως ἂν σὲ τσακώση νὰ κοιμάσαι. Παιδιά δικά του δὲν
που ἔχει, εἶναι ἀνύπαντρος. Μᾶς πήρε, λοιπόν, ὅλο τὸ πρωϊνό νὰ γυρίσουμε ἕνα ἕνα τὰ φυλάκια, γιατὶ οἱ ἀποσπάσεις εἶναι μεγάλες, καὶ ὁ δρόμος μοιάζει περισσότερο μὲ κατσικόστρατα, στριφογυρίζει καὶ ἀνεβοκατεβαίνει στις πλαγιές τῶν λόφων. Ἔπειτα, σε κάθε φυλάκιο στεκό μαστε, καὶ ὁ διοικητής χαιρετοῦσε ἕνα ἕνα τα παιδιά, τσούγγριζε μαζύ τους αὐγό, ἔπινε στην υγειά τους ἀπὸ ἕνα ποτηράκι ρετσίνα καὶ δοκί μαζε τὸ ψητό τους, γιατί δέν χρειάζεται νὰ σοῦ πῶ, βέβαια, πὼς στὸ κάθε φυλάκιο ήτανε στην μένη ἡ σούβλα.
Γυρίσαμε στὴν ἔδρα τοῦ τάγματος περασμέν νο μεσημέρι πιά, καὶ στὸ μεταξύ, τὸ γλέντι εἶχε ἀνάψει. Παντοῦ γελαστὰ πρόσωπα, στρατιώτες καὶ ντόπιοι, καὶ κορίτσια, κορίτσια... ἄλλο τίπο τα, στολισμένα ὅλα μὲ τὰ κυριακάτικά τους.
Βρήκα τὴν παρέα καὶ στρώθηκα κι' ἐγὼ στο τραπέζι. ᾿Απὸ τὴν πεῖνα μου ρίχτηκα μὲ τὰ μούτρα σ' ἕνα ψητό, μεγαλείο... Τὸ κρασὶ ἔτρεχε ποτάμι, παντού κέφι καὶ γέλια. Στὸ μεϊντάνι οι χορευταράδες, στριφογυρίζαν καὶ πηδούσατε χαλασμός κυρίου.
Δυό παιδιὰ ἀπὸ τὸ τάγμα παίζανε σπου δαία μουσική, ἀκκορντεόν καὶ κιθάρα. Παΐζαν ότι τοὺς γύρευες, ἀπὸ τσάμικο μέχρι μάμπο... Τους ἔλεγες τὸ τραγούδι καὶ στὸ παίζανε στη στιγμή Σὲ λιγάκι, ἐμφανιστήκανε καὶ κάμποσοι γύφτοι μὲ τοὺς ζουρνάδες τους. Εἴχανε κι' αὐτοὶ ἐπιτυ χία.
Μιὰ κοπέλα μ' ἔμαθε σάμπα. Μοῦ εἶπε πὼς εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὸ Σιδηρόκαστρο, που
δὲν εἶναι μακρυά. Όμορφη ἤτανε, ὄχι ὅμως σὰν τὴν Μάρω. Λέω πὼς ἂν ἦταν κ' ἡ Μάρω ἐδῶ θὰ περνοῦσα πολύ καλύτερα, οὔτε λόγος νὰ γίνε-ται, μὰ καὶ τώρα πέρασα θαυμάσια. Ο διοικη της μας μᾶς ἄφησε μὲ τὸ στόμα ἀνοικτό, σὰν χόρεψε ἕνα ζεϊμπέκικο, πηδούσε μὲ καταπληχτι-κὴ εὐλυγισία, ἂν λογαριάσης καὶ τὸν ὄγκο του Γιὰ μιὰ στιγμή, σήκωσα τὰ μάτια στ' ἀντι-κρυνά βουνά, ποὺ ὑψώνονταν στο βάθος, πελώ-ρια. Μόλις ἐδῶ καὶ δυὸ μῆνες ἤτανε σκεπασμέ-να ἀπὸ χιόνι. Καὶ οἱ ἄντρες τῶν φυλακίων εἴχα-με ἀποκλειστή βδομάδες ὁλόκληρες. Το κρύο ήταν φοβερό. Το ξέρω, γιατὶ ἤμουνα κ' ἐγὼ ἀπὸ τοὺς ἀποκλεισμένους. Δύσκολες μέρες. Δὲ σε μέλλει ὡστόσο, ἀφοῦ ξέρεις πώς στέκεις ἐκεῖ γιὰ νὰ φυλᾶς τὰ σύνορα. Είμαι εὐχαριστημένος ποὺ μοῦτυχε να περάσω τοὺς τελευταίους μήνες τῆς θητείας μου σὲ τάγμα προκαλύψεως. Κεῖ πά-στὴν ἄκρη ἄκρη τῆς Ἑλλάδος μιώθεις περισσότερο ἀπὸ ὁπουδήποτε άλλοῦ τὶ σημαίνει γιὰ τὸν καθένα πατρίδα. --
Καθὼς ἔπιασε νὰ σουρουπώνη ἕνας ἕνας οἱ μουσαφιραίοι μας ἀρχίσαν νὰ φεύγουν, ἀφοῦ ευχαριστούσανε τὸ διοικητή μας γιὰ τὴν ὡραία γιορτή. Στο τέλος ἔφυγαν καὶ οἱ γύφτοι μὲ τοὺς ζουρνάδες. Καὶ μέσα στὴ σιγαλιά, ἄκουγες μο-νάχα τὸν ἀμανέ τοῦ φίλου μου τοῦ Γιώργη, ποὺ τὸν εἶχαν πιάσει τὰ ντέρτια του, ἀπὸ τὴν κρατ σοκατάνυξη.
Μέ ἀγάπη
Ο γιός σου
Νίκος

Σχετικά άρθρα

Ακολουθήστε μας στο Google News

Google News <-----Google News

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Ελληνικοί Οικισμοί στον Πόντο το 1922

Μεταφορά από τη Μάλτα στο Γκάτσινα τμήματος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου, μαζί με την εικόνα της Παναγίας της Φιλερμίου και το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 12 Οκτωβρίου

Απόπειρα εξαπάτησης ηλικιωμένης στο Καπνόφυτο - Την απέτρεψαν κάτοικοι, 5 Σεπτεμβρίου 2026

Νέα

Σαν σήμερα



Εορτασμοί σήμερα


Αναρτήσεις...

  • Φόρτωση αναρτήσεων...

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Συνταγές

ΓηΤονια

Χαμένες Πατρίδες

Ρετρό

Σιδή Ρόκ Άστρο

Ο χαζός του χωριού