Το μεγάλο θαύμα του Αγίου Δημητρίου σύμφωνα με την εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ της 10 Νοεμβρίου 1925
Το μεγάλο θαύμα του Αγίου Δημητρίου σύμφωνα με την εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ της 10 Νοεμβρίου 1925.
Η ιστορία που περιγράφετε αποτελεί ένα από τα κλασικά θαύματα της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης, το οποίο συναντάται σε διάφορες παραλλαγές στα συναξάρια και τις λαϊκές διηγήσεις των Αγίων.
Στη γραπτή γραμματεία των Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου (όπως διασώθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη τον 7ο αιώνα) οι περισσότερες αναφορές εστιάζουν στη σωτηρία της Θεσσαλονίκης από επιδρομές, στην ίαση παραλύσεων ή τυφλών, η συγκεκριμένη δομή θαύματος, όπου ένας Άγιος αφαιρεί προσωρινά τη λεκτική ικανότητα (φωνή) κάποιου ως παιδαγωγικό μέτρο ή τιμωρία για ασέβεια, και στη συνέχεια τη θεραπεύει μετά από μετάνοια, είναι πολύ διαδεδομένη.
Παρόμοια περιστατικά περιλαμβάνουν:
Η περίπτωση της Παναγίας της Αντιφωνήτριας: Όπου μια γυναίκα (ή βασίλισσα, ανάλογα με την παραλλαγή) επιχείρησε να παραβιάσει το άβατο ή επέδειξε ασέβεια, άκουσε μια φωνή από την εικόνα, έχασε τη λωνή της (ή έμεινε άφωνη από δέος) και στη συνέχεια θεραπεύτηκε.
Η βιβλική παράδοση του Προφήτη Ζαχαρία: Ο οποίος έχασε τη φωνή του λόγω αμφιβολίας προς το μήνυμα του αγγέλου και την ξαναβρήκε αμέσως μόλις γεννήθηκε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής.
Άλλοι Άγιοι (όπως ο Άγιος Σπυρίδων ή ο Άγιος Συμεών): Στους βίους των οποίων αναφέρεται ότι άνθρωποι που επιχείρησαν να εξαπατήσουν, να κλέψουν ή να μιλήσουν με κενοδοξία και ασέβεια έχασαν τη φωνή τους επί τόπου, για να τους αποδοθεί ξανά μόλις μετανόησαν και ζήτησαν συγχώρεση.
Η εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ της 10 Νοεμβρίου 1925 ανέφερε:
Το χθεσινό μεγάλο θαύμα του πολιούχου μας Αγίου Δημητρίου
Ο Άγιος έκανε μια γυναίκα να χάσει τη φωνή της και στη συνέχεια της την ξανάδωσε
Η Θεσσαλονίκη χθες συγκλονίστηκε. Ολόκληρες συνοικίες κινήθηκαν προς τον μισογκρεμισμένο ναό του πολιούχου της πόλης και κατέκλυσαν τη σκοτεινή κρύπτη, όπου βρίσκεται ο τάφος του Αγίου Δημητρίου.
Η αυλή, η αρχαία βυζαντινή κρήνη, ο πρόναος, ο ασκεπής νάρθηκας και ο δρόμος ήταν γεμάτοι από γυναίκες των συνοικιών, ανθρώπους του λαού, κυρίες και δεσποινίδες. Όλοι συνωστίζονταν και έψαλλαν, ψιθυρίζοντας για τα θαύματα του Αγίου.
Ο παπα-Κυριάκος, χωρίς ράσο, ήταν αναστατωμένος και χλωμός. Τα μικρά, μαύρα μάτια του κινούνταν γρήγορα μέσα στις κόγχες τους. Σπίθες δυσπιστίας ή φανατισμού; Δεν θέλω να δώσω καμία εξήγηση.
Με πλησιάζει.
— Είδατε; Ακούσατε;
— Άκουσα, αλλά δεν είδα.
— Θα δείτε μεγάλο θαύμα.
Με εξετάζει στα μάτια, προσπαθώντας να καταλάβει αν πιστεύω πραγματικά, αν πήγα εκεί με τον φόβο του Θεού στην καρδιά ή με την πνοή του Σατανά στην ψυχή.
Αλλά, αν ο παπα-Κυριάκος είναι ανεξερεύνητος, κι εγώ είμαι ένα αίνιγμα.
— Πρέπει να δείτε και να πιστέψετε, συνεχίζει. Εγώ δεν θα σας πω τίποτε. Θα καλέσουμε τη Γεωργία…
ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Η Γεωργία Πολυμενίδου είναι μια γυναίκα του λαού, περίπου πενήντα χρονών. Έρχεται από το εσωτερικό του μικρού ναού, συνοδευόμενη από τον παπα-Κυριάκο.
Έχει γκρίζα μάτια, ηλιοκαμένο πρόσωπο, σκαμμένο εδώ κι εκεί από βαθιές ρυτίδες, και μαλλιά σφιχτοδεμένα μέσα σε ένα απλό τσεμπέρι. Η μύτη της καταλήγει σε οξεία γωνία, τα χείλη της είναι λεπτά και τραχιά και το ντύσιμό της σκυθρωπό.
Κάθεται κοντά μου, στον ξύλινο πάγκο του πρόναου, ενώ γύρω μας βουίζει ένα σμήνος γυναικών.
— Να, αυτή είναι που είδε τον Άγιο Δημήτρη!
— Πώς έγινε το θαύμα; τη ρωτάμε.
— Θα σας τα πω όλα. Εγώ είμαι από τη Στράντζα της Θράκης και από το 1912 κατοικώ στο Ελευθεροχώρι. Με λένε Γεωργία και τον άντρα μου Ηλία Πολυμενίδη. Όσα θα σας πω είναι η καθαρή αλήθεια. Έχω πέντε παιδιά και το μικρότερο είναι δύο χρονών. Να μη χαρώ τα παιδάκια μου, αν λέω ψέματα!
»Λοιπόν, το περασμένο Σάββατο ήμουν με τον άντρα μου στο χωράφι μας. Εκείνος όργωνε κι εγώ μάζευα ξύλα. Να μια τόσο μεγάλη κομμουλιά! Κουράστηκα και είπα στον Ηλία:
»“Δώσε μου να στρίψω ένα τσιγάρο, να τραβήξω καμιά δυο ρουφηξιές και να ξεκουραστώ”.
»Εκείνος γέλασε κι άρχισε να με κοροϊδεύει, όπως κοροϊδεύουν συνήθως οι άντρες τις γυναίκες τους. Εγώ πήρα την ταμπακιέρα και, κοντά στην κομμουλιά, έστριψα ένα τσιγάρο, όταν ξαφνικά άκουσα:
»“Τι κάνεις εκεί, Γεωργία;”
»Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα να στέκεται μπροστά μου ένας καβαλάρης, ψηλός και όμορφος, φορτωμένος με χρυσά στολίδια και τσαπράζια.
»Στην αρχή νόμισα πως ήταν ο κουνιάδος μου, που έλειπε στην Αμερική, και του μίλησα γλυκά. Γρήγορα, όμως, κατάλαβα πως είχα να κάνω με έναν ξένο. Επειδή ο τόπος εκεί ήταν έρημος και μπορούσε να παρεξηγηθεί το πράγμα, θέλησα να σταματήσω κάθε κουβέντα.
«ΘΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΒΟΥΒΗ!»
»Εκείνος, όμως, πάνω από το άλογο, άπλωσε το χέρι του και μου είπε:
— Γεωργία, δώσε μου την ταμπακιέρα να στρίψω ένα τσιγάρο!
»Του την έδωσα και μάλιστα τον βοήθησα να το ανάψει και να καπνίσει.
»“Άκου, Γεωργία”, μου είπε ύστερα, “εγώ που βλέπεις μπροστά σου είμαι ο Άγιος Δημήτριος, από το καμένο μοναστήρι της Θεσσαλονίκης. Σου παρουσιάζομαι και σε διατάζω να πας αμέσως στη Σαλονίκη και να διακηρύξεις πως πρέπει, όσο γίνεται πιο γρήγορα, να χτιστεί η εκκλησία μου. Από αυτή τη στιγμή θα μείνεις βουβή και δεν θα μιλήσεις παρά μόνο όταν φτάσεις στον τάφο μου, στη Σαλονίκη”.
»Μόλις τελείωσε αυτά τα λόγια, εξαφανίστηκε αμέσως μπροστά μου σαν καπνός, προς τη μεριά της θάλασσας.
»Προσπάθησα να φωνάξω, αλλά μάταια. Το στόμα μου είχε κλείσει, η γλώσσα μου είχε δεθεί! Ο άντρας μου, που βρισκόταν πιο πέρα, ούτε είδε ούτε αντιλήφθηκε τίποτε. Μου φώναξε:
»“Βρε, Γεωργία, τι έπαθες και στέκεσαι έτσι σαν κούτσουρο;”
»Του έκανα νόημα να έρθει κοντά μου και, όταν ο καημένος είδε πως δεν μπορούσα να μιλήσω, με πήγε κλαίγοντας στο χωριό.
»Όλοι φώναζαν:
»“Τρελάθηκε η Γιωργιά του Ηλία, τρελάθηκε!”
»Μόνο ο Θεός ξέρει πώς κατάφερα να τους κάνω να καταλάβουν ότι έπρεπε να με φέρουν στη Σαλονίκη, στην εκκλησία του Αϊ-Δημήτρη.
»Δεν είχαμε, όμως, ούτε τα έξοδα για το ταξίδι. Δανειστήκαμε 150 δραχμές και χθες, την Κυριακή, με έφεραν εδώ, βουβή και άλαλη! Δεν είναι έτσι, παπά;»
Ο παπα-Κυριάκος, του οποίου τη μαρτυρία επικαλείται η Γιωργιά, επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι πράγματι το πρωί της Κυριακής την έφεραν εκεί κλαίγοντας και οδυρόμενη.
Σε όσες ερωτήσεις τής έκανε, δεν έδωσε καμία απάντηση, επειδή ήταν βουβή.
Η ΙΑΣΗ
— Λοιπόν; τη ρωτάμε.
— Όταν με έφεραν εδώ, συνεχίζει η Γεωργία, έπεσα και προσκύνησα τον τάφο του μεγαλομάρτυρα. Όλη η νύχτα της Κυριακής πέρασε χωρίς να φανεί τίποτε. Προσπαθούσα να μιλήσω, αλλά μάταια!
»Σήμερα, όμως, το πρωί έγινε το μεγάλο θαύμα. Μέσα από το Άγιο Βήμα ξεπήδησε ο καβαλάρης που είχα δει στο Ελευθεροχώρι. Μου έδειξε τον τάφο και μου είπε:
— Σώμα, χώμα!
»Κατάλαβα τι ήθελε να πει. Αμέσως πήρα λίγο χώμα από τον τάφο και το έβαλα στο στόμα μου. Προσπάθησα να μιλήσω και, τι χαρά!
»“Δόξα σοι ο Θεός! Δοξασμένο να είναι το όνομά σου, Αϊ-Δημήτρη μου!” φώναξα.
»Εκείνος, όμορφος και περήφανος, με κοίταξε πάνω από το άλογό του.
»“Πήγαινε τώρα”, μου είπε, “να πεις όσα σου είπα στο Ελευθεροχώρι. Είναι ανάγκη να χτιστεί η εκκλησία μου και οι χριστιανοί να πιστέψουν!”
Ο παπα-Κυριάκος, μετά τη διήγηση του θαύματος από τη Γεωργία, μας βεβαιώνει ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Ξαφνικά την άκουσε να μιλάει και ο ίδιος έμεινε κατάπληκτος.
— Τώρα θα γυρίσεις στο χωριό σου; τη ρωτώ.
— Πού να ξέρω κι εγώ! Μου φαίνεται πως, αν ξαναγυρίσω στο χωριό μου, θα μου κοπεί πάλι η μιλιά.
Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
Στο μεταξύ, το πλήθος που άκουγε γύρω μας τη διήγηση του θαύματος ξέσπασε σε επικλήσεις προς τον Άγιο. Δεν έλειψαν, όμως, και τα πολιτικά σχόλια.
Μια ψηλή, άγνωστη κυρία έλεγε:
— Να όψονται αυτοί που μας έκαναν να γιορτάζουμε την ημέρα του Αγίου Δημητρίου μαζί με τη μνήμη των Αρχαγγέλων! Άγιε Δημήτριε, να τους τιμωρήσεις!
— Μη μιλάτε έτσι, είπε η Γεωργία. Ο Άγιος Δημήτριος υποσχέθηκε πως θα ξαναγυρίσει…
Αυτούσιο το κείμενο:
ΤΟ ΧΘΕΣΙΝΟΝ ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΔΙΟΥΧΟΥ ΜΑΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΒΟΥΒΑΝΣ ΜΙΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΕΔΩΚΕ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ ΤΗΝ ΛΑΛΙΑΝ
Η Θεσσαλονίκη χθὲς συνεκενήθη. Οι λόκληροι συνοικίαι ἐκινήθησαν πρὸς τὸν ἠρειπωμένον ναὸν τοῦ Πολιούχου τῆς πό-ἴεως καὶ κατέκλυσαν τὴν σκοτεινὴν κρύ-πτην, ὅπου ὁ τάφος τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου Η αὐλή, ἡ ἀρχαία. Βυζαντινή «φιάλης, ὁ πρόναος, ὁ ἀσκεπὺς νάρθηξ καὶ ὁ δρόμος ᾔσαν γεμάτοι ἀπὸ γυναικοῦ λες τῶν συναι-κιῶν, ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ, πωρίας, δεσποι νίδας. Έσταν εκοποῦντο καὶ ὕμνουν ψιέυ-ριστεῖ τὰ θαυμάσια τοῦ ἁγίου.
Οπαπε-Κυριάκος, χωρὶς ράσον τεταραγμενος, ὠχρός. Φλογισμένα τὰ μικρὰ μαῦρα ματάκια του κυλούν γοργά εἰς τὰς κόγχας των. Σπινθήρες δυσπιστίας ἢ ολόξ μανα-τισμοῦ; Δὲν θέλω νὰ δώσω καμμίαν ἐξήγη
σιν. Μὲ πλησιάζει. -Είδατε; ἠκούσατε;
-"Ηκουσα ἀλλὰ δὲν εἶδα,
-Θὰ Ἰλήτε μέγα θαῦμα.
Εξευνᾶ μέσα στὰ μάτια μου γυρεύοντας νὰ δῇ ἂν πιστείω πραγματικά, ἂν πῆγα μὲ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν καρδίαν, ἢ τὴν πνοὴν τοῦ Σατανᾶ εἰς τὴν ψυχην
᾿Αλλ᾿ ἂν ὁ παπα Κυριάκος εἶναι ἀνεξε· ρεύνητος καὶ ἐγὼ εἶμαι γρίφος.
-Πρέπει νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ πιστεύσητε, συνεχίζει. "Εγὼ δὲν θὰ σᾶς πῶ τίποτε. Θὰ καλέσωμεν τὴν Γεωργίαν...
ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Η Γεωργία Πολυμενίδου εἶνε γυναικοῦ λα πενήντα χρονῶν περίπου. Ἔρχεται ἐκτὸ τὸ ἄδυτον ἄδυτον τοῦ τοῦ ναΐσκου ναΐσκου συνοδευομένη στ ἀπὸ τὸν παπᾶ Κυριᾶκον. Μάτια γκρίζα, πρόσω πα ἡ ιοκαμμένο, σκαμμένο ποῦ καὶ ποῦ ἀπὸ βαθειές ρυτίδες, μαλλιά «πουὰβὲ ἐ σέλα σφιχτοδεμένα μέσα σ'ένα κοινό τσεμπέρι, μύτη ἀπολήγουσα εἰς ὀξύ, χείλη λεπτὰ ἄ-γροα, ντύσ μο σκυθρωπό.
Πέρνει θέαι σιμά μου στὸν ξύλινο πάγ πο τοῦ προνάου, ἐνῷ γύρω μας βομβεῖ ἕνα σμῆνος γυναικῶν.
– Νὰ, αὐτὴ εἶνε ποὺ εἶδε τὸν "Δη Δη-μῆτρι!
– Πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα; τὴν ἐρωτῶμεν. – Θὰ σᾶς τὰ πῶ ὅλα. Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ
τὴν Στράντζα τῆς Θράκης καὶ ἀπὸ τὸ 1912 κάθουμε στὸ ᾿Ελευθεροχώρι Μὲ λένε Γε-ωργία καὶ τὸν ἄντρα μου Ηλία Πολυμενίδη. Ὅ,τι θὰ σᾶς πῶ εἶνε ἡ καθαρὴ ἀλήθεια. Πέντε παιδιὰ ἔχω καὶ τὸ πειὸ μικρὸ εἶναι δυὸ χρονῶ. Νὰ μὴ χαρῶ τὰ παιδάκια μου ἂν λέω ψεύματα. Λοιπὸν τὸ περασμένα Σάβ βατο ἡμουνα μὲ τὸν ἄντρα μου στο χωράφι μας. Ἐκεῖνος ἔκανε ζευγάρι» καὶ ἐγὼ μάς ξενα ξύλα. Νὰ μιὰ τόση κομμουλιά. Κου-ράσθηκα καὶ εἶπα στὸν ᾿Ηλία: Δός μου νὰ στρίψω ἕνα τσιγάρο νὰ τραβήξω κᾶνα-δυό ρουφιξιὲς καὶ νὰ ξεκουραστῶ. Ἐκεῖνος γέ-λασε κι᾿ ἄρχισε νὰ με κοροϊδεύει. Δηλαδὴς ὅπως κόροϊδεύουν συνήθως οἱἄντρες τὲς γυ ναῖκες τους. Ἐγὼ πῆρα την ταμπακέρα καὶ κοντὰ στὴν κομμουλιὰ ἔστριψα ἕνα
τσιγάρο, ὅταν -Τὶ κάνεις ἐκεῖ Γεωργία;.!
Σήκωσα το κεφάλι μου καὶ εἶδα νὰ στέ-κεται μπροστά μου ἕνας καβαλλάρης, ψηλὸς καὶ ὅμορφος φορτωμένος χρυσαφικά και τσαπράζια.
Νόμισα στὴν ἀρχὴ πῶς ἦταν ὁ κουνιά-δος μου ποὺ λείπει οτὴν ᾿Αμερικὴ καὶ τοῦ γλυκομίλησα. Μὰ γρήγορα κατάλαβα πῶς εἶχα νὰ κάνω μ᾿ ἕνα ξένο κ᾿ ὅπως ὁ τόπος ἐκεῖ ἦταν ἔρημος καὶ μποροῦσε νὰ παρεξη-θῇ τὸ πρᾶγμα, θέλησα νὰ κόψω κάθε κου-βέντα.
ΘΑ ΜΕΙΝΗΣ ΒΟΥΒΗΙ
Ἐκεῖνος ὅμως πάνω ἀπ᾿ τὸ ἄλογο ξάπλωσε τὸ χέρι του καὶ μοῦπε:
– Γεωργία δός μου τὴν ταμπακέρα νὰ στρίψω ἕνα τσιγάρο!
Τοῦ τὴν ἔδωκα καὶ τὸν βοήθησα μάλιστα ν᾿ ἀνάψῃ καὶ νὰ καπνίση.
– ᾿Ακου Γεωργία, μοῦ εἶπεν ὕστε ρα, ἐγὼ ποῦ βλέπεις μπροστά σου εἶμαι ὁ ἄη Δημήτρις ἀπὸ τὸ καμμένο Μονα-στήρι τῆς Θεσσαλονίκης. Λοιπὸν σοῦ παρουσιάζουμαι καὶ σὲ διατάσσω νὰ πᾶς ἀμέσως στὴ Σαλονίκη καὶ νὰ κη ρύξης πῶς πρέπει μιὰ ὥρα γρηγορώτε ρα νὰ κτισθῇ ἡ ἐκκλησία μου. ᾿Απὸ αὐ-τὴ τὴ στιγμὴ θὰ μείνης βουβὴ καὶ δὲν θὰ μιλήσης παρὰ σᾶν ἔρθης στὸν τάφο μου στη Σαλονίκη.
Μόλις τελείωσε τὰ λόγια του αὐτὰ, ἀμέσως χάθηκε σᾶν καπνὸς ἀπὸ μπρο-στὰ μου πρὸς τὸ μέρος τῆς θάλασσας... Κάνω νὰ φωνάξω, ἀμ' δε. Τὸ στόμα μου εἶχε κλείση, ἡ γλῶσσα μου είχε δεθῇ.... ὁ ἄνδρας μου, ποὺ εἴτανε πάρα πέρα, οὔτε εἶδεν οὔτε ἀντιλήφθηκε τίποτε. Μοῦ φώναξεί
– Βρέ Γεωργία, τὶ ἔπαθες καὶ στέ-κεται ἔτσι σᾶν κούτσουρο! Τοῦ ἔκανα σημάδι νἄρθῃ κοντά μου, καὶ ὅταν ὁ κακόμοιρος εἶδε πῶς δὲν μποροῦσα νὰ μιλήσω μὲ πῆγε κλαίοντας στὸ χωριό.
Όλοι φώναζαν:
– Τρελλάθηκε ἡ Γιωργιὰ τοῦ Ἡλία, τρελλάθηκε!
Ἕνας θεὸς ξεύρει πῶς τὰ κατάφερα νὰ τοὺς δώσω νὰ καταλάβουν πῶς ἔπρε-πε νὰ μὲ φέρουν στη Σαλονίκη στὴν ἐκκλησία τοῦ ᾿Αη-Δημήτρη. Δὲν εἶχα-με καὶ τὰ ἔξοδα. Δανειστήκαμε 150 δραχμὲς καὶ χτὲς τὴν Κυριακὴ μ᾿ ἔ-φεραν ἐδῶ βουδή και ἄλαλη! Δὲν εἶναι ἔτσι παπᾶ;
Καὶ ὁ παπᾶ Κυριάκος, τοῦ ὁποίου τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλεῖται ἡ Γιωργιὰ διαβεβαιοῖ μὲ τὸν κατηγορηματικώτε μον τρόπον, ὅτι πράγματι τὴν Κυρια κὴν πρωΐαν μετεφέρθη αὕτη κλαίουσα καὶ ὁδυρομένη. Εἰς ὅσας δὲ ἐρωτήσεις τῆς ἀπηύθυνε, δὲνἔδωκεν ἀπάντησι, διότι ἦτο βουβή.
Η ΙΑΣΙΣ
- Λοιπόν, λοιπόν; ἐρωτῶμεν.
-Ὅταν μὲ ἔφεραν λοιπὸν ἐδῶ, συ-νεχίζει ἡ Γεωργία ἔπεσα καὶ προσκύ-νησατὸν τάφο τοῦ μεγαλομάρτυρα. Ὅλη ἡ νύχτα τῆς Κυριακῆς πέρασε χωρὶς νὰ φανῇ τίποτε. Δοκίμαζα νὰ μιλήσω. Τοῦ κάκου! Σήμερα ὅμως τὸ πρωΐ ἔγινε τὸ μέγα θαῦμα. Μέσα ἀπὸ τὸ ἅγιο Βήμα ξεπήδησεν ὁ καβαλλάρης ποῦ εἶχα δηστὸ Δευτεροχώρι, μοῦ ἔδειξε τὸν τάφο καὶ μοῦ εἶπε:
– Σώμα, Χώμα!
Κατάλαβα τὶ ἤθελε νὰ πῇ. Μὲ μιᾶς πῆρα λίγο χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο καὶ τὸ ἔβαλα στο στόμα μου. Προσπάθησα νὰ μιλήσω καί, τι χαρά!
– Δόξα σοι ὁ Θεός, δοξασμένο να ναι τὄνομά σου Αη Δημήτρη μου, φώ-ναξα.
Ἔκεῖνος, ὤμορφος καὶ περήφανος, μ' ἐκύτταξε πάνω ἀπὸ τ᾿ ἄλογό του.
– Πήγαινε τώρα, μοῦ εἶπε, νὰ πῆς ὅ,τι σοῦ εἶπα στο Λευτεροχώρι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κτισθῇ ἡ ἐκκλησία μου καὶ οἱ χριστιανοὶ νὰ πιστεύσουν!
Ὁ Παπακυριάκος μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς
Γεωργίας ἀφήγησιν τοῦ θαύματος μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι τὰ πράγματα ἐξειλίχθησαν κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι ξαφνικά τὴν ἄκουσε νὰ μιλᾶ καὶ ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἔμεινε κατάπληκτος.
– Τώρα θὰ γυρίσης στὸ χωριό σου; τὴν ρωτώ...
-Ξεύρω κι᾿ ἐγώ! Μοῦ φαίνεται πῶς σᾶν ξαναγυρίσω στὸ χωριό μου θὰ μοῦ κοπῇ πάλιν ἡ μιλιά.
Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΙΣ
Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ πλῆθος ποὺ ἤκουε γύρω μας τὴν ἀφήγησιν τοῦ θαύματος ἐξέοπασεν εἰς ἐπικλήσεις πρὸς τὸν ἅγιον, δὲν ἔλειψαν δὲ καὶ τὰ..πολιτικά σχόλια. Υψηλή ἄγνωστος κυρία ἔλεγεν:
-Νὰ ὄψωνται αὐτοὶ ποὺ μᾶς ἔκαναν νὰ γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τοῦ ῾Αγίου Δη-μητρίου, τὴν μνήμην τῶν ᾿Αρχαγγέλων, "Αη Δημήτρη νὰ τοὺς τιμωρήσης!
– Μὴν μιλᾶτε ἔτσι, εἶπεν ἡ Γεωργία, ὁ ῎Αη Δημήτρης ὑπεσχέθη πῶς θὰ ξαναγυ-ρίση...



