Ελληνοϊταλικός πόλεμος, 28 Οκτωβρίου 1940

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, που στην Ελλάδα έμεινε γνωστός ως «Πόλεμος του ’40» ή «Έπος του ’40», άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940. Την εποχή εκείνη η Ιταλία είχε υπό τον έλεγχό της και την Αλβανία, ως ιταλικό προτεκτοράτο. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο χώρες συνεχίστηκαν έως τον Μάρτιο του 1941, όταν το μέτωπο άλλαξε φάση, ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους ακολούθησε η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, γνωστή ως επιχείρηση «Μαρίτα».

Νωρίς το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ο Ιταλός πρέσβης Εμμανουέλε Γκράτσι επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά στο σπίτι του στην Κηφισιά και του παρέδωσε τελεσίγραφο. Με αυτό η Ρώμη απαιτούσε να περάσει ελεύθερα ο στρατός της τα ελληνοαλβανικά σύνορα και να καταλάβει λιμάνια, αεροδρόμια και άλλα σημεία στρατηγικής σημασίας. Οι θέσεις αυτές θα χρησίμευαν στον ανεφοδιασμό και θα άνοιγαν τον δρόμο για τις επόμενες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και η προέλαση προς την Αφρική. Ο Μεταξάς δεν δέχτηκε τους όρους, γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με παραχώρηση βασικών δικαιωμάτων κυριαρχίας. Η άρνησή του έμεινε γνωστή ως το «Όχι» και από τότε συμβολίζει την ελληνική αντίσταση. Σε λίγο οι ιταλικές δυνάμεις διέσχισαν τη μεθόριο και η εισβολή είχε αρχίσει. Κυβέρνηση και στρατός τέθηκαν σε κινητοποίηση, ενώ ο λαός ενώθηκε γύρω από την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας.

Η ελληνική άμυνα κράτησε και σύντομα μετατράπηκε σε αντεπίθεση. Ο ιταλικός στρατός υποχώρησε και οι ελληνικές μονάδες μπήκαν βαθιά στην Αλβανία. Ως τα μέσα Δεκεμβρίου του 1940 είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους σχεδόν το ένα τέταρτο της χώρας· ανάμεσα στις πόλεις που κατέλαβαν ήταν η Κορυτσά, το Πόγραδετς, οι Άγιοι Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και η Χειμάρρα. Απελευθέρωσαν επίσης περιοχές της Βορείου Ηπείρου που ως τότε βρίσκονταν σε ιταλικά χέρια, μεταφέροντας έτσι τον πόλεμο σε έδαφος του αντιπάλου. Τον Μάρτιο του 1941 η Ιταλία επιχείρησε μεγάλη εαρινή επίθεση, με σκοπό να αλλάξει την εικόνα του μετώπου και να πάρει πίσω τα χαμένα εδάφη. Η απόπειρα δεν έφερε την ανατροπή που επιδίωκε: οι ελληνικές θέσεις διατηρήθηκαν και τα ιταλικά κέρδη περιορίστηκαν σε μικρές εκτάσεις βόρεια της Χειμάρρας. Έτσι, ως την άνοιξη του 1941, οι βασικοί ιταλικοί στόχοι παρέμεναν ανεκπλήρωτοι. Τον Απρίλιο, ωστόσο, γερμανικά στρατεύματα πέρασαν τα βόρεια σύνορα. Η επιχείρηση «Μαρίτα», μέσα στη γενικότερη πολεμική συγκυρία, κατέληξε στην ήττα της Ελλάδας και στην κατοχή της από τις δυνάμεις του Άξονα.

Πίσω από την επίθεση βρισκόταν η επεκτατική πολιτική του Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος επιδίωκε να μεγαλώσει τη στρατιωτική και πολιτική δύναμη της Ιταλίας. Η κατεύθυνση αυτή έγινε σαφέστερη μετά το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το Χαλύβδινο Σύμφωνο με τη ναζιστική Γερμανία. Γύρω στα μέσα του 1940, βλέποντας τις επιτυχίες του Αδόλφου Χίτλερ, ο Μουσολίνι ήθελε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του ότι και η Ιταλία ήταν σε θέση να πετύχει παρόμοιες κατακτήσεις. Είχε ήδη καταλάβει την Αλβανία την άνοιξη του 1939, ενώ το καλοκαίρι του 1940 είχε σημειώσει προόδους στην Αφρική, παίρνοντας, μεταξύ άλλων, βρετανικές κτήσεις και βάσεις στη Σομαλιλάνδη. Τα αποτελέσματα αυτά, πάντως, δεν κρίνονταν ισάξια με εκείνα της Γερμανίας. Συγχρόνως επιδίωκε ισχυρότερη παρουσία στα Βαλκάνια, επειδή θεωρούσε ότι η αυξανόμενη γερμανική επιρροή έθετε σε κίνδυνο τα ιταλικά συμφέροντα. Ιδίως η διείσδυση της Γερμανίας στη Ρουμανία, στην οποία είχε αναλάβει την προστασία των πετρελαϊκών κοιτασμάτων, όξυνε τις ανησυχίες του για την ισορροπία στην περιοχή. Σε αυτό το κλίμα, το χτύπημα κατά της Ελλάδας εντασσόταν στο ευρύτερο σχέδιο για ιταλική κυριαρχία στα Βαλκάνια και για καλύτερη θέση στον πόλεμο.

Το ότι η ιταλική εισβολή ανακόπηκε συγκαταλέγεται στις πρώτες σημαντικές επιτυχίες των Συμμάχων απέναντι στον Άξονα. Τόνωσε το ηθικό των ευρωπαϊκών λαών και έδειξε ότι οι δυνάμεις του Άξονα δεν ήταν αήττητες. Ταυτόχρονα μπέρδεψε τους ιταλικούς σχεδιασμούς και βάρυνε στις αποφάσεις της Γερμανίας για τα Βαλκάνια. Κατά πολλούς ιστορικούς, ο πόλεμος αυτός συνέτεινε στο να καθυστερήσει η γερμανική επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, αφού το Βερολίνο χρειάστηκε να επέμβει προς στήριξη του Ιταλού συμμάχου του. Η εισβολή στη Σοβιετική Ένωση άρχισε τον Ιούνιο του 1941. Στη συνέχεια οι Γερμανοί συνάντησαν μεγάλες δυσκολίες από τις καιρικές συνθήκες, τα προβλήματα ανεφοδιασμού και τη σοβιετική αντίσταση· η αποτυχία τους να πάρουν τη Μόσχα, στη μάχη της Μόσχας, έγινε καμπή στο Ανατολικό Μέτωπο. Το κατά πόσο ακριβώς η εκστρατεία στην Ελλάδα μετατόπισε την έναρξη και επηρέασε την έκβαση της επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης συζητείται ακόμη από τους ιστορικούς.

Όπως και αν αποτιμηθεί αυτή η επίδραση, ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος κρατά ιδιαίτερη θέση στη νεότερη ελληνική ιστορία, γιατί έφερε στο προσκήνιο την αντίσταση στρατού και λαού απέναντι σε αντίπαλο με μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ. Η 28η Οκτωβρίου τιμά την άρνηση του ιταλικού τελεσιγράφου και μένει σύμβολο της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της εθνικής αξιοπρέπειας.

Ιστορικό υπόβαθρο

Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις στις αρχές του 20ού αιώναΣτις αρχές του 20ού αιώνα η Ιταλία, ως Μεγάλη Δύναμη, επιδίωκε να κυριαρχήσει στη Μεσόγειο. Υπό τον Μουσολίνι, το φασιστικό καθεστώς διακήρυττε —ή άφηνε να εννοηθεί— ότι σκόπευε να αναβιώσει μια «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» στο πνεύμα του «Mare Nostrum», εντάσσοντας σε αυτήν και την Ελλάδα.Η αντιπαράθεση των δύο χωρών είχε ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του 1910 και εκδηλωνόταν σε δύο μέτωπα: στην Αλβανία, γύρω από τη Βόρειο Ήπειρο, και στα Δωδεκάνησα, που ανήκαν τότε στην Ιταλία. Από τη στιγμή της ίδρυσής της η Αλβανία λειτουργούσε ουσιαστικά ως ιταλικό προτεκτοράτο. Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν είχε παραιτηθεί από τα εδάφη της Βορείου Ηπείρου (Νότιας Αλβανίας)· τα διεκδικούσε ως ανολοκλήρωτο σκέλος της Μεγάλης Ιδέας, επικαλούμενη και τον συμπαγή ελληνικό πληθυσμό της περιοχής. Τα Δωδεκάνησα, από την άλλη, είχαν περάσει στην ιταλική κυριαρχία με τη λήξη του ιταλοτουρκικού πολέμου το 1912. Η υπόσχεση παραχώρησής τους στην Ελλάδα, που δόθηκε το 1919 με τη συμφωνία Βενιζέλου – Τιττόνι, δεν τηρήθηκε.Η ένταση δεν περιορίστηκε εκεί. Μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, όταν η περιοχή της Σμύρνης αποδόθηκε στην Ελλάδα, ιταλικά στρατεύματα στήριζαν τους Τούρκους εθνικιστές εναντίον της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, ενώ σημειώνονταν και μικροσυγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις των δύο κρατών. Αργότερα, η δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελίνι στα ελληνοαλβανικά σύνορα έδωσε στη φασιστική κυβέρνηση το πρόσχημα να βομβαρδίσει και να καταλάβει την Κέρκυρα. Το ενδιαφέρον της Ρώμης για τα Ιόνια δεν ήταν νέο: τα νησιά είχαν ανήκει στη Βενετία έως το 1797 και εξακολουθούσαν να θεωρούνται στόχος του ιταλικού ιμπεριαλισμού.Η όξυνση αυτή διακόπηκε προσωρινά στα χρόνια της κυβέρνησης Βενιζέλου (1928–1932). Τότε οι δύο χώρες υπέγραψαν, στις 23 Σεπτεμβρίου 1928, το Σύμφωνο Φιλίας της Ρώμης, γνωστό και ως Συμφωνία Βενιζέλου – Μουσολίνι.

Η πρώτη σοβαρή ρήξη ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία ήρθε το 1935, όταν η Ελλάδα τάχθηκε στην Κοινωνία των Εθνών υπέρ των οικονομικών κυρώσεων κατά της Ιταλίας, εξαιτίας της επίθεσής της στην Αιθιοπία. Λίγο αργότερα, στις 6 Δεκεμβρίου 1935, η Βρετανία ρώτησε τις βαλκανικές χώρες και την Τουρκία αν θα την στήριζαν σε ενδεχόμενη βρετανοϊταλική σύγκρουση που θα προέκυπτε από τις κυρώσεις αυτές. Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία και Τουρκία απάντησαν θετικά.

Οι διπλωματικές σχέσεις ψυχράνθηκαν περισσότερο όταν, το 1938, δεν ανανεώθηκε η δεκαετής ελληνοϊταλική συμφωνία Βενιζέλου – Μουσολίνι. Τον Ιούνιο του 1937 ο Μεταξάς έλεγε στη Sunday Times, σε συνέντευξη στην Αθήνα, ότι τα ελληνικά συμφέροντα ήταν δεμένα με την Αγγλία. Τον Μάιο του 1940, μιλώντας στη Daily Telegraph, διατύπωνε την ίδια γραμμή με άλλη φράση: η Ελλάδα θα έμενε ουδέτερη όσο η Αγγλία το ήθελε.

Στις 7 Απριλίου 1939 ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αλβανία και η Ιταλία απέκτησε έτσι χερσαία σύνορα με την Ελλάδα. Μετά από αυτό, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία εγγυήθηκαν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Ο Μεταξάς προσπάθησε να διατηρήσει την ουδετερότητα, μολονότι ιδεολογικά βρισκόταν κοντά στον φασισμό και τον ναζισμό και μολονότι είχαν ήδη στηθεί οικονομικοί δεσμοί με τη ναζιστική Γερμανία.

Η κατάληψη της Αλβανίας τον ανάγκασε να αλλάξει τον αμυντικό σχεδιασμό. Τα επιτελεία κατάρτισαν νέο σχέδιο, με την ονομασία ΙΒ (Ιταλία – Βουλγαρία), που περιλάμβανε δύο ενδεχόμενα: είτε επίθεση μόνο της Ιταλίας είτε επίθεση της Ιταλίας με τη συνδρομή των βουλγαρικών ενόπλων δυνάμεων. Από τον Μάρτιο του 1939 η ελληνική διπλωματία μάζευε πληροφορίες για τις προθέσεις των δύο δικτατόρων στα Βαλκάνια. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους έγινε γνωστό ότι, στο πλαίσιο του «Χαλύβδινου Συμφώνου» Ιταλίας – Γερμανίας, η Ελλάδα προοριζόταν για κατάληψη και διαμελισμό: το ανατολικό τμήμα η Γερμανία σκόπευε να το δώσει στη Βουλγαρία, αν εκείνη της επέτρεπε ελεύθερη διάβαση στο Αιγαίο, ενώ το δυτικό θα περνούσε στην Αλβανία, την οποία οι Ιταλοί θα χρησιμοποιούσαν ως κατοχική αστυνομική δύναμη. Όσα ακολούθησαν μετά την κατοχή επιβεβαίωσαν πλήρως αυτές τις πληροφορίες.

Ο Μεταξάς στράφηκε τότε οριστικά προς το αγγλικό στρατόπεδο, επιλογή που ταίριαζε και στον αγγλόφιλο βασιλιά Γεώργιο Β΄. Ο βασιλιάς στήριζε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, οι σχέσεις του όμως με τον Μεταξά είχαν κρυώσει αισθητά όσο ο δικτάτορας αναζητούσε τρόπο να κατοχυρώσει την ουδετερότητα. Για ένα διάστημα τη διαπραγματευόταν πράγματι με τους Γερμανούς, μέσω της ελληνικής πρεσβείας στη Μαδρίτη και του αρχηγού της γερμανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών Βίλχελμ φον Κανάρις, στενού φίλου του φρανκικού καθεστώτος, που σύχναζε στην Ισπανία. Οι εγγυήσεις που έδινε ο φον Κανάρις ήταν τόσο αόριστες, ώστε τελικά δεν έπεισαν τον Μεταξά, παρότι μερίδα Ελλήνων διπλωματών τον προέτρεπε να τις δεχτεί. Ο ποιητής και τότε διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης σημειώνει ότι ορισμένοι από αυτούς ήταν έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε, αρκεί η Ελλάδα να μείνει έξω από τον πόλεμο, και ότι οι γερμανικές εκείνες «εγγυήσεις» δεν μιλούσαν καν για ελληνική ουδετερότητα.

Με δικές του διπλωματικές κινήσεις, από τον Μάιο ως τον Ιούλιο του 1939, και χωρίς συμμετοχή της Ιταλίας, ο Χίτλερ εξασφάλισε τη συμμαχία Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Ο Μουσολίνι θεωρούσε αρχικά τα ρουμανικά πετρέλαια μελλοντικό δικό του λάφυρο στα Βαλκάνια και οι εξελίξεις τον εξόργισαν. Ετοίμαζε ήδη τις δικές του κινήσεις: από τις 11 Αυγούστου είχε αποφασίσει να επέμβει στα Βαλκάνια και η απόφαση για πόλεμο είχε ληφθεί. Ο ίδιος εξακολουθούσε να μιλά για αστραπιαία επίθεση κατά της Ελλάδας στα τέλη Σεπτεμβρίου. Το αρχικό σχέδιο επίθεσης στη Γιουγκοσλαβία μπήκε στο αρχείο, τόσο επειδή η Γερμανία ήταν αντίθετη όσο και επειδή έλειπαν τα αναγκαία μεταφορικά μέσα.

Όταν την 1η Σεπτεμβρίου 1939 ο Χίτλερ χτύπησε την Πολωνία, σε σαφή στροφή προς την Ανατολή, ο Μουσολίνι το έμαθε εκ των υστέρων, όχι ως συνεργάτης και σύμμαχος της Γερμανίας, και αυτό τον εξόργισε ιδιαίτερα. Στις 12 Οκτωβρίου 1940 οι Γερμανοί κατέλαβαν τις πετρελαιοπηγές της Πράχοβα στη Ρουμανία. Και πάλι δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων. Θεώρησε την κίνηση «επέμβαση» των Γερμανών συμμάχων του στη νοτιοανατολική Ευρώπη, περιοχή όπου η Ιταλία ήταν, μαζί με τη Γερμανία, συνεγγυήτρια της εδαφικής ακεραιότητας.

Τρεις μέρες αργότερα συγκάλεσε σύσκεψη στη Ρώμη. Το θέμα δεν ήταν πια μόνο η κατάληψη, σε πρώτη φάση, της Ηπείρου, της Κέρκυρας, της Κεφαλλονιάς και της Ζακύνθου, όπως προέβλεπε το πολεμικό σχέδιο Emergenza G, αλλά η κατάκτηση ολόκληρης της Ελλάδας, είτε σε δεύτερη φάση είτε ταυτόχρονα. Μόνο ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Πιέτρο Μπαντόλιο, έφερε αντιρρήσεις: υποστήριξε ότι πριν από την εισβολή έπρεπε να συγκεντρωθούν τουλάχιστον 20 μεραρχίες, ενώ στην Αλβανία βρίσκονταν τότε μόνο εννέα. Ο διοικητής των δυνάμεων εκεί, Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα —άνθρωπος που όφειλε τη θέση του στην υποταγή του στο κόμμα—, υποστήριξε ότι αρκούσαν τρεις μεραρχίες, και μάλιστα αφότου θα είχε ολοκληρωθεί η πρώτη φάση, δηλαδή η κατάληψη της Ηπείρου. Ο Μουσολίνι όρισε ως ημέρα έναρξης την 26η Οκτωβρίου και ήλπιζε ότι η εκκαθάριση της Ηπείρου θα είχε τελειώσει μεταξύ 10 και 15 Νοεμβρίου. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, που πίστευε ότι θα μπορούσαν να στηριχθούν και σε Έλληνες παράγοντες πρόθυμους να εξαγοραστούν, ανέλαβε να βρει ένα casus belli, μια αφορμή πολέμου. Την επόμενη εβδομάδα προσκλήθηκε να μετάσχει στην επιχείρηση κατά της Ελλάδας ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις Γ΄· αρνήθηκε, γιατί η Γερμανία εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε καθόλου βαλκανικό μέτωπο.

Στην Ιταλία είχε αρχίσει από νωρίς προπαγανδιστική εκστρατεία κατά της Ελλάδας και, παράλληλα, σειρά προκλήσεων: πτήσεις ιταλικών αεροσκαφών μέσα στον ελληνικό εναέριο χώρο και επιθέσεις σε ελληνικά πλοία. Κορύφωση ήταν ο τορπιλισμός και η βύθιση του καταδρομικού «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου, ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, από ιταλικό υποβρύχιο. Παρότι η ιταλική ευθύνη ήταν αδιαμφισβήτητη, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το πλοίο βυθίστηκε από σκάφος «αγνώστου εθνικότητας». Η ουδετερότητα διατηρήθηκε έτσι στα χαρτιά, ο ελληνικός λαός όμως είχε ήδη αρχίσει να υποψιάζεται τους πραγματικούς ενόχους.

Ο πόλεμος, επομένως, δεν ξέσπασε εντελώς αιφνιδιαστικά. Το τελεσίγραφο αναμενόταν από μέρα σε μέρα, και η ημερομηνία της επίδοσής του θεωρούνταν η πιθανότερη, αφού από το 1925 η 28η Οκτωβρίου ήταν εθνική επέτειος του φασισμού στην Ιταλία. Ένα δίκτυο πληροφοριών, σε συνδυασμό με τις ιταλικές προκλήσεις, προμήνυε σχεδόν με βεβαιότητα τη σύγκρουση, και η Ελλάδα βρέθηκε προειδοποιημένη και σε θέση να προβάλει αξιόλογη αντίσταση. Επιπλέον, στις 26 Οκτωβρίου 1940 το ιταλικό πρακτορείο «Στέφανι» μετέδωσε την ψευδή είδηση ότι ελληνική ένοπλη συμμορία είχε εισβάλει σε αλβανικό έδαφος και είχε χτυπήσει με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες στρατιωτικό φυλάκιο κοντά στην Κορυτσά. Την επομένη, παραμονή της κήρυξης του πολέμου, το ίδιο πρακτορείο ισχυρίστηκε ότι Έλληνες ή Βρετανοί πράκτορες έριξαν βόμβες κοντά στο γραφείο του Ιταλού λιμενάρχη των Αγίων Σαράντα. Το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων διέψευσε αμέσως και τις δύο ειδήσεις.

Το ιταλικό τελεσίγραφο και η ελληνική αντίδραση

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, έδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Ο Ντούτσε απαιτούσε να περάσουν ελεύθερα ιταλικά στρατεύματα και να καταλάβουν «στρατηγικά σημεία» μέσα στην ελληνική επικράτεια, χωρίς να τα προσδιορίζει. Ο Μεταξάς το απέρριψε με τη φράση «Alors, c'est la guerre» — στα γαλλικά, «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».

Για την άρνηση αυτή οι εκτιμήσεις διίστανται. Αρκετοί ιστορικοί τη συνδέουν με την πίεση της κοινής γνώμης· άλλοι τη θεωρούν προσωπική πράξη και απόφαση του Μεταξά. Ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι απέρρεε από την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν επί χρόνια για ενδεχόμενη εχθρική επίθεση.

Μέσα σε λίγες ώρες άρχισε η ιταλική επίθεση. Ο Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα στον ελληνικό λαό και το έκλεινε έτσι: «Ὅλον τό Ἔθνος ἄς ἐγερθῆ σύσσωμον. Ἀγωνισθῆτε διά τήν Πατρίδα, τάς γυναίκας, τά παιδιά σας καί τάς ἱεράς μας παραδόσεις. Νύν ὑπέρ πάντων ὁ ἀγών.» Αμέσως μετά ο κόσμος βγήκε στους δρόμους, τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και φωνάζοντας αντιιταλικά συνθήματα. Νεανικές διαδηλώσεις μπήκαν σε ιταλικά γραφεία και επιχειρήσεις, ενώ συνελήφθησαν πολλοί Ιταλοί υπήκοοι, ανάμεσά τους και αρκετοί καλλιτέχνες. Εθελοντές, άνδρες και γυναίκες, έσπευσαν σε όλη τη χώρα στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν. Το έθνος ενώθηκε απέναντι στην ιταλική επιθετικότητα.

Ο φυλακισμένος ηγέτης του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος, Νίκος Ζαχαριάδης, προσδοκώντας κινήσεις νομιμοποίησης του ΚΚΕ από το καθεστώς και θεωρώντας ότι ακολουθεί οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς, έγραψε στις 31 Οκτωβρίου Ανοιχτό Γράμμα. Με αυτό καλούσε όλους τους Έλληνες να στηρίξουν χωρίς επιφύλαξη την πολεμική προσπάθεια υπό την κυβέρνηση. Εξακόσιοι κομμουνιστές κρατούμενοι της Ακροναυπλίας ζήτησαν να σταλούν στην πρώτη γραμμή· ο Μανιαδάκης, όμως, έθεσε ως όρο να αποκηρύξουν τις ιδέες τους. Όταν στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός προχώρησε στην Αλβανία και το καθεστώς δεν έδωσε ανταλλάγματα στο ΚΚΕ, ο Ζαχαριάδης άλλαξε στάση. Σε δύο μεταγενέστερα γράμματα, που έμειναν αδημοσίευτα, κατηγόρησε τον Μεταξά ότι έμπλεκε τη χώρα σε ιμπεριαλιστικό κατακτητικό πόλεμο και καλούσε τους Έλληνες στρατιώτες να ανατρέψουν την κυβέρνηση, με στόχο τη σύναψη ειρήνης.

Παράλληλα, εξόριστοι δημοκράτες στα νησιά των Κυκλάδων —Φολέγανδρο, Κίμωλο, Ανάφη— ζήτησαν με αίτηση προς το Υπουργείο Ασφαλείας να σταλούν στο μέτωπο: οι άνδρες στην πρώτη γραμμή και οι γυναίκες ως νοσοκόμες σε προωθημένα ιατρεία. Στην Κίμωλο πρωτοστάτησαν η Φούλα Χατζιδάκη και ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης. Οι κρατούντες αρνήθηκαν. Μπροστά στον κίνδυνο να παραδοθούν στους ναζί, οι εξόριστοι συνεδρίασαν και αποφάσισαν να δραπετεύσουν.

Όταν ο πόλεμος είχε πλέον ξεσπάσει στα ελληνοαλβανικά σύνορα, στο Βερολίνο επικράτησε οργή για την ενέργεια του Μουσολίνι, που κρίθηκε ακατανόητη και στρατηγικά λανθασμένη. Οι Γερμανοί ειδοποίησαν τον Μεταξά ότι η παρουσία μικρών βρετανικών αεροπορικών μονάδων δεν αποτελούσε λόγο κήρυξης πολέμου ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, εφόσον απαγορευόταν σε αυτές η χρήση αεροδρομίων στη Βόρεια Ελλάδα.

Οι δυνάμεις και τα σχέδια των αντιπάλων

Νωρίς το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρέσβης της Ιταλίας στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο που είχε στείλει ο Μουσολίνι. Ο Ντούτσε ζητούσε ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, ώστε να καταλάβουν «στρατηγικά σημεία» στην ελληνική επικράτεια, χωρίς όμως να ονομάζει ποια. Η απάντηση του Μεταξά ήταν απορριπτική και δόθηκε με τα λόγια «Alors, c'est la guerre», δηλαδή, στα γαλλικά, «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».

Οι ιστορικοί δεν συμφωνούν για το τι βάρυνε πίσω από αυτή την άρνηση. Για αρκετούς, καθοριστική ήταν η πίεση της κοινής γνώμης. Άλλοι τη βλέπουν ως προσωπική ενέργεια και απόφαση του ίδιου του Μεταξά. Υπάρχει και η άποψη, ανάμεσα σε σύγχρονους ιστορικούς, ότι η απόφαση έβγαινε από την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, δεδομένου ότι η χώρα προετοιμαζόταν επί χρόνια για πιθανή εχθρική επίθεση.

Η ιταλική επίθεση άρχισε μέσα σε λίγες ώρες. Ο Μεταξάς μίλησε στον ελληνικό λαό με διάγγελμα, που έκλεινε με την προτροπή: «Ὅλον τό Ἔθνος ἄς ἐγερθῆ σύσσωμον. Ἀγωνισθῆτε διά τήν Πατρίδα, τάς γυναίκας, τά παιδιά σας καί τάς ἱεράς μας παραδόσεις. Νύν ὑπέρ πάντων ὁ ἀγών.» Αμέσως ο κόσμος κατέβηκε στους δρόμους. Ακούστηκαν πατριωτικά τραγούδια και αντιιταλικά συνθήματα, νεανικές διαδηλώσεις μπήκαν σε ιταλικά γραφεία και επιχειρήσεις, και συνελήφθησαν πολλοί Ιταλοί υπήκοοι, μεταξύ των οποίων και αρκετοί καλλιτέχνες. Άνδρες και γυναίκες εθελοντές έτρεξαν στα στρατολογικά γραφεία σε όλη την επικράτεια για να καταταγούν. Απέναντι στην ιταλική επιθετικότητα, το έθνος εμφανίστηκε ενωμένο.

Στις 31 Οκτωβρίου ο Νίκος Ζαχαριάδης, φυλακισμένος ηγέτης του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος, έγραψε Ανοιχτό Γράμμα. Περίμενε κινήσεις νομιμοποίησης του ΚΚΕ από το καθεστώς και πίστευε ότι ακολουθεί τις οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στο γράμμα καλούσε όλους τους Έλληνες να στηρίξουν χωρίς επιφυλάξεις την πολεμική προσπάθεια υπό την κυβέρνηση. Οι κομμουνιστές κρατούμενοι της Ακροναυπλίας, εξακόσιοι στον αριθμό, ζήτησαν να πάνε στην πρώτη γραμμή. Ο Μανιαδάκης δέχτηκε μόνο υπό τον όρο να αποκηρύξουν τις ιδέες τους. Η στάση του Ζαχαριάδη άλλαξε όταν ο ελληνικός στρατός προήλασε στην Αλβανία και το καθεστώς δεν έδωσε ανταλλάγματα στο ΚΚΕ. Σε δύο κατοπινά γράμματα, που δεν δημοσιεύτηκαν, κατηγόρησε τον Μεταξά ότι ενέπλεκε τη χώρα σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατάκτησης και καλούσε τους Έλληνες στρατιώτες να ρίξουν την κυβέρνηση, ώστε να συναφθεί ειρήνη.

Την ίδια περίοδο, δημοκράτες εξόριστοι στη Φολέγανδρο, την Κίμωλο και την Ανάφη υπέβαλαν αίτηση στο Υπουργείο Ασφαλείας: ζητούσαν να σταλούν στο μέτωπο, οι άνδρες στην πρώτη γραμμή και οι γυναίκες ως νοσοκόμες σε προωθημένα ιατρεία. Στην Κίμωλο μπροστά βρέθηκαν η Φούλα Χατζιδάκη και ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης. Η απάντηση των κρατούντων ήταν αρνητική. Επειδή κινδύνευαν να παραδοθούν στους ναζί, οι εξόριστοι συνεδρίασαν και αποφάσισαν τη δραπέτευση.

Στο Βερολίνο, μόλις ο πόλεμος ξέσπασε στα ελληνοαλβανικά σύνορα, η ενέργεια του Μουσολίνι προκάλεσε οργή: κρίθηκε ακατανόητη και λάθος από στρατηγική άποψη. Οι Γερμανοί ενημέρωσαν τον Μεταξά ότι μικρές βρετανικές αεροπορικές μονάδες στην Ελλάδα δεν θα αποτελούσαν αιτία πολέμου με τη Γερμανία, με την προϋπόθεση να μην τους επιτρέπεται η χρήση αεροδρομίων στη Βόρεια Ελλάδα.

Ανάμεσα στα δύο Σώματα Στρατού, στην περιοχή Ερσέκα – Λεσκοβίκι, είχε ταχθεί η 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Γιούλια» (Julia), υπό τον στρατηγό Τζιρότι (Girotti). Η δύναμή της ήταν 10.800 άνδρες και αποτελούνταν από πέντε τάγματα, έξι ορειβατικές πυροβολαρχίες και μία ίλη ιππικού.

Τις δυνάμεις αυτές υποστήριζε η Ιταλική Βασιλική Αεροπορία (Regia Aeronautica). Στο αλβανικό μέτωπο διέθεσε 179 καταδιωκτικά, 225 βομβαρδιστικά και 59 αναγνωριστικά, δηλαδή 463 αεροσκάφη συνολικά.

Το σχέδιο μπορούσε να πετύχει μόνο αν η εισβολή ήταν αιφνιδιαστική και γινόταν με ταχυκίνητα μέσα, ώστε να προλάβει την επιστράτευση και τη συγκέντρωση του Ελληνικού Στρατού. Ο υφυπουργός των Στρατιωτικών, στρατηγός Σοντού, διαβεβαίωσε τον Μουσολίνι ότι σε μία εβδομάδα ο ιταλικός στρατός θα βρισκόταν στα Ιωάννινα και σε δεκαπέντε με είκοσι ημέρες στην Πρέβεζα.

Από τις εννέα μεραρχίες που οι Ιταλοί είχαν στην Αλβανία, το σχέδιο όριζε δύο για προκάλυψη προς τη Γιουγκοσλαβία, δύο στην περιοχή της Κορυτσάς για ενεργητική άμυνα, τρεις για την κύρια ενέργεια κατά της Ηπείρου και δύο για την κάλυψη αυτής της κύριας ενέργειας. Στη διεύθυνση της κύριας προσπάθειας οι ιταλικές δυνάμεις υπερτερούσαν των ελληνικών σε πυροβολικό, πεζικό και τεθωρακισμένα. Το ορεινό έδαφος της Ηπείρου, οι αντιαρματικές οχυρώσεις και οι στενοί δρόμοι περιόριζαν όμως αυτή την υπεροχή. Οι κατευθύνσεις ενέργειας, ιδίως στον τομέα της Ηπείρου, ήταν σωστές· οι δυνάμεις που διατέθηκαν, με εξαίρεση τους αλπινιστές, δεν ήταν κατάλληλες. Τα ιταλικά άρματα και τα μηχανοκίνητα έμεναν δεμένα στο φτωχό οδικό δίκτυο. Οι ελληνικές μονάδες, αντίθετα, κινούνταν με άλογα και μουλάρια και περνούσαν άνετα από τα μονοπάτια των ηπειρωτικών βουνών. Στην υποτίμηση του ηθικού του αντιπάλου και στην υπερτίμηση της δικής τους ισχύος πυρός, της αεροπορίας και των αρμάτων προστέθηκαν οι δύσκολες εδαφικές και καιρικές συνθήκες.

Μετά την ιταλική κατάληψη της Αλβανίας, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο εκπόνησε το σχέδιο «ΙΒ» (Ιταλία-Βουλγαρία), που αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση ενδεχόμενης ταυτόχρονης επίθεσης από τις δύο χώρες. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές κινήσεις στην Ήπειρο, με σταδιακή υποχώρηση προς τη φυσικά οχυρή γραμμή Άραχθος–Μέτσοβο–Αλιάκμονας–Βέρμιο, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα περιορισμένης αντεπίθεσης στη Δυτική Μακεδονία. Ακολούθησαν δύο αναθεωρήσεις: το «ΙΒα», που επέβαλλε άμυνα ακριβώς στα σύνορα, και το «ΙΒβ», που τοποθετούσε την άμυνα σε ενδιάμεση θέση μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης.

Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, διοικητή της VIII Μεραρχίας, δόθηκε ευρεία ελευθερία κινήσεων ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων στο πεδίο. Ο ίδιος αποφάσισε να μην εγκαταλείψει χωρίς μάχη εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια των Ιωαννίνων, στην περιοχή Ελαίας–Καλπακίου και κατά μήκος του Καλαμά, παρά τις εντολές του Γενικού Επιτελείου που έδιναν προτεραιότητα στην κάλυψη της Δυτικής Μακεδονίας και στη φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου καθώς και των οδών προς την Αιτωλοακαρνανία.

Στο σύνολο της συνοριακής γραμμής με την Αλβανία οι ελληνικές δυνάμεις ανέρχονταν περίπου σε 35.000 άνδρες και κατανέμονταν ως εξής:

  • Στην Ήπειρο η VIII Μεραρχία Πεζικού, υπό τον υποστράτηγο Κατσιμήτρο, είχε ήδη προεπιστρατευθεί και ενισχυθεί με το στρατηγείο της III Ταξιαρχίας (συνταγματάρχης Δημήτριος Γιατζής) καθώς και με επιπλέον μονάδες πεζικού και πυροβολικού. Συνολικά διέθετε τέσσερις διοικήσεις συνταγμάτων πεζικού, δεκαπέντε τάγματα πεζικού, δεκαέξι πυροβολαρχίες, πέντε ουλαμούς πυροβολικού συνοδείας, δύο τάγματα πολυβόλων κινήσεως, μία πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων και μία μεραρχιακή μονάδα αναγνωρίσεως. Παράλληλα, το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III Μεραρχίας είχε επιστρατευθεί και από τις 27 Οκτωβρίου κατευθυνόταν προς την Ήπειρο.
  • Στη Δυτική Μακεδονία βρισκόταν το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα. Σε αυτό υπάγονταν:
    • το Β΄ Σώμα Στρατού (αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος), με τις I (υποστράτηγος Δημήτριος Βραχνός) και IX (υποστράτηγος Χρήστος Ζυγούρης) Μεραρχίες Πεζικού, την V Ταξιαρχία Πεζικού και τον ΙΧα Συνοριακό Τομέα·
    • το Γ΄ Σώμα Στρατού (αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου), με τις X (υποστράτηγος Χρήστος Κίτσος) και XI (συνταγματάρχης ΠΒ Γεώργιος Κώτσαλος) Μεραρχίες Πεζικού, την IV Ταξιαρχία Πεζικού και τους ΙΧ, Χ και ΧΙ Συνοριακούς Τομείς. Το μεγαλύτερο μέρος της Χ Μεραρχίας βρισκόταν στη Βέροια, την Έδεσσα και τα Γιαννιτσά, ενώ της ΧΙ στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Την παραμονή της ιταλικής επίθεσης το ΤΣΔΜ είχε αναπτύξει στα αλβανικά σύνορα 22 τάγματα πεζικού και 22½ πυροβολαρχίες.
  • Στην περιοχή της Πίνδου, ανάμεσα στο ΤΣΔΜ και την VIII Μεραρχία, δρούσε το «Απόσπασμα Πίνδου» υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, με το 51ο Σύνταγμα Πεζικού (δύο τάγματα), μία ορειβατική πυροβολαρχία των 75 χιλ., έναν ουλαμό πυροβολικού συνοδείας των 65 χιλ. και έναν ουλαμό ιππικού.

Οι Έλληνες διέθεταν πλεονέκτημα στο πεζικό των μεγάλων μονάδων (τρία συντάγματα ανά μεραρχία έναντι δύο των ιταλικών) και ελαφρώς περισσότερο ορειβατικό πυροβολικό και τουφέκια. Αντίθετα, υστερούσαν σε βαρύ και πεδινό πυροβολικό και δεν είχαν καθόλου άρματα. Οι Ιταλοί υπερτερούσαν καθοριστικά στον αέρα, με περίπου 400 σύγχρονα αεροσκάφη έναντι των 115 της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας (38 διώξεως, 27 βομβαρδιστικά, 50 παρατηρήσεως) και 28 της Ναυτικής Αεροπορίας· έως τον Ιανουάριο του 1941 τα ελληνικά αεροσκάφη είχαν μειωθεί σε 49. Επιπλέον, μεγάλο μέρος του ελληνικού οπλισμού χρονολογούνταν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή προερχόταν από χώρες που βρίσκονταν υπό κατοχή (Γερμανία, Βέλγιο, Αυστρία, Γαλλία), με αποτέλεσμα να έχει διακοπεί η προμήθεια ανταλλακτικών και πυρομαχικών.

Παρά τις υλικές αδυναμίες, πολλοί Έλληνες αξιωματικοί ήταν βετεράνοι σχεδόν μιας δεκαετίας συνεχών πολέμων (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος, Μικρασιατική Εκστρατεία) και ο στρατός είχε αναδιοργανωθεί σημαντικά στη δεκαετία του 1930. Το ηθικό ήταν εξαιρετικά υψηλό· οι άνδρες ήταν αποφασισμένοι να αποκρούσουν την επίθεση και να «πάρουν εκδίκηση για την Τήνο». Ο Βρετανός αξιωματικός πληροφοριών David Hunt, που υπηρετούσε στην Αθήνα, σημείωσε χαρακτηριστικά: «Η ισχύς των ελληνικών δυνάμεων είναι το πεζικό, που μπορεί να πολεμήσει με ένα καρβέλι ψωμί και μια φούχτα ελιές την ημέρα».

Μετά τον πόλεμο, αρκετοί Ιταλοί αξιωματικοί παρομοίαζαν την ελληνική αντίσταση στην Ήπειρο με εκείνη των Τούρκων στα Δαρδανέλια κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ορισμένοι μάλιστα απέδιδαν μέρος της αντοχής στη συμμετοχή προσφύγων (περίπου 25 %) από την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, οι οποίοι γνώριζαν καλά την ανοιχτή ιταλική υποστήριξη προς τον Κεμάλ κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Φάσεις επιχειρήσεων
Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου οι Ιταλοί πέρασαν στην επίθεση. Τα ελληνικά τμήματα προκάλυψης εγκατέλειψαν αμέσως τη συνοριακή γραμμή και υποχώρησαν σε νέες θέσεις στα μετόπισθεν, εφαρμόζοντας επιβραδυντικό αγώνα. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κατευθύνθηκαν προς το Καλπάκι (θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής, ενώ η μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε νοτιοανατολικά του Καλπακίου με στόχο να περάσει τον Καλαμά. Η προώθησή τους δυσχεραινόταν σοβαρά από τις κατεστραμμένες οδούς και γέφυρες, αλλά και από τις αδιάκοπες βροχές που μετέτρεπαν τα μονοπάτια σε βούρκο και τα ρυάκια σε χειμάρρους.

Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύχτα της 29ης προς 30ή Οκτωβρίου. Στις 31 Οκτωβρίου, ενώ το ιταλικό Γενικό Επιτελείο ανακοίνωνε ότι «οι μονάδες μας συνεχίζουν να προελαύνουν στην Ήπειρο και έφτασαν στον ποταμό Καλαμά σε πολλά σημεία. Αντίξοες καιρικές συνθήκες και ενέργειες των υποχωρούντων εχθρών δεν επιβραδύνουν την προέλαση των δυνάμεών μας», οι δυνάμεις των μεραρχιών «Φερράρα» και «Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται μπροστά από την κύρια αμυντική τοποθεσία στο Καλπάκι. Οι κακές καιρικές συνθήκες στη θάλασσα ματαίωσαν την προγραμματισμένη απόβαση στην Κέρκυρα.

Την 1η Νοεμβρίου το ιταλικό Γενικό Επιτελείο έθεσε ως προτεραιότητα το μέτωπο της Αλβανίας έναντι εκείνου της Αφρικής. Από τις 2 έως τις 9 Νοεμβρίου οι επανειλημμένες προσπάθειες διάσπασης της κύριας αμυντικής γραμμής συνετρίβησαν από τις δυνάμεις της VIII Μεραρχίας. Στις 9 Νοεμβρίου οι επιθέσεις σταμάτησαν· οι ιταλικές δυνάμεις στην Ήπειρο υποχώρησαν σε αμυντικές θέσεις, απειλούμενες πλέον από την ελληνική αντεπίθεση που προερχόταν από την περιοχή της Πίνδου.

Η σοβαρότερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις προήλθε από τη διείσδυση των περίπου 11.000 ανδρών της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο, με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας. Η κίνηση αυτή κινδύνευε να αποκόψει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας. Η «Τζούλια» σημείωσε αρχικά επιτυχίες, απωθώντας τις περιορισμένες δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του συνταγματάρχη Δαβάκη. Οι μικρές φρουρές στα συνοριακά φυλάκια ανατράπηκαν γρήγορα και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου ολόκληρο το απόσπασμα υποχρεώθηκε σε σύμπτυξη. Ο ρόλος του ήταν εξάλλου προκαλυπτικός, σύμφωνα με τα ισχύοντα τότε σχέδια που προέβλεπαν επιβραδυντικό αγώνα διάρκειας περίπου δύο εβδομάδων μέχρι την ολοκλήρωση της επιστράτευσης.

Την επομένη οι αλπινιστές συνέχισαν τις επιθέσεις και η κατάσταση για τους Έλληνες έγινε κρίσιμη. Όλοι οι άνδρες του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν ήδη ριχτεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό. Μέσα από δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά, τη νύχτα, στο κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη, μετέφεραν πυρομαχικά, τρόφιμα και εφόδια στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές, ενώ βοηθούσαν και στη μεταφορά των τραυματιών στα μετόπισθεν. Αυτή ήταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού στο «Έπος της Πίνδου».

Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο αντιλήφθηκε έγκαιρα τον κίνδυνο και κατηύθυνε αμέσως όλες τις μονάδες που επιστρατεύονταν προς την απειλούμενη περιοχή. Στις 31 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε η πρώτη ελληνική αντεπίθεση, με περιορισμένη επιτυχία. Στις 3 Νοεμβρίου οι Ιταλοί κατέλαβαν τη Βοβούσα, περίπου 20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου, αλλά δεν διέθεταν επαρκείς δυνάμεις για να ασφαλίσει το αριστερό τους πλευρό, όπου αντεπιτέθηκαν οι ελληνικές ενισχύσεις που είχαν φτάσει στην περιοχή.

Ο συνταγματάρχης Δαβάκης, αν και δεν έλαβε μέρος στην αντεπίθεση της 2ας Νοεμβρίου, εκτελώντας προσωπική αναγνώριση στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία Φούρκας τραυματίστηκε σοβαρά από εχθρικά πυρά και διακομίστηκε αρχικά στο νοσοκομείο Κοζάνης και στη συνέχεια στην Αθήνα. Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν τη «Τζούλια», η οποία εγκατέλειψε τη Βοβούσα στις 4 Νοεμβρίου. Μέχρι τις 7 Νοεμβρίου διεξήχθησαν σκληρές μάχες σε εξαιρετικά αντίξοες καιρικές συνθήκες. Οι αλπινιστές, αποκομμένοι από τα μετόπισθέν τους, πολέμησαν απεγνωσμένα για την επιβίωσή τους. Στις 8 Νοεμβρίου ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε υποχώρηση νότια του όρους Σμόλικα, κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αώου, προς την Κόνιτσα, όπου είχε ήδη προωθηθεί η 47η Μεραρχία «Μπάρι» (η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα). Έως τις 13 Νοεμβρίου οι Έλληνες είχαν ανακαταλάβει όλες τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας που παρέμεινε υπό τον έλεγχο της «Μπάρι» μέχρι τις 16 Νοεμβρίου. Έτσι έληξε η «Μάχη της Πίνδου».

Στη Δυτική Μακεδονία, λόγω της ιταλικής αδράνειας και με στόχο την ανακούφιση του μετώπου της Πίνδου, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο προώθησε στις 31 Οκτωβρίου το Γ΄ Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, με εντολή να επιτεθεί στην Αλβανία. Η επίθεση αναβλήθηκε για τις 14 Νοεμβρίου λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού.

Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση αιφνιδίασε το ιταλικό Γενικό Επιτελείο, που περίμενε ένα εύκολο «στρατιωτικό πικνίκ». Αρκετές μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ τα αρχικά σχέδια για επιθέσεις σε ελληνικά νησιά ακυρώθηκαν. Εξοργισμένος από τη στασιμότητα της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε τη Διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου, πρώην υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής διέταξε αμέσως τη διακοπή κάθε επιθετικής ενέργειας και την κατάληψη αμυντικών θέσεων. Ήταν πλέον σαφές ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Οι ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να φτάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου. Η αδράνεια της Βουλγαρίας επέτρεψε στο Γενικό Επιτελείο να μεταφέρει τη μεγάλη πλειονότητα των μονάδων από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα στο αλβανικό μέτωπο. Έτσι ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος πέτυχε αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει την αντεπίθεση. Έντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο ταξιαρχίες πεζικού και η Μεραρχία Ιππικού υπό τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μία τεθωρακισμένη.

Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ΄ Σώμα Στρατού, ενισχυμένα με μονάδες από ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα, επιτέθηκαν στις 14 Νοεμβρίου με κατεύθυνση την Κορυτσά. Μετά από σκληρή μάχη στην οχυρωμένη μεθόριο, οι Έλληνες τη διέσπασαν στις 17 Νοεμβρίου και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22. Η αναποφασιστικότητα του ελληνικού Γενικού Επιτελείου έδωσε χρόνο στους Ιταλούς να αναδιοργανωθούν και να αποφύγουν την πλήρη κατάρρευση, παρόλο που στο στράτευμά τους είχε ήδη ξεσπάσει κρίση με παραιτήσεις υψηλόβαθμων αξιωματικών.

Η επίθεση από τη Δυτική Μακεδονία συνδυάστηκε με γενική επίθεση σε όλο το μήκος του μετώπου. Το Α΄ και το Β΄ Σώμα Στρατού προέλασαν στην Ήπειρο και μετά από σκληρές μάχες κατέλαβαν τους Αγίους Σαράντα, το Πόγραδετς και το Αργυρόκαστρο μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, ενώ τη Χειμάρρα την παραμονή των Χριστουγέννων. Είχε πλέον περιέλθει υπό ελληνικό έλεγχο ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, πριν ξεσπάσει η βαρυχειμωνιά, καταλήφθηκε και το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας. Οι Έλληνες δεν κατάφεραν όμως να προωθηθούν προς το Μπεράτι, ενώ απέτυχε και η επίθεσή τους προς την Αυλώνα. Στη μάχη για την Αυλώνα οι ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν βαριές απώλειες, αλλά στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε. Ο λόγος ήταν η αριθμητική υπεροχή που είχαν πλέον αποκτήσει οι Ιταλοί, καθώς και η μεγάλη απόσταση από τα κέντρα ανεφοδιασμού. Χαρακτηριστικό είναι ότι από την Αθήνα προς τη Λάρισα κινούνταν μόλις δύο συρμοί την ημέρα, μεταφέροντας 240 τόνους εφοδίων με μικρές ταχύτητες, επειδή έκαιγαν ξύλα χαμηλής θερμικής απόδοσης αντί για άνθρακα.

Στο μεταξύ, ο στρατηγός Σόντου αντικαταστάθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου από τον Ούγκο Καβαλλέρο. Στις 4 Μαρτίου, με την απειλή της γερμανικής επέμβασης να γίνεται ολοένα και πιο έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες τους ενισχύσεις και πολεμοφόδια στους Έλληνες. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, με εντολή του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ, η ελληνική αεροπορία είχε ήδη ενισχυθεί με λίγα αεροσκάφη που αποσπάστηκαν από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Τώρα έφταναν στην Ελλάδα βρετανικά αποικιακά στρατεύματα: 34.000 Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, 24.000 Βρετανοί, 5.000 Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, καθώς και Άραβες, Εβραίοι και Παλαιστίνιοι εθελοντές. Συνολικά στάλθηκαν τέσσερις μεραρχίες, εκ των οποίων δύο τεθωρακισμένες, που αριθμούσαν περίπου 60.000 άνδρες υπό τον στρατηγό Χένρι Ουίλσον. Ήδη από τις 15 Νοεμβρίου 1940 είχαν σταλεί από τα βρετανικά αποθέματα 180.000 ζεύγη αρβυλών, 350.000 ζεύγη καλτσών και εκατοντάδες μουλάρια με δύο πλοία, εκ των οποίων το ένα βυθίστηκε.

Αποτυχημένη εαρινή ιταλική επίθεση (9 Μαρτίου – τέλη Μαρτίου 1941)
Η στασιμότητα στο μέτωπο συνεχίστηκε, παρά τις κατά τόπους συγκρούσεις, επειδή και οι δύο πλευρές ήταν εξαντλημένες και δεν διέθεταν τη δύναμη για νέα μεγάλη επίθεση. Οι Έλληνες βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση: είχαν ήδη μεταφέρει μεγάλο μέρος του εξοπλισμού και των μονάδων τους από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα για να ενισχύσουν το αλβανικό μέτωπο, με αποτέλεσμα να παραμένουν ιδιαίτερα εκτεθειμένοι σε ενδεχόμενη βουλγαρική ή γερμανική εισβολή.

Οι Ιταλοί, επιδιώκοντας να πετύχουν μια νίκη πριν από την πλέον αναμενόμενη γερμανική επέμβαση, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για νέα επίθεση με την κωδική ονομασία «Primavera» (Άνοιξη). Ανέπτυξαν δεκαεπτά μεραρχίες (συνολικά μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου βρίσκονταν στην Αλβανία 25 ιταλικές μεραρχίες) απέναντι στις δεκατρείς ελληνικές. Υπό την προσωπική επίβλεψη του Μουσολίνι εξαπέλυσαν την επίθεση στο στενό της Κλεισούρας. Ενδιάμεσοι στόχοι ήταν τα υψώματα 709, 731 και 1260, καθώς και ο κόμβος της Κλεισούρας, ενώ τελικός αντικειμενικός σκοπός παρέμενε η επανέναρξη της προέλασης προς τα Ιωάννινα.

Η επίθεση διήρκεσε από τις 9 έως τις 20 Μαρτίου, αλλά δεν κατάφερε να απωθήσει τους Έλληνες. Οι Ιταλοί κέρδισαν μόνο περιορισμένες εκτάσεις βόρεια της Χειμάρρας και μικρές περιοχές γύρω από το Μπεράτι. Κατά τη διάρκειά της, οι ελληνικές απώλειες σε τραυματίες έφταναν κατά μέσο όρο τους 1.000 άνδρες ημερησίως. Από τότε και μέχρι τη γερμανική επίθεση της 6ης Απριλίου, οι επιχειρήσεις μειώθηκαν σημαντικά σε ένταση. Η σημαντικότερη σύγκρουση της Εαρινής Επίθεσης ήταν η μάχη για το ύψωμα 731, εναντίον του οποίου επιτέθηκαν μονάδες της μεραρχίας «Μπάρι». Το ύψωμα παρέμεινε απόρθητο και έκτοτε χαρακτηρίστηκε από τους Ιταλούς ως «Ιερά Ζώνη», λόγω των εξαιρετικά βαριών απωλειών που υπέστησαν.

Ακολουθήστε μας στο Google News

Google News <-----Google News

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πυρκαγιά σε μονοκατοικία στο Σιδηρόκαστρο, 2 Οκτωβρίου 2026

Απόπειρα εξαπάτησης ηλικιωμένης στο Καπνόφυτο - Την απέτρεψαν κάτοικοι, 5 Σεπτεμβρίου 2026

Συνέντευξη με την Γερόντισσα Ευφημία της Ιεράς Μονής Αγίων Κήρυκου και Ιουλίττας

Νέα

Σαν σήμερα



Εορτασμοί σήμερα


Αναρτήσεις...

  • Φόρτωση αναρτήσεων...

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Συνταγές

ΓηΤονια

Χαμένες Πατρίδες

Ρετρό

Σιδή Ρόκ Άστρο

Ο χαζός του χωριού