Πριν από τα social media, οι άνθρωποι είχαν ήδη κοινωνικά δίκτυα
Γιατί ο πόλεμος των ΜΜΕ κατά των social media....είναι απλό, έχασαν μερίδιο από την "πίτα".
Όταν μιλάμε σήμερα για τα social media, συχνά τα αντιμετωπίζουμε σαν να δημιούργησαν έναν εντελώς καινούργιο τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι γνωρίζονται, επικοινωνούν, δημιουργούν παρέες και αναζητούν ο ένας τον άλλον. Μαζί με αυτή την αντίληψη έρχεται και η ιδέα ότι δημιούργησαν καινούργιους κινδύνους: αγνώστους που προσεγγίζουν ανθρώπους, ψεύτικες ταυτότητες, ανώνυμη επικοινωνία, παιδιά που συνομιλούν με ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζουν, άνθρωποι που παρουσιάζουν στο διαδίκτυο μια διαφορετική εικόνα από αυτή που έχουν στην πραγματική ζωή. Όμως, αν κοιτάξει κανείς λίγο πιο πίσω στην ιστορία, θα διαπιστώσει ότι το βασικό κοινωνικό φαινόμενο είναι πολύ παλαιότερο. Οι άνθρωποι επικοινωνούσαν με αγνώστους, αναζητούσαν φίλους και γνωριμίες, δημιουργούσαν κοινότητες, αντάλλασσαν επιστολές, έγραφαν δημόσια για τον εαυτό τους και προσπαθούσαν να βρουν ανθρώπους με τους οποίους είχαν κοινά ενδιαφέροντα πολύ πριν εμφανιστεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής.
Στις κοινωνίες του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, οι εφημερίδες και τα περιοδικά αποτελούσαν πολύ περισσότερα από μέσα ενημέρωσης. Ήταν χώροι στους οποίους οι άνθρωποι μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, ακόμη κι αν δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Μέσα από προσωπικές αγγελίες, στήλες αλληλογραφίας, επιστολές αναγνωστών και διάφορες μορφές οργανωμένης επικοινωνίας, ένας άνθρωπος μπορούσε να απευθυνθεί σε μια ολόκληρη κοινότητα αγνώστων και να αναζητήσει ανταπόκριση. Κάποιος ήθελε έναν φίλο δι' αλληλογραφίας, κάποιος άλλος αναζητούσε ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, άλλος ήθελε να γνωρίσει ανθρώπους από έναν διαφορετικό τόπο και άλλος απλώς αναζητούσε μια ανθρώπινη επαφή έξω από τον στενό κύκλο της καθημερινότητάς του. Δεν υπήρχε ο όρος «κοινωνικό δίκτυο», αλλά υπήρχε ήδη η βασική λειτουργία του: άνθρωποι που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους έβρισκαν έναν κοινό χώρο μέσα στον οποίο μπορούσαν να συναντηθούν κοινωνικά.
Η διαδικασία ήταν φυσικά πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Δεν υπήρχε άμεσο μήνυμα, δεν υπήρχε ειδοποίηση, δεν υπήρχε η δυνατότητα να δει κάποιος σε πραγματικό χρόνο ποιος είναι διαθέσιμος ή ποιος διάβασε την απάντησή του. Η επικοινωνία απαιτούσε χρόνο. Μια αγγελία έπρεπε πρώτα να δημοσιευθεί, κάποιος έπρεπε να τη διαβάσει, να αποφασίσει να απαντήσει και στη συνέχεια η απάντηση να ταξιδέψει μέχρι τον παραλήπτη. Αυτή η αργή διαδικασία όμως δεν αναιρεί το βασικό χαρακτηριστικό: οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν ένα δημόσιο μέσο για να δημιουργήσουν ιδιωτικές σχέσεις με ανθρώπους που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστοι.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργούνταν πραγματικές κοινότητες. Άνθρωποι που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ μπορούσαν να γνωρίζονται μέσα από τις επιστολές τους, να περιμένουν ο ένας την απάντηση του άλλου και να αναπτύσσουν φιλίες που διαρκούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μια μικρή αγγελία μπορούσε να γίνει η αρχή μιας μακράς αλληλογραφίας και η αλληλογραφία μπορούσε να δημιουργήσει μια σχέση που δεν θα είχε υπάρξει διαφορετικά. Αυτό που σήμερα κάνει μια διαδικτυακή κοινότητα μέσα σε λίγες ώρες, τότε μπορούσε να χρειάζεται εβδομάδες ή μήνες. Η κοινωνική ανάγκη όμως ήταν η ίδια: η ανάγκη του ανθρώπου να βρει άλλους ανθρώπους.
Αυτό έχει σημασία και για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σήμερα την έννοια της «διαδικτυακής παρέας». Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να αισθάνεται κοντά σε ανθρώπους τους οποίους δεν έχει συναντήσει ποτέ δεν είναι καινούργια. Η ανθρώπινη σχέση δεν απαιτούσε πάντοτε φυσική παρουσία. Μια επιστολή μπορούσε να δημιουργήσει οικειότητα, εμπιστοσύνη και συναισθηματικό δεσμό. Ο άνθρωπος που έγραφε μπορούσε να μοιραστεί σκέψεις και προσωπικά προβλήματα με έναν άγνωστο που βρισκόταν μακριά. Με τον ίδιο τρόπο, σήμερα ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ότι ανήκει σε μια διαδικτυακή κοινότητα ανθρώπων τους οποίους δεν έχει συναντήσει ποτέ. Το μέσο άλλαξε, αλλά η ανάγκη για σύνδεση παρέμεινε.
Το ίδιο συνέβαινε και με την αναζήτηση φίλων. Η μοναξιά δεν είναι προϊόν της ψηφιακής εποχής. Οι άνθρωποι που δυσκολεύονταν να βρουν παρέες στον άμεσο κοινωνικό τους κύκλο μπορούσαν να απευθυνθούν σε μια ευρύτερη κοινότητα και να αναζητήσουν ανθρώπους με τους οποίους θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν. Η προσωπική αγγελία ήταν, μεταξύ άλλων, ένας τρόπος να ξεπεράσει κάποιος τα όρια του μικρού κοινωνικού του περιβάλλοντος. Αντί να περιμένει να γνωρίσει τυχαία κάποιον, μπορούσε να δηλώσει δημόσια ότι αναζητά επαφή. Αυτό, σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές σχέσεις ήταν συχνά περισσότερο περιορισμένες από τον τόπο κατοικίας, την οικογένεια και την κοινωνική τάξη, μπορούσε να ανοίξει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο επικοινωνίας.
Αλλά δεν ήταν μόνο οι ενήλικες μέρος αυτής της διαδικασίας. Υπήρχαν και οργανωμένοι χώροι επικοινωνίας για παιδιά, στους οποίους οι μικροί αναγνώστες μπορούσαν να στέλνουν γράμματα, να μοιράζονται εμπειρίες και να γνωρίζουν μέσα από την αλληλογραφία άλλα παιδιά. Τα παιδιά μπορούσαν να συμμετέχουν σε μια κοινότητα ανθρώπων που δεν γνώριζαν προσωπικά και να αποκτούν την αίσθηση ότι ανήκουν σε έναν μεγαλύτερο κύκλο. Η σημαντική διαφορά από τη σημερινή κατάσταση ήταν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις υπήρχαν συνήθως ενήλικες που λειτουργούσαν ως διαμεσολαβητές. Οι επιστολές έφταναν σε έναν υπεύθυνο, τα στοιχεία μπορούσαν να είναι γνωστά σε αυτόν ακόμη κι αν δεν δημοσιεύονταν και υπήρχε κάποιος που αποφάσιζε τι θα περάσει τελικά στη δημόσια σφαίρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το παρελθόν ήταν ένας κόσμος χωρίς κινδύνους. Η ύπαρξη ενήλικης εποπτείας δεν εξαφάνιζε την πιθανότητα εξαπάτησης και ούτε κάθε άνθρωπος που επικοινωνούσε με αγνώστους ήταν αυτόματα αξιόπιστος. Εκεί ακριβώς βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες ιστορικές ομοιότητες με τη σημερινή εποχή. Όταν δύο άνθρωποι δεν γνωρίζονται προσωπικά, ο καθένας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις πληροφορίες που ο άλλος επιλέγει να δώσει. Και αυτό σημαίνει ότι πάντοτε υπήρχε η δυνατότητα κάποιος να αποκρύψει στοιχεία, να παρουσιάσει τον εαυτό του διαφορετικά ή ακόμη και να κατασκευάσει μια ψεύτικη ταυτότητα. Δεν χρειάζονταν social media για να συμβεί αυτό. Χρειαζόταν απλώς η δυνατότητα επικοινωνίας χωρίς άμεση προσωπική γνωριμία.
Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να συγχέουμε κάθε μορφή ανωνυμίας ή διαφορετικής παρουσίασης του εαυτού με κακή πρόθεση. Οι άνθρωποι ανέκαθεν προστάτευαν την ιδιωτικότητά τους, χρησιμοποιούσαν διαφορετικά ονόματα ή απέφευγαν να δημοσιοποιήσουν προσωπικά στοιχεία. Η ανωνυμία μπορούσε να λειτουργήσει ως προστασία. Μπορούσε όμως, όπως και σήμερα, να χρησιμοποιηθεί και για εξαπάτηση. Η ίδια δυνατότητα μπορούσε να υπηρετήσει διαφορετικούς σκοπούς. Αυτό που έχει σημασία είναι η χρήση της και όχι απλώς η ύπαρξή της.
Ακριβώς το ίδιο ισχύει για τις σχέσεις μεταξύ αγνώστων. Σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ότι ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει κάποιον μέσα από μια πλατφόρμα χωρίς να έχουν κανέναν κοινό γνωστό. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν δυνατό και παλαιότερα, απλώς απαιτούσε περισσότερο χρόνο. Η προσωπική αγγελία, η αλληλογραφία και οι οργανωμένες κοινότητες αναγνωστών έδιναν τη δυνατότητα σε ανθρώπους να ξεπεράσουν τα όρια της φυσικής τους κοινωνικής ζωής. Ο άγνωστος δεν ήταν απαραίτητα απειλή. Μπορούσε να γίνει φίλος, συνομιλητής ή συνεργάτης. Αλλά ακριβώς επειδή ήταν άγνωστος, υπήρχε πάντοτε ένα στοιχείο αβεβαιότητας.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική ιστορική διαφορά ανάμεσα στο παρελθόν και στο σήμερα. Δεν είναι ότι τότε υπήρχαν άνθρωποι με διαφορετικές ανάγκες και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι με καινούργιες ανάγκες. Είναι ότι η τεχνολογία έχει αλλάξει δραματικά την ταχύτητα και την κλίμακα με την οποία μπορούμε να ικανοποιήσουμε αυτές τις ανάγκες. Μια επικοινωνία που κάποτε χρειαζόταν εβδομάδες μπορεί σήμερα να ολοκληρωθεί σε λίγα λεπτά. Μια κοινότητα που κάποτε αποτελούνταν από ανθρώπους μιας πόλης ή μιας χώρας μπορεί σήμερα να αποτελείται από ανθρώπους από ολόκληρο τον κόσμο. Ένας άνθρωπος που κάποτε μπορούσε να απευθυνθεί σε ένα περιορισμένο κοινό μπορεί σήμερα να βρεθεί μπροστά σε χιλιάδες ή εκατομμύρια ανθρώπους.
Και αυτή η αλλαγή έχει δύο πλευρές. Το ίδιο μέσο που κάνει ευκολότερη τη φιλία κάνει ευκολότερη και την εξαπάτηση. Το ίδιο μέσο που επιτρέπει σε ένα παιδί να γνωρίσει συνομηλίκους του από μια άλλη χώρα μπορεί να επιτρέψει σε έναν άγνωστο ενήλικο να κρύψει την πραγματική του ταυτότητα. Το ίδιο μέσο που δημιουργεί μια κοινότητα ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάποιον που θέλει να παραπλανήσει. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά στην ιστορία που ένα μέσο επικοινωνίας έχει αυτή τη διπλή δυνατότητα. Κάθε μέσο που φέρνει ανθρώπους σε επαφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για δημιουργία σχέσεων όσο και για κατάχρηση της εμπιστοσύνης.
Γι' αυτό είναι παραπλανητικό να αντιμετωπίζουμε τα social media σαν να δημιούργησαν από το μηδέν όλα αυτά τα κοινωνικά προβλήματα. Δεν δημιούργησαν τη μοναξιά, την ανάγκη για φιλία, την επιθυμία για επικοινωνία, την αναζήτηση ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα ή την ανθρώπινη ικανότητα να εξαπατά. Όλα αυτά υπήρχαν πολύ πριν από την ψηφιακή εποχή. Τα social media έφεραν κάτι διαφορετικό: ένα εργαλείο που επιτρέπει σε αυτές τις συμπεριφορές να εκδηλώνονται με πρωτοφανή ταχύτητα, ευκολία και εμβέλεια.
Ίσως, λοιπόν, το πιο χρήσιμο είναι να μη βλέπουμε το παρελθόν σαν έναν αθώο κόσμο και το παρόν σαν έναν επικίνδυνο κόσμο. Το παρελθόν είχε τις δικές του μορφές επικοινωνίας, τις δικές του κοινότητες, τις δικές του φιλίες και τους δικούς του κινδύνους. Τα παιδιά μπορούσαν να επικοινωνούν με άλλα παιδιά, αλλά υπήρχαν ενήλικες που λειτουργούσαν ως διαμεσολαβητές. Οι άνθρωποι μπορούσαν να γνωρίζουν αγνώστους, αλλά έπρεπε να περιμένουν την αλληλογραφία. Κάποιος μπορούσε να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα του εαυτού του, αλλά η διαδικασία ήταν πιο αργή. Οι άνθρωποι μπορούσαν να δημιουργήσουν πραγματικές σχέσεις χωρίς να έχουν συναντηθεί ποτέ, αλλά αυτές οι σχέσεις αναπτύσσονταν μέσα από ένα διαφορετικό τεχνολογικό περιβάλλον.
Η ιστορία, επομένως, δεν μας λέει ότι τα social media είναι «το πρόβλημα». Μας δείχνει ότι οι άνθρωποι έφεραν μαζί τους στο νέο μέσο όλα όσα είχαν ήδη μέσα στην κοινωνία: την ανάγκη για επαφή, τη φιλία, τη συνεργασία, τη μοναξιά, την αναζήτηση αποδοχής, την περιέργεια για τον άγνωστο, αλλά και την ικανότητα της εξαπάτησης. Αυτό που άλλαξε είναι η δύναμη του μέσου. Και όσο πιο ισχυρό γίνεται ένα μέσο επικοινωνίας, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η γνώση, η κριτική σκέψη, η εποπτεία και οι κανόνες που προστατεύουν εκείνους που είναι περισσότερο ευάλωτοι.
Πριν υπάρξουν τα social media, λοιπόν, υπήρχαν ήδη άνθρωποι που αναζητούσαν ανθρώπους. Υπήρχαν φιλίες που ξεκινούσαν χωρίς προσωπική γνωριμία, κοινότητες που δημιουργούνταν από απόσταση, παιδιά που συμμετείχαν σε οργανωμένες μορφές αλληλογραφίας, ενήλικες που διαχειρίζονταν αυτές τις επικοινωνίες, άνθρωποι που έκρυβαν μέρος της ταυτότητάς τους και άνθρωποι που μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την εμπιστοσύνη των άλλων. Δεν ήταν ο ίδιος κόσμος με τον σημερινό και δεν πρέπει να κάνουμε την ιστορική σύγκριση πιο απλή από όσο είναι. Ήταν όμως ένας κόσμος όπου η βασική ανθρώπινη ανάγκη για κοινωνική σύνδεση είχε ήδη βρει τρόπους να λειτουργήσει.
Τα social media δεν έφεραν την κοινωνική δικτύωση στον κόσμο. Έφεραν την κοινωνική δικτύωση στην ψηφιακή εποχή. Και μαζί της μετέφεραν και όλα όσα ήταν πάντοτε μέρος των ανθρώπινων σχέσεων: την ανάγκη να βρούμε ο ένας τον άλλον, τη χαρά της επικοινωνίας, τη δημιουργία κοινοτήτων, αλλά και την ανάγκη να είμαστε προσεκτικοί όταν δεν γνωρίζουμε πραγματικά ποιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά. Η τεχνολογία άλλαξε το μέσο. Ο άνθρωπος, σε πολύ μεγάλο βαθμό, παρέμεινε ο ίδιος.
-Νίκος Παπαδόπουλος (Social media mamager)









