Η κατάκτηση του Στρυμόνα ,της Αμφίπολης και της Τορωνής από τους Αθηναίους στο βιβλίο Ἱστορίαι του Θουκιδίδη, π. 430 π.Χ.

Θουκιδίδη Ἱστορίαι βιβλίο 1

Η κατάκτηση του Στρυμόνα και της Αμφίπολης από τους Αθηναίους στο βιβλίο Ἱστορίαι του Θουκιδίδη, π. 430 π.Χ.

[1.96.1] Οι Αθηναίοι ανάλαβαν, έτσι, την αρχηγία με την θέληση των συμμάχων εξαιτίας της έχθρας τους εναντίον του Παυσανία. Όρισαν ποιοί από τους συμμάχους έπρεπε να συνεισφέρουν χρήματα και ποιοί να προμηθεύουν καράβια για την αντιμετώπιση των βαρβάρων. Σκοπός, έλεγαν, ήταν να λεηλατήσουν τις κτήσεις του Βασιλέως, αντίποινα για τα όσα είχαν πάθει. [1.96.2] Για πρώτη φορά τότε οι Αθηναίοι διόρισαν Ελληνοταμίες που πηγαίναν και εισπράτταν τον φόρο. Έτσι ονομάστηκε, τότε, η εισφορά. Το ύψος του πρώτου φόρου που ορίστηκε ήταν τετρακόσια εξήντα τάλαντα, ταμείο ήταν η Δήλος και οι συνελεύσεις της συμμαχίας γίνονταν στον Ναό.
[1.97.1] Αλλά στο διάστημα μεταξύ του μηδικού και του πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι, οι οποίοι στην αρχή ασκούσαν την ηγεμονία τους επάνω σε ισότιμους συμμάχους κι έπαιρναν αποφάσεις σε κοινά συμβούλια, σημείωσαν πολλή πρόοδο και στα πολεμικά και στην διακυβέρνησή τους, αναλαμβάνοντας δράση είτε εναντίον των Μήδων είτε εναντίον των συμμάχων τους που αποστατούσαν είτε εναντίον των Πελοποννησίων εκείνων που βοηθούσαν τις αποστασίες. [1.97.2] Αναφέρω, σαν παρένθεση στην διήγησή μου, τα γεγονότα αυτά, επειδή όλοι όσοι έγραψαν πριν από μένα παράλειψαν την περίοδο αυτή για ν᾽ ασχοληθούν ή με τα πριν από μηδικά ή με τα μηδικά. Ένας μόνο, ο Ελλάνικος, στην «Αττική Ιστορία» του μνημονεύει πολύ σύντομα τα γεγονότα, αναφέροντας λίγα πράγματα και με ανακρίβειες στην χρονολογία. Μια τέτοια παρένθεση, άλλωστε, θα εξηγήσει πώς οι Αθηναίοι δημιούργησαν την ηγεμονία τους.
[1.98.1] Πρώτη επιτυχία των Αθηναίων ήταν να κυριέψουν, με αρχηγό τον Κίμωνα του Μιλτιάδου, την Ηιόνα του Στρυμόνα, και να υποδουλώσουν τους κατοίκους της. [1.98.2] Ύστερα υποδούλωσαν την Σκύρο, στο Αιγαίο. Την κατοικούσαν Δόλοπες που τους πήραν δούλους κι έστειλαν δικούς τους αποίκους. [1.98.3] Μετά πολέμησαν εναντίον της Καρύστου χωρίς ν᾽ αναμειχθεί ή υπόλοιπη Εύβοια, και μετά από καιρό ρύθμισαν τις σχέσεις τους με συνθήκες. [1.98.4] Μετά πολέμησαν εναντίον της Νάξου που είχε επαναστατήσει, την πολιόρκησαν και την ανάγκασαν να παραδοθεί. Ήταν η πρώτη συμμαχική πολιτεία που στερήθηκε την ελευθερία της κατά παράβαση της συμμαχίας, αλλά αργότερα τούτο συνέβηκε και με άλλες πολιτείες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
[1.99.1] Οι λόγοι που προκαλούσαν τις αποστασίες των συμμάχων ήσαν διάφοροι, αλλά κυρίως ήταν η καθυστέρηση στην πληρωμή του φόρου ή στην παράδοση καραβιών και καμιά φορά η λιποταξία, γιατί οι Αθηναίοι εφάρμοζαν αυστηρά τις συμφωνίες και γίνονταν φορτικοί, ασκώντας πίεση σε πολιτείες που δεν ήσαν συνηθισμένες ούτε πρόθυμες να υποστούν θυσίες. [1.99.2] Γενικά οι σύμμαχοι δεν δέχονταν πια με ευχαρίστηση την αρχηγία των Αθηναίων, οι οποίοι στις εκστρατείες δεν συμπεριφέρονταν πια σαν ίσοι προς ίσους με τους συμμάχους τους και μπορούσαν εύκολα να υποτάξουν τους αποστάτες. [1.99.3] Υπεύθυνοι για την εξέλιξη αυτή ήσαν οι ίδιοι οι σύμμαχοι, οι οποίοι ήσαν απρόθυμοι να εκστρατεύσουν και, για να μην φεύγουν από τον τόπο τους, προτιμούσαν οι περισσότεροι, αντί να προμηθεύουν πολεμικά, να πληρώνουν σε χρήμα τις αντίστοιχες δαπάνες. Έτσι ο αθηναϊκός στόλος γινόταν ισχυρότερος με τα χρήματα που πλήρωναν οι σύμμαχοι, ενώ οι ίδιοι, όταν επαναστατούσαν, άρχιζαν τον αγώνα απροετοίμαστοι και χωρίς καμιά πολεμική πείρα.

[4.49.1] Με το τέλος του καλοκαιριού, οι Αθηναίοι της Ναυπάκτου, μαζί με τους Ακαρνάνες, ξεκίνησαν εναντίον του Ανακτορίου, κορινθιακή αποικία που βρίσκεται στο στόμιο του Αμπρακικού κόλπου. Κυρίεψαν την πολιτεία με προδοσία. Οι Ακαρνάνες έδιωξαν τους Κορινθίους, έφεραν δικούς τους απ᾽ όλα τα μέρη της Ακαρνανίας και τους εγκαταστήσαν εκεί. Έτσι τέλειωσε το καλοκαίρι.
[4.50.1] Τον επόμενο χειμώνα, ο Αριστείδης του Αρχίππου, ένας από τους αρχηγούς του αθηναϊκού στόλου που είχε πάει για να εισπράξει τον φόρο από τους συμμάχους, έπιασε αιχμάλωτο, κοντά στην Ηιόνα του Στρυμόνος, τον Πέρση Αρταφέρνη, που πήγαινε στη Λακεδαίμονα, αποσταλμένος του Βασιλέως. [4.50.2] Τον μεταφέραν στην Αθήνα και διάβασαν τα γράμματα που είχε μαζί του, αφού τα μετάφρασαν από τ᾽ ασσυριακά. Μέσα στα πολλά άλλα ήταν και μια περικοπή όπου ο Βασιλεύς έλεγε στους Λακεδαιμονίους ότι δεν είχε καταλάβει τί ακριβώς θέλουν, γιατί ενώ του είχαν στείλει πολλούς πρέσβεις, κανείς δεν έλεγε τα ίδια με τον άλλον και ότι, αν θέλουν να του μηνύσουν συγκεκριμένα πράματα, να στείλουν αντιπρόσωπό τους με τον Αρταφέρνη. [4.50.3] Οι Αθηναίοι έστειλαν, με καράβι τους, τον Αρταφέρνη και δικούς τους πρέσβεις στην Έφεσο, αλλά εκεί οι πρέσβεις έμαθαν ότι ο Αρταξέρξης, γιος του Ξέρξη, είχε μόλις πεθάνει, και γύρισαν πίσω.
[4.51.1] Τον ίδιο χειμώνα οι Χίοι, κατά διαταγή των Αθηναίων, που τους υποπτεύθηκαν ότι θα επαναστατήσουν, κατεδάφισαν τα τείχη που είχαν χτίσει πρόσφατα, αλλά προτού το κάνουν, πήραν από τους Αθηναίους εγγυήσεις όσο είναι δυνατόν σοβαρές, ότι δεν θα πάθουν τίποτε. Τέλειωσε έτσι ο χειμώνας και μαζί ο έβδομος χρόνος του πολέμου που ιστορεί ο Θουκυδίδης.
[4.52.1] Στην αρχή του επόμενου καλοκαιριού έγινε έκλειψη ηλίου, τις πρώτες μέρες του φεγγαριού. Στην αρχή του ίδιου μήνα έγινε και σεισμός. [4.52.2] Οι εξόριστοι της Μυτιλήνης και της υπόλοιπης Λέσβου, έχοντας βάσεις στην αντικρινή στεριά, και με μισθοφόρους που είχαν φέρει από τα γύρω μέρη κι από την Πελοπόννησο, κυρίεψαν το Ροίτειον, αλλά το αποδώσαν, χωρίς να κάνουν καμιά καταστροφή, αφού πήραν δύο χιλιάδες φωκικούς στατήρες. [4.52.3] Μετά πήγαν στην Άντανδρο και την κυρίεψαν με προδοσία. Είχαν σκοπό ν᾽ απελευθερώσουν και τις άλλες πολιτείες, τις ονομαζόμενες Ακταίες, που ανήκαν πριν στους Μυτιληναίους και τώρα τις είχαν οι Αθηναίοι, αλλά προπάντων την Άντανδρο για να την οχυρώσουν —ήταν εύκολο να σκαρώσουν εκεί καράβια, επειδή στο όρος Ίδη είχε δάση— κι από κει να έχουν κατάλληλο ορμητήριο για να κάνουν επιδρομές εναντίον της Λέσβου που ήταν κοντά και για να υποτάξουν τις Αιολικές πολιτείες της στεριάς. Μ᾽ αυτόν τον σκοπό, λοιπόν, έκαναν τις προετοιμασίες τους.
[4.53.1] Το ίδιο καλοκαίρι, οι Αθηναίοι, μ᾽ εξήντα καράβια, δύο χιλιάδες οπλίτες, λίγο ιππικό και συμμάχους από την Μίλητο και άλλα μέρη, εκστρατεύσαν εναντίον των Κυθήρων. Στρατηγοί ήσαν ο Νικίας του Νικηράτου, ο Νικόστρατος του Διειτρέφους και ο Αυτοκλής του Τολμαίου. [4.53.2] Τα Κύθηρα είναι νησί που βρίσκεται κοντά στην Λακωνική, αντίκρυ στον Μαλέα. Οι κάτοικοί του είναι περίοικοι από την Λακεδαίμονα. Ο διοικητής λεγόταν «Κυθηροδίκης» και τον έστελναν κάθε χρόνο από την Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες διατηρούσαν πάντα φρουρά από οπλίτες και φρόντιζαν πολύ για την ασφάλεια του νησιού. [4.53.3] Ήταν γι᾽ αυτούς ενδιάμεσος σταθμός, όπου έπιαναν τα εμπορικά από την Αίγυπτο και την Λιβύη. Εκτός απ᾽ αυτό, τα Κύθηρα ήταν προφύλαξη εναντίον των πειρατών, που απ᾽ την θάλασσα και μόνο, μπορούσαν να βλάπτουν την Λακωνική που εξέχει ολόκληρη ανάμεσα στο Λιβυκό και το Σικελικό πέλαγος.
[4.54.1] Οι Αθηναίοι, λοιπόν, αφού έφτασαν στα Κύθηρα κυρίεψαν, με δέκα καράβια και δυο χιλιάδες Μιλήσιους οπλίτες, την παραλιακή πόλη Σκάνδεια. Με τον υπόλοιπο στρατό έκαναν απόβαση στην ακτή του νησιού που βλέπει προς τον Μαλέα και προχώρησαν προς την πόλη των Κυθηραίων. Τους βρήκαν όλους παραταγμένους κι έτοιμους, [4.54.2] έγινε μάχη και οι Κυθηραίοι αντιστάθηκαν λίγο, αλλά έπειτα υποχώρησαν και καταφύγαν στην ακρόπολή τους. Συνθηκολόγησαν, μετά, με τον Νικία και τους άλλους στρατηγούς, με όρο ν᾽ αποφασίσουν για την τύχη τους οι Αθηναίοι, εκτός απ᾽ το να τους θανατώσουν. [4.54.3] Ο Νικίας είχε κάνει, και πριν, συνεννοήσεις με μερικούς Κυθηραίους και γι᾽ αυτό η συμφωνία έγινε γρήγορα και μ᾽ ευνοϊκούς όρους, τόσο για την άμεση παράδοση όσο και για την μελλοντική τύχη των κατοίκων, αλλιώς οι Αθηναίοι ασφαλώς θα είχαν εκτοπίσει όλους τους Κυθηραίους που ήσαν Λακεδαιμόνιοι και το νησί τους ήταν τόσο κοντά στην Λακωνική. [4.54.4] Μετά την συνθηκολόγηση, οι Αθηναίοι εγκαταστάθηκαν και στην Σκάνδεια, μικρή πολιτεία πάνω στο λιμάνι, άφησαν φρουρά στα Κύθηρα και πήγαν στην Ασίνη, στο Έλος και στα περισσότερα παραλιακά χωριά της Λακωνικής, έκαναν αποβάσεις, κατασκήνωσαν όπου το μέρος ήταν κατάλληλο και ρήμαξαν την γη επτά, περίπου, μέρες.

[4.100.1] Οι Βοιωτοί, χωρίς να χάσουν καιρό, μετακάλεσαν ακοντιστές και σφενδονιστές, από την περιοχή του Μαλιακού κόλπου. Είχαν έρθει για να τους βοηθήσουν —αλλά έφτασαν μετά την μάχη— δύο χιλιάδες Κορίνθιοι οπλίτες, οι Πελοποννήσιοι της φρουράς των Μεγάρων και πολλοί Μεγαρείς. Βάδισαν όλοι εναντίον του Δηλίου κι έκαναν έφοδο εναντίον του οχυρού, δοκιμάζοντας διάφορους τρόπους και κατόρθωσαν να το κυριέψουν, φέρνοντας μια πολιορκητική μηχανή κατασκευασμένη με τον ακόλουθο τρόπο. [4.100.2] Πριόνισαν του μάκρους ένα μακρύ δοκάρι και το έσκαψαν ώστε να είναι κούφιο σ᾽ όλο του το μάκρος και κόλλησαν πάλι τα δύο κομμάτια (σαν αυλό) και στην μια άκρη κρέμασαν, με αλυσίδες, ένα καζάνι. Προσαρμόσαν στο δοκάρι έναν σιδερένιο κυρτό σωλήνα που κατέβαινε προς το καζάνι κι έντυσαν το μεγαλύτερο μέρος του δοκαριού με σίδερο. [4.100.3] Μεταφέραν μ᾽ αμάξια την μηχανή από μεγάλη απόσταση ώς το τείχος, στο σημείο όπου ήταν χτισμένο με ξύλα και κληματόβεργες. Όταν τοποθέτησαν την μηχανή πολύ κοντά στο τείχος, έβαλαν μεγάλα φυσερά από την δική τους άκρη και άρχισαν να φυσάνε. [4.100.4] Ο αέρας, μέσ᾽ από το κούφιο δοκάρι, έμπαινε με ορμή στο καζάνι όπου είχαν βάλει αναμμένα κάρβουνα, θειάφι και πίσσα και γινόταν φλόγα μεγάλη που έβαλε φωτιά στο τείχος, όπου κανείς υπερασπιστής δεν μπορούσε να μείνει. Το εγκαταλείψαν κι έφυγαν. Έτσι κυριεύτηκε το τείχος. [4.100.5] Από τους στρατιώτες της φρουράς μερικοί σκοτώθηκαν και διακόσιοι αιχμαλωτίστηκαν, αλλά οι περισσότεροι μπήκαν στα καράβια και γύρισαν στην Αθήνα.
[4.101.1] Το Δήλιον έπεσε δέκα επτά μέρες μετά από την μάχη και όταν, μετά από λίγο, έφτασε κήρυκας των Αθηναίων, ο οποίος δεν ήξερε τίποτε από τα όσα είχαν συμβεί, και ζήτησε τους νεκρούς, οι Βοιωτοί δεν έδωσαν την ίδια απάντηση που είχαν δώσει πριν, αλλά αποδώσαν τους νεκρούς. [4.101.2] Στην μάχη σκοτώθηκαν λιγότεροι από πεντακόσιους Βοιωτοί και από τους Αθηναίους λιγότεροι από χίλιους, μεταξύ τους κι ο στρατηγός Ιπποκράτης. Σκοτώθηκαν και πάρα πολλοί ψιλοί Αθηναίοι και βοηθοί στα μεταγωγικά. [4.101.3] Λίγο μετά την μάχη αυτήν, ο Δημοσθένης, που είχε πάει με τον στόλο στις Σίφες όπου είχε αποτύχει το σχέδιο να του παραδοθεί με προδοσία η πολιτεία, έκανε απόβαση στη Σικυωνία, με στρατό Ακαρνάνες, Αγραίους και τετρακόσιους Αθηναίους οπλίτες. [4.101.4] Αλλά πριν φτάσουν όλα τα καράβια, οι Σικυώνιοι έκαναν επίθεση εναντίον εκείνων που είχαν αποβιβαστεί, τους νίκησαν και τους κυνήγησαν ώς τα καράβια. Άλλους σκότωσαν και άλλους έπιασαν ζωντανούς. Αφού έστησαν τρόπαιο, παραχώρησαν ανακωχή για να πάρουν οι Αθηναίοι τους νεκρούς τους. [4.101.5] Τις μέρες που γίνονταν οι συμπλοκές στο Δήλιον, ο βασιλεύς των Οδρυσών Σιτάλκης, σκοτώθηκε σε εκστρατεία (όπου νικήθηκε) εναντίον των Τριβαλλών. Ο ανεψιός του Σεύθης, γιος του Σπαραδόκου, τον διαδέχτηκε στην βασιλεία των Οδρυσών και στα μέρη εκείνα της Θράκης όπου είχε βασιλέψει ο Σιτάλκης.
[4.102.1] Τον ίδιο χειμώνα, ο Βρασίδας με τους συμμάχους του της Θράκης, εξεστράτευσε εναντίον της Αμφίπολης, αποικίας των Αθηναίων που βρίσκεται στον ποταμό Στρυμόνα. [4.102.2] Στο μέρος αυτό, όπου βρίσκεται τώρα η πολιτεία, είχε δοκιμάσει να χτίσει ελληνική αποικία ο Αρισταγόρας ο Μιλήσιος, όταν τον καταδίωκε ο Δαρείος, αλλά τον έδιωξαν οι Ηδώνες. Τριάντα δύο χρόνια αργότερα, οι Αθηναίοι προσπάθησαν κι εκείνοι να ιδρύσουν αποικία, στέλνοντας δέκα χιλιάδες δικούς τους αποίκους και όσους άλλους ήθελαν να πάνε, αλλά και αυτοί καταστράφηκαν στην Δράβησκο από τους Θράκες. [4.102.3] Είκοσι εννέα χρόνια αργότερα, οι Αθηναίοι δοκίμασαν και πάλι κι έστειλαν αρχηγό τον Άγνωνα του Νικίου. Έδιωξαν τους Ηδώνες κι έχτισαν πολιτεία στο μέρος αυτό που λεγόταν Εννέα Οδοί. Χρησιμοποίησαν για βάση τους την Ηιόνα, δικό τους εμπορικό κέντρο, παραθαλάσσιο, στις εκβολές του ποταμού, σε απόσταση είκοσι πέντε στάδια από την σημερινή πολιτεία την οποία ονόμασε ο Άγνων Αμφίπολη, επειδή ο Στρυμών σχηματίζει εκεί μια μεγάλη καμπύλη και ζώνει την πολιτεία. Ο Άγνων οχύρωσε το μέρος χτίζοντας μακρύ τείχος από την όχθη της μιας καμπής έως την άλλη κι έχτισε την πολιτεία που είναι ορατή και από την θάλασσα και από την στεριά.

[4.103.1] Ο Βρασίδας με τον στρατό του ξεκίνησαν από την Άρνη της Χαλκιδικής και, κατά το δειλινό, έφτασαν στον Αυλώνα και τον Βορμίσκο, στο σημείο όπου η λίμνη Βόλβη χύνεται στην θάλασσα και, αφού δείπνησε ο στρατός, εξακολούθησε, νύχτα, την πορεία του. [4.103.2] Ήταν κακοκαιρία κι έριχνε χιονόνερο και γι᾽ αυτό βιάζονταν για να μην μάθουν τίποτε οι κάτοικοι της Αμφίπολης, εκτός από όσους ήσαν συνεννοημένοι μαζί του. [4.103.3] Στην Αμφίπολη κατοικούσαν μερικοί Αργίλιοι —η Άργιλος είναι αποικία των Ανδρίων— και άλλοι που συνεννοήθηκαν με τον Βρασίδα. Μερικούς τους είχε παρασύρει ο Περδίκκας κι άλλους οι Χαλκιδείς. [4.103.4] Αλλά οι πιο δραστήριοι ήσαν οι ίδιοι οι Αργίλιοι, γείτονες της Αμφίπολης, οι οποίοι από πάντα ήσαν ύποπτοι στους Αθηναίους ότι έχουν βλέψεις στην πολιτεία. Και τώρα που είχε παρουσιαστεί η ευκαιρία και είχε έρθει ο Βρασίδας, είχαν αρχίσει από αρκετό καιρό συνεννοήσεις με τους συμπατριώτες τους που ζούσαν στην πόλη, για να ετοιμαστεί η παράδοσή της. Την νύχτα εκείνη, οι Αργίλιοι αποστάτησαν από τους Αθηναίους, δέχτηκαν τον Βρασίδα στην πολιτεία τους και τον οδήγησαν, με τον στρατό του προτού ξημερώσει, στην γέφυρα του ποταμού, [4.103.5] η οποία απέχει αρκετά από την πολιτεία τους. Την εποχή εκείνη τα τείχη της Αμφίπολης δεν έφταναν έως την γέφυρα, όπως τώρα, και την φύλαγε μικρή φρουρά που εύκολα την εξουδετέρωσε ο Βρασίδας, τόσο επειδή είχε γίνει προδοσία όσο κι επειδή ο Βρασίδας έκανε την επίθεσή του αιφνιδιαστικά, με την κακοκαιρία. Πέρασαν την γέφυρα και κυρίεψαν όλα τα έξω από τα τείχη περίχωρα της Αμφίπολης.
[4.104.1] Η διάβασή του απ᾽ την γέφυρα ήταν τόσο ξαφνική για τους κατοίκους της πολιτείας —πολλοί απ᾽ όσους έμειναν έξω από την πολιτεία πιάστηκαν αιχμάλωτοι κι άλλοι έτρεξαν να βρουν καταφύγιο στα τείχη— ώστε οι Αμφιπολίτες ταράχτηκαν πολύ και άρχισαν να υποπτεύονται ο ένας τον άλλον. [4.104.2] Λέγεται ότι, αν ο Βρασίδας, αντί ν᾽ αφήσει τον στρατό να λεηλατήσει, είχε κάνει έφοδο εναντίον της πολιτείας, είναι πολύ πιθανό ότι θα την κυρίευε. [4.104.3] Αλλά ο Βρασίδας οργάνωσε στρατόπεδο και σκόρπισε τον στρατό του σ᾽ όλα τα περίχωρα. Βλέποντας ότι δεν γινόταν καμιά κίνηση από μέσα από την πολιτεία, όπως περίμενε, δεν επιχειρούσε τίποτε. [4.104.4] Οι αντίπαλοι, όμως, εκείνων που είχαν οργανώσει την προδοσία, οι οποίοι είχαν μεγάλη επιβολή επάνω στο πλήθος και είχαν εμποδίσει ν᾽ ανοίξουν οι πύλες, έστειλαν αμέσως μήνυμα, με σύμφωνη γνώμη του Αθηναίου στρατηγού Ευκλή, αρχηγού της φρουράς, στον άλλο στρατηγό της περιφερείας Θράκης, τον Θουκυδίδη του Ολόρου (ο οποίος γράφει την ιστορία αυτήν) που βρισκόταν στην περιοχή της Θάσου —το νησί είναι αποικία της Πάρου και απέχει από την Αμφίπολη μισή μέρα ταξίδι— [4.104.5] και ο Θουκυδίδης μόλις έλαβε το μήνυμα, έφυγε με επτά καράβια, όσα βρέθηκαν εκεί, θέλοντας να προλάβει να φτάσει στην Αμφίπολη προτού παραδοθεί η πολιτεία ή τουλάχιστον να σώσει την Ηιόνα.
[4.105.1] Στο μεταξύ ο Βρασίδας, τόσο επειδή φοβήθηκε ότι θα φτάσει η βοήθεια από την Θάσο, όσο κι επειδή είχε μάθει ότι ο Θουκυδίδης είχε την εκμετάλλευση των χρυσωρυχείων της περιοχής αυτής της Θράκης και, για τον λόγον αυτόν, είχε επιρροή στους προκρίτους της περιοχής, βιαζόταν να κυριέψει, αν μπορούσε, την Αμφίπολη. Αν έφτανε ο Θουκυδίδης, τότε ίσως οι Αμφιπολίτες, με την ελπίδα ότι, συγκεντρώνοντας συμμαχικές δυνάμεις από τις παράκτιες πολιτείες και από την Θράκη, θα τους σώσει ο στρατηγός, δεν θα είχαν πια διάθεση να παραδοθούν στον Σπαρτιάτη. [4.105.2] Έβγαλε, λοιπόν, κήρυκα ο Βρασίδας κι έκανε τις ακόλουθες μετριοπαθείς προτάσεις. Όσοι από τους Αμφιπολίτες και Αθηναίους βρίσκονται μέσα στην πολιτεία και θέλουν να μείνουν, θα κρατήσουν την περιουσία τους και όλα τα ατομικά και πολιτικά τους δικαιώματα. Όσοι δεν θέλουν, μπορούν να φύγουν μέσα σε πέντε μέρες, παίρνοντας μαζί τους ό,τι τους ανήκει.
[4.106.1] Άμα τ᾽ άκουσαν, οι περισσότεροι από τους Αμφιπολίτες κλονίστηκαν. Άλλωστε, ήσαν λίγοι οι Αθηναίοι που ήσαν μόνιμοι κάτοικοι, ενώ ο πολύς λαός ήταν ανάμεικτος πληθυσμός και πολλοί είχαν συγγενείς που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι στα προάστια. Συγκρίνοντας τις προτάσεις με ό,τι είχαν φανταστεί ότι θα μπορούσαν να είναι, τις θεώρησαν επιεικείς οι Αθηναίοι επειδή ήσαν πρόθυμοι να φύγουν, γιατί θεωρούσαν ότι αυτοί κινδυνεύουν περισσότερο από τους άλλους και δεν περίμεναν να έρθει γρήγορα βοήθεια. Ο πολύς λαός δεν θα έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα και, πράγμα ανέλπιστο, θα γλίτωνε από τον κίνδυνο. [4.106.2] Όσοι είχαν συνεννοηθεί με τον Βρασίδα, βλέποντας ότι το πλήθος του κόσμου άλλαζε γνώμη και δεν ακολουθούσε πια τον Αθηναίο στρατηγό που ήταν μες στην πόλη, άρχισαν να μιλούν φανερά, υποστηρίζοντας τον Βρασίδα. Έγινε, λοιπόν, η συνθηκολόγηση και δέχτηκαν τον Βρασίδα με τους όρους που είχε προκηρύξει. [4.106.3] Έτσι παραδόθηκαν οι Αμφιπολίτες. Το βράδυ της ίδιας μέρας, ο Θουκυδίδης έφτασε στην Ηιόνα με τα καράβια, [4.106.4] ενώ ο Βρασίδας είχε μόλις κυριέψει την Αμφίπολη και, παρά μια μόνο νύχτα, θα έπαιρνε και την Ηιόνα. Αν τα καράβια δεν είχαν φτάσει τόσο γρήγορα, ο Βρασίδας θα κυρίευε την Ηιόνα τα ξημερώματα.

[4.107.1] Μετά απ᾽ αυτό ο Θουκυδίδης πηρέ όσα μέτρα χρειάζονταν στην Ηιόνα για να την ασφαλίσει αν έκανε αμέσως επίθεση ο Βρασίδας και για να είναι σε θέση ν᾽ ανθέξει αργότερα. Δέχτηκε στην Ηιόνα και όσους είχαν προτιμήσει να φύγουν από την επάνω πόλη, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. [4.107.2] Ο Βρασίδας έκανε αιφνιδιαστική επίθεση, με καράβια, απ᾽ το ποτάμι, ελπίζοντας να κυριέψει το ακρωτήρι που εξέχει από το τείχος κι έτσι να ελέγχει το στόμιο του ποταμού. Έκανε ταυτόχρονα επίθεση κι από την στεριά, αλλά τον αποκρούσαν κι από τις δυο μεριές. Ύστερα τακτοποίησε την κατάσταση στην Αμφίπολη. [4.107.3] Προσχώρησε στον Βρασίδα η Μύρκινος, πολιτεία Ηδωνική, αφού δολοφονήθηκε ο βασιλεύς των Ηδώνων Πιττακός από τον γιο του Γοάξιο και την γυναίκα του Βραυρώ. Λίγο αργότερα προσχώρησαν η Γαληψός και η Οισύμη, αποικίες της Θάσου. Αμέσως μετά την πτώση της Αμφίπολης, έφτασε ο Περδίκκας και συνεργαζόταν με τον Βρασίδα.
[4.108.1] Όταν έχασαν την Αμφίπολη οι Αθηναίοι, ανησύχησαν πάρα πολύ. Εκτός από τ᾽ άλλα, η πολιτεία αυτή τους ήταν πολύτιμη, επειδή τους έστελνε ξυλεία για τα ναυπηγεία και σημαντική χρηματική πρόσοδο. Εκτός απ᾽ αυτό, ενώ έως τότε οι Λακεδαιμόνιοι μπορούσαν (αφού τους άφηναν οι Θεσσαλοί να περνούν) να εκστρατεύουν εναντίον των συμμάχων των Αθηναίων αλλά μόνο έως τον Στρυμόνα —αφού δεν είχαν τον έλεγχο της γέφυρας και δεν μπορούσαν να προελάσουν πιο πέρα, γιατί στον βοριά ο ποταμός σχηματίζει μεγάλη λίμνη, ενώ στην περιοχή της Ηιόνας φρουρούσε ο στόλος— τώρα η διάβαση του ποταμού ήταν εύκολη και οι Αθηναίοι φοβόνταν μην επαναστατήσουν οι σύμμαχοί τους [4.108.2] επειδή ο Βρασίδας έδειχνε μετριοπάθεια σε όλες τις περιστάσεις και διέδιδε παντού ότι τον είχαν στείλει για ν᾽ απελευθερώσει την Ελλάδα. [4.108.3] Οι πολιτείες που ήσαν σύμμαχες με την Αθήνα έμαθαν ότι έπεσε η Αμφίπολη, πληροφορήθηκαν τις υποσχέσεις του Βρασίδα και πόσο ήταν μαλακός και τους γεννήθηκε μεγάλη επιθυμία ν᾽ αποστατήσουν. Έστελναν, κρυφά, κήρυκες στον Βρασίδα παρακαλώντας τον να έρθει να τις βοηθήσει και η καθεμιά είχε την επιθυμία να επαναστατήσει εκείνη πρώτη. [4.108.4] Νόμιζαν ότι δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν υποτιμώντας —όπως αποδείχτηκε αργότερα— τις δυνάμεις των Αθηναίων, γιατί έκριναν την κατάσταση πολύ περισσότερο σύμφωνα με τις επιθυμίες τους παρά με την φρόνηση της προβλεπτικότητας. Όταν οι άνθρωποι επιθυμούν κάτι, συνηθίζουν να στηρίζονται στην άλογη ελπίδα, ενώ εκείνο που είναι αντίθετο προς την επιθυμία τους το αποδιώχνουν απ᾽ τη σκέψη τους με αυθαίρετους συλλογισμούς. [4.108.5] Εκτός απ᾽ αυτά, επειδή οι Αθηναίοι είχαν πρόσφατα νικηθεί από τους Βοιωτούς και ο Βρασίδας, για να προσεταιρισθεί τον κόσμο διέδιδε, παραπλανητικά, ότι στην Νίσαια οι Αθηναίοι δεν είχαν τολμήσει ν᾽ αναμετρηθούν με τον λίγο στρατό (με τον οποίο είχε πάει να βοηθήσει τα Μέγαρα) που είχε τώρα μαζί του, ο κόσμος αναθάρρησε και πίστεψαν ότι κανείς δεν θα ερχόταν να τους επιτεθεί. [4.108.6] Αλλά πάνω απ᾽ όλα, ένιωθαν μεγάλη χαρά για όσα συνέβαιναν και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν τους Σπαρτιάτες να επιχειρούν κάτι με ενθουσιασμό. Γι᾽ αυτό και ήσαν όλοι έτοιμοι ν᾽ αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε κίνδυνο. Οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν τις διαθέσεις αυτές των συμμάχων τους και, όσο τους επέτρεπε το μικρό χρονικό διάστημα και ο χειμώνας, έστειλαν φρουρές στις διάφορες πολιτείες. Ο Βρασίδας μήνυσε στην Σπάρτη να του στείλουν στρατό κι ετοιμαζόταν να ναυπηγήσει καράβια στον Στρυμόνα. [4.108.7] Οι Λακεδαιμόνιοι, όμως, αρνήθηκαν να του στείλουν ενισχύσεις, τόσο επειδή τον φθονούσαν οι άρχοντες της Σπάρτης όσο και επειδή ήθελαν να επιτύχουν να πάρουν πίσω τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας και να τερματίσουν τον πόλεμο.

[4.109.1] Τον ίδιο χειμώνα οι Μεγαρείς κυρίεψαν τα μακρά τείχη τους τα οποία κρατούσαν οι Αθηναίοι, και τα κατεδάφισαν. Ο Βρασίδας, αφού κυρίεψε την Αμφίπολη, εξεστράτευσε με τους συμμάχους του εναντίον της λεγομένης Ακτής. [4.109.2] Η Ακτή αρχίζει στην διώρυγα του Ξέρξη και καταλήγει στο ψηλό όρος Άθως, που περιβρέχεται απ᾽ το Αιγαίο Πέλαγος. [4.109.3] Οι πολιτείες της είναι η Σάνη —αποικία της Άνδρου, κοντά στην διώρυγα, στην πλευρά που βλέπει προς την Ευβοϊκή Θάλασσα— και άλλες, όπως η Θυσσός, οι Κλεωνές, οι Ακρόθωοι, η Ολόφυξος και το Δίον. [4.109.4] Οι πολιτείες αυτές κατοικούνται από ανάμεικτο πληθυσμό βαρβάρων που είναι δίγλωσσοι. Υπάρχουν και λίγοι Χαλκιδείς, αλλά οι περισσότεροι είναι Πελασγοί (που κατάγονται από τους Τυρρηνούς που κάποτε κατοικούσαν στην Λήμνο και στην Αθήνα), Βισάλτες, Κρηστωναίοι και Ηδώνες. Ζουν σε μικρά χωριά. [4.109.5] Οι περισσότεροι προσχώρησαν στον Βρασίδα, αλλά η Σάνη και το Δίον αντιστάθηκαν και ο Βρασίδας στάθμευσε στο έδαφός τους και το ρήμαξε.
[4.110.1] Αλλά ούτε έτσι δεν δέχτηκαν να υποταχθούν και ο Βρασίδας, χωρίς χρονοτριβή, ξεκίνησε να χτυπήσει την Τορώνη της Χαλκιδικής την οποία φρουρούσαν οι Αθηναίοι και όπου τον καλούσαν να πάει μερικοί κάτοικοι, έτοιμοι να του παραδώσουν την πολιτεία. Έφτασε όταν ήταν ακόμα νύχτα, λίγο πριν απ᾽ την αυγή και στρατοπέδευσε κοντά στο ιερό των Διοσκούρων, που απέχει τρία περίπου στάδια από την πολιτεία. [4.110.2] Δεν τον κατάλαβαν ούτε οι κάτοικοι της Τορώνης ούτε οι Αθηναίοι της φρουράς, αλλά όσοι ήσαν συνεννοημένοι μαζί του ήξεραν ότι θα έρθει και μερικοί απ᾽ αυτούς βγήκαν κρυφά από τα τείχη και τον περίμεναν. Όταν έφτασε, οδήγησαν μες στα τείχη επτά ψιλούς που είχαν κοντομάχαιρα. Από τους είκοσι που είχαν οριστεί, επτά μόνο είχαν το θάρρος να μπουν με τον Ολύνθιο Λυσίστρατο. Μπήκαν μέσα από το τείχος που κοίταζε προς το πέλαγος και, χωρίς να τους νιώσει κανείς, σκότωσαν τους φρουρούς της ψηλότερης σκοπιάς —η πολιτεία είναι χτισμένη σε λόφο— κι έσπασαν την μικρή πύλη που οδηγεί στο Καναστραίο.
[4.111.1] Ο Βρασίδας προχώρησε λίγο με τον στρατό και περίμενε, αλλά έστειλε εκατό πελταστές για να ορμήσουν πρώτοι μόλις ανοίξει καμιά πύλη και υψωθεί το συμφωνημένο σήμα. [4.111.2] Αλλά, καθώς περνούσε η ώρα, οι πελταστές απορούσαν με την αργοπορία και προχώρησαν σιγά σιγά, έως τα τείχη. Οι Τορωναίοι συνωμότες, μαζί με τους επτά που είχαν μπει στην πολιτεία, αφού έσπασαν την μικρή πύλη και άνοιξαν τις πύλες, κοντά στην αγορά, κόβοντας το δοκάρι που τις ασφάλιζε, οδήγησαν μερικούς πελταστές απ᾽ την μικρή πύλη, ώστε, χτυπώντας ξαφνικά από δυο μεριές τους ανύποπτους κατοίκους, να προκαλέσουν πανικό. Ύψωσαν το συμφωνημένο φωτεινό σημείο και οδήγησαν τους υπόλοιπους πελταστές από την πύλη της αγοράς.
[4.112.1] Μόλις ο Βρασίδας είδε το σύνθημα, όρμησε τρέχοντας με τον στρατό του που άρχισε να φωνάζει δυνατά, και οι κάτοικοι της Τορώνης κατατρόμαξαν. [4.112.2] Μερικές μονάδες όρμησαν κατευθείαν στις πύλες, ενώ άλλοι στρατιώτες ανέβηκαν στο τείχος σκαρφαλώνοντας σε χοντρά τετράγωνα δοκάρια, τα οποία έτυχε να βρίσκονται εκεί, ακουμπισμένα σε μέρος όπου είχε χαλάσει το τείχος και χρησίμευαν για ν᾽ ανεβάζουν τις πέτρες που χρειάζονταν για την επισκευή. [4.112.3] Ο Βρασίδας και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού πήγαν αμέσως στο ψηλότερο σημείο της πολιτείας για να πάρει την ακρόπολή της και να εξασφαλίσει την κατοχή της Τορώνης. Ο υπόλοιπος στρατός σκόρπισε μέσα στην πόλη.

[4.113.1] Ενώ χανόταν έτσι η πολιτεία τους, οι περισσότεροι από τους Τορωναίους, που δεν ήξεραν τίποτε, ήσαν σε μεγάλη ταραχή. Αλλά εκείνοι που ήσαν συνεννοημένοι με τον Βρασίδα και όσοι τον συμπαθούσαν, είχαν ενωθεί αμέσως μαζί του. [4.113.2] Από τους Αθηναίους πενήντα οπλίτες κοιμόνταν στην αγορά, και όταν κατάλαβαν τί γίνεται, μερικοί αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι σώθηκαν πηγαίνοντας στο φρούριο της Ληκύθου, είτε πεζή είτε με τα δυο καράβια που φρουρούσαν την Τορώνη. Η Λήκυθος είναι φρούριο που το είχαν οι Αθηναίοι και βρίσκεται επάνω σε ακρωτήρι που το συνδέει με την Τορώνη ένας στενός ισθμός. [4.113.3] Εκεί κατάφυγαν και όσοι Τορωναίοι ήσαν οπαδοί των Αθηναίων.
[4.114.1] Όταν ξημέρωσε εντελώς και ο Βρασίδας είχε στο μεταξύ ασφαλίσει την κατοχή της πολιτείας, έστειλε μήνυμα στους Τορωναίους που είχαν καταφύγει κοντά στους Αθηναίους, λέγοντάς τους ότι, όποιος ήθελε, μπορούσε άφοβα να γυρίσει στην πολιτεία και να διατηρήσει όλα τα πολιτικά του δικαιώματα. Έστειλε άλλον κήρυκα στους Αθηναίους και τους παράγγειλε να φύγουν από την Λήκυθο που ανήκει στους Χαλκιδείς. Θα τους άφηνε να φύγουν αποκομίζοντας και τα πράγματά τους. [4.114.2] Οι Αθηναίοι αποκρίθηκαν ότι δεν θα φύγουν και ζήτησαν μιας ημέρας ανακωχή, για να σηκώσουν τους νεκρούς. Ο Βρασίδας τους έδωσε δυο μέρες. Στο διάστημα αυτό οχύρωσε τα σπίτια που ήσαν κοντά στην Λήκυθο, ενώ οι Αθηναίοι οχύρωσαν και αυτοί τις θέσεις τους. [4.114.3] Συγκάλεσε και τον λαό της Τορώνης και τους μίλησε, λέγοντας, περίπου, τα όσα είχε πει στην Άκανθο, ότι, δηλαδή, δεν θα ήταν δίκαιο να θεωρήσουν προδότες ή κακούς πολίτες εκείνους που είχαν συνεννοηθεί μαζί του για να τον βοηθήσουν να κυριέψει την πολιτεία τους, αφού δεν είχαν ενεργήσει ούτε για να υποδουλώσουν την πολιτεία ούτε επειδή είχαν δωροδοκηθεί, αλλά για να την απελευθερώσουν και για να την ωφελήσουν. Είπε ότι δεν έπρεπε ούτε καν να νομίσουν ότι δεν θα μεταχειριζόταν με τον ίδιο τρόπο όσους δεν είχαν συμπράξει μαζί του. Δεν είχε έρθει για να καταστρέψει την πολιτεία ούτε για να βλάψει κανένα ιδιώτη. [4.114.4] Γι᾽ αυτόν τον λόγο είχε στείλει, είπε, και το μήνυμα στους Τορωναίους οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Λήκυθο. Δεν τους θεωρούσε κακούς πολίτες επειδή ήσαν φίλοι των Αθηναίων. Πρόσθεσε ότι, τώρα που θα δοκίμαζαν την φιλία των Λακεδαιμονίων, θα τους εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από τους Αθηναίους, γιατί η συμπεριφορά τους θα ήταν πολύ δικαιότερη. Τώρα, βέβαια, τους φοβόνταν επειδή δεν τους ήξεραν. [4.114.5] Τους είπε πως έπρεπε να θεωρούν ότι η Τορώνη είναι τώρα πια βέβαιος σύμμαχος των Λακεδαιμονίων και ότι από τότε και ύστερα όσοι αντιδρούν θα θεωρούνται ένοχοι. Όσο για το παρελθόν, είπε, οι Λακεδαιμόνιοι δεν θεωρούν ότι οι Τορωναίοι τους είχαν βλάψει, αλλά μάλλον ότι είχαν αδικηθεί από άλλους πιο δυνατούς και γι᾽ αυτό τους συγχωρούν για ό,τι έκαναν εναντίον τους.
[4.115.1] Αυτά τους είπε για να τους ενθαρρύνει και όταν πέρασε η προθεσμία της ανακωχής άρχισε την επίθεση εναντίον της Ληκύθου. Οι Αθηναίοι αμύνονταν και από το τείχος που ήταν σε κακή κατάσταση και από σπίτια που είχαν οχυρώσει. [4.115.2] Την πρώτη μέρα κατόρθωσαν ν᾽ αποκρούσουν τις επιθέσεις. Την επομένη, όμως, οι εχθροί ετοιμάζονταν να φέρουν κοντά στο τείχος πολιορκητική μηχανή με την οποία σκόπευαν να βάλουν φωτιά στα σημεία όπου το τείχος είχε επισκευαστεί με ξύλινες κατασκευές. Πλησίαζε κιόλας ο στρατός στο σημείο όπου οι Αθηναίοι νόμιζαν ότι θα έφερναν την μηχανή και το οποίο ήταν ευπρόσβλητο, και στο ίδιο σημείο έχτισαν κι αυτοί, στην στέγη ενός σπιτιού, έναν ξύλινο πύργο όπου ανέβασαν μεγάλες πέτρες, πολλά σταμνιά και πιθάρια γεμάτα νερό. Ανέβηκαν και πολλοί στρατιώτες. [4.115.3] Το σπίτι δεν άντεξε στο ξαφνικό βάρος και γκρεμίστηκε με μεγάλο κρότο. Οι Αθηναίοι που ήσαν σ᾽ εκείνο το σημείο, ένιωσαν περισσότερη στενοχώρια παρά φόβο, αλλά εκείνοι που ήσαν μακρύτερα και μάλιστα όσοι ήσαν σε μεγάλη απόσταση, νόμισαν ότι κυριεύτηκε το τείχος στο σημείο εκείνο και όρμησαν να φύγουν στην θάλασσα και τα καράβια.
[4.116.1] Ο Βρασίδας, μόλις κατάλαβε ότι εγκαταλείπουν το τείχος και είδε τί γινόταν, έκανε έφοδο με τον στρατό και κυρίεψε αμέσως το τείχος. Όσους Αθηναίους πρόφτασε, τους σκότωσε. [4.116.2] Έτσι έχασαν οι Αθηναίοι την Λήκυθο. Μπήκαν σ᾽ εμπορικά και πολεμικά καράβια και πήγαν στην Παλλήνη. Στην Λήκυθο υπήρχε ναός της Αθηνάς και ο Βρασίδας, όταν είχε διατάξει την έφοδο, είχε τάξει τριάντα μνες ασήμι στον στρατιώτη που θ᾽ ανέβαινε πρώτος στο τείχος. Θεώρησε, όμως, ότι το μέρος κυριεύτηκε από ανώτερη και όχι από ανθρώπινη δύναμη. Δώρισε, λοιπόν, τις τριάντα μνες στον ναό, κατεδάφισε την Λήκυθο και, αφού διαρρύθμισε το μέρος, το αφιέρωσε ολόκληρο στην Θεά. [4.116.3] Τον υπόλοιπο χειμώνα τον πέρασε οργανώνοντας τις πολιτείες που είχε κυριέψει και ετοιμάζοντας σχέδια για να κυριέψει άλλες. Με τον χειμώνα αυτόν τέλειωσε ο όγδοος χρόνος του πολέμου.

Καθαρεύουσα
[1.96.1] Παραλαβόντες δὲ οἱ Ἀθηναῖοι τὴν ἡγεμονίαν τούτῳ τῷ τρόπῳ ἑκόντων τῶν ξυμμάχων διὰ τὸ Παυσανίου μῖσος, ἔταξαν ἅς τε ἔδει παρέχειν τῶν πόλεων χρήματα πρὸς τὸν βάρβαρον καὶ ἃς ναῦς· πρόσχημα γὰρ ἦν ἀμύνεσθαι ὧν ἔπαθον δῃοῦντας τὴν βασιλέως χώραν. [1.96.2] καὶ Ἑλληνοταμίαι τότε πρῶτον Ἀθηναίοις κατέστη ἀρχή, οἳ ἐδέχοντο τὸν φόρον· οὕτω γὰρ ὠνομάσθη τῶν χρημάτων ἡ φορά. ἦν δ᾽ ὁ πρῶτος φόρος ταχθεὶς τετρακόσια τάλαντα καὶ ἑξήκοντα. ταμιεῖόν τε Δῆλος ἦν αὐτοῖς, καὶ αἱ ξύνοδοι ἐς τὸ ἱερὸν ἐγίγνοντο. [1.97.1] ἡγούμενοι δὲ αὐτονόμων τὸ πρῶτον τῶν ξυμμάχων καὶ ἀπὸ κοινῶν ξυνόδων βουλευόντων τοσάδε ἐπῆλθον πολέμῳ τε καὶ διαχειρίσει πραγμάτων μεταξὺ τοῦδε τοῦ πολέμου καὶ τοῦ Μηδικοῦ, ἃ ἐγένετο πρός τε τὸν βάρβαρον αὐτοῖς καὶ πρὸς τοὺς σφετέρους ξυμμάχους νεωτερίζοντας καὶ Πελοποννησίων τοὺς αἰεὶ προστυγχάνοντας ἐν ἑκάστῳ. [1.97.2] ἔγραψα δὲ αὐτὰ καὶ τὴν ἐκβολὴν τοῦ λόγου ἐποιησάμην διὰ τόδε, ὅτι τοῖς πρὸ ἐμοῦ ἅπασιν ἐκλιπὲς τοῦτο ἦν τὸ χωρίον καὶ ἢ τὰ πρὸ τῶν Μηδικῶν Ἑλληνικὰ ξυνετίθεσαν ἢ αὐτὰ τὰ Μηδικά· τούτων δὲ ὅσπερ καὶ ἥψατο ἐν τῇ Ἀττικῇ ξυγγραφῇ Ἑλλάνικος, βραχέως τε καὶ τοῖς χρόνοις οὐκ ἀκριβῶς ἐπεμνήσθη. ἅμα δὲ καὶ τῆς ἀρχῆς ἀπόδειξιν ἔχει τῆς τῶν Ἀθηναίων ἐν οἵῳ τρόπῳ κατέστη.
[1.98.1] Πρῶτον μὲν Ἠιόνα τὴν ἐπὶ Στρυμόνι Μήδων ἐχόντων πολιορκίᾳ εἷλον καὶ ἠνδραπόδισαν, Κίμωνος τοῦ Μιλτιάδου στρατηγοῦντος. [1.98.2] ἔπειτα Σκῦρον τὴν ἐν τῷ Αἰγαίῳ νῆσον, ἣν ᾤκουν Δόλοπες, ἠνδραπόδισαν καὶ ᾤκισαν αὐτοί. [1.98.3] πρὸς δὲ Καρυστίους αὐτοῖς ἄνευ τῶν ἄλλων Εὐβοέων πόλεμος ἐγένετο, καὶ χρόνῳ ξυνέβησαν καθ᾽ ὁμολογίαν. [1.98.4] Ναξίοις δὲ ἀποστᾶσι μετὰ ταῦτα ἐπολέμησαν καὶ πολιορκίᾳ παρεστήσαντο, πρώτη τε αὕτη πόλις ξυμμαχὶς παρὰ τὸ καθεστηκὸς ἐδουλώθη, ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων ὡς ἑκάστῃ ξυνέβη. [1.99.1] αἰτίαι δὲ ἄλλαι τε ἦσαν τῶν ἀποστάσεων καὶ μέγισται αἱ τῶν φόρων καὶ νεῶν ἔκδειαι καὶ λιποστράτιον εἴ τῳ ἐγένετο· οἱ γὰρ Ἀθηναῖοι ἀκριβῶς ἔπρασσον καὶ λυπηροὶ ἦσαν οὐκ εἰωθόσιν οὐδὲ βουλομένοις ταλαιπωρεῖν προσάγοντες τὰς ἀνάγκας. [1.99.2] ἦσαν δέ πως καὶ ἄλλως οἱ Ἀθηναῖοι οὐκέτι ὁμοίως ἐν ἡδονῇ ἄρχοντες, καὶ οὔτε ξυνεστράτευον ἀπὸ τοῦ ἴσου ῥᾴδιόν τε προσάγεσθαι ἦν αὐτοῖς τοὺς ἀφισταμένους. ὧν αὐτοὶ αἴτιοι ἐγένοντο οἱ ξύμμαχοι· [1.99.3] διὰ γὰρ τὴν ἀπόκνησιν ταύτην τῶν στρατειῶν οἱ πλείους αὐτῶν, ἵνα μὴ ἀπ᾽ οἴκου ὦσι, χρήματα ἐτάξαντο ἀντὶ τῶν νεῶν τὸ ἱκνούμενον ἀνάλωμα φέρειν, καὶ τοῖς μὲν Ἀθηναίοις ηὔξετο τὸ ναυτικὸν ἀπὸ τῆς δαπάνης ἣν ἐκεῖνοι ξυμφέροιεν, αὐτοὶ δέ, ὁπότε ἀποσταῖεν, ἀπαράσκευοι καὶ ἄπειροι ἐς τὸν πόλεμον καθίσταντο.

[4.49.1] Καὶ οἱ ἐν τῇ Ναυπάκτῳ Ἀθηναῖοι καὶ Ἀκαρνᾶνες ἅμα τελευτῶντος τοῦ θέρους στρατευσάμενοι Ἀνακτόριον Κορινθίων πόλιν, ἣ κεῖται ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ Ἀμπρακικοῦ κόλπου, ἔλαβον προδοσίᾳ· καὶ ἐκπέμψαντες [Κορινθίους] αὐτοὶ Ἀκαρνᾶνες οἰκήτορας ἀπὸ πάντων ἔσχον τὸ χωρίον. καὶ τὸ θέρος ἐτελεύτα.
[4.50.1] Τοῦ δ᾽ ἐπιγιγνομένου χειμῶνος Ἀριστείδης ὁ Ἀρχίππου, εἷς τῶν ἀργυρολόγων νεῶν Ἀθηναίων στρατηγός, αἳ ἐξεπέμφθησαν πρὸς τοὺς ξυμμάχους, Ἀρταφέρνην ἄνδρα Πέρσην παρὰ βασιλέως πορευόμενον ἐς Λακεδαίμονα ξυλλαμβάνει ἐν Ἠιόνι τῇ ἐπὶ Στρυμόνι. [4.50.2] καὶ αὐτοῦ κομισθέντος οἱ Ἀθηναῖοι τὰς μὲν ἐπιστολὰς μεταγραψάμενοι ἐκ τῶν Ἀσσυρίων γραμμάτων ἀνέγνωσαν, ἐν αἷς πολλῶν ἄλλων γεγραμμένων κεφάλαιον ἦν πρὸς Λακεδαιμονίους, οὐ γιγνώσκειν ὅτι βούλονται· πολλῶν γὰρ ἐλθόντων πρέσβεων οὐδένα ταὐτὰ λέγειν· εἰ οὖν τι βούλονται σαφὲς λέγειν, πέμψαι μετὰ τοῦ Πέρσου ἄνδρας ὡς αὐτόν. [4.50.3] τὸν δὲ Ἀρταφέρνην ὕστερον οἱ Ἀθηναῖοι ἀποστέλλουσι τριήρει ἐς Ἔφεσον καὶ πρέσβεις ἅμα· οἳ πυθόμενοι αὐτόθι βασιλέα Ἀρταξέρξην τὸν Ξέρξου νεωστὶ τεθνηκότα (κατὰ γὰρ τοῦτον τὸν χρόνον ἐτελεύτησεν) ἐπ᾽ οἴκου ἀνεχώρησαν.
[4.51.1] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ χειμῶνος καὶ Χῖοι τὸ τεῖχος περιεῖλον τὸ καινὸν κελευσάντων Ἀθηναίων καὶ ὑποπτευσάντων ἐς αὐτούς τι νεωτεριεῖν, ποιησάμενοι μέντοι πρὸς Ἀθηναίους πίστεις καὶ βεβαιότητα ἐκ τῶν δυνατῶν μηδὲν περὶ σφᾶς νεώτερον βουλεύσειν. καὶ ὁ χειμὼν ἐτελεύτα, καὶ ἕβδομον ἔτος τῷ πολέμῳ ἐτελεύτα τῷδε ὃν Θουκυδίδης ξυνέγραψεν.
[4.52.1] Τοῦ δ᾽ ἐπιγιγνομένου θέρους εὐθὺς τοῦ τε ἡλίου ἐκλιπές τι ἐγένετο περὶ νουμηνίαν καὶ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἱσταμένου ἔσεισεν. [4.52.2] καὶ οἱ Μυτιληναίων φυγάδες καὶ τῶν ἄλλων Λεσβίων, ὁρμώμενοι οἱ πολλοὶ ἐκ τῆς ἠπείρου καὶ μισθωσάμενοι ἔκ τε Πελοποννήσου ἐπικουρικὸν καὶ αὐτόθεν ξυναγείραντες, αἱροῦσι Ῥοίτειον, καὶ λαβόντες δισχιλίους στατῆρας Φωκαΐτας ἀπέδοσαν πάλιν οὐδὲν ἀδικήσαντες· [4.52.3] καὶ μετὰ τοῦτο ἐπὶ Ἄντανδρον στρατεύσαντες προδοσίας γενομένης λαμβάνουσι τὴν πόλιν. καὶ ἦν αὐτῶν ἡ διάνοια τάς τε ἄλλας πόλεις τὰς Ἀκταίας καλουμένας, ἃς πρότερον Μυτιληναίων νεμομένων Ἀθηναῖοι εἶχον, ἐλευθεροῦν, καὶ πάντων μάλιστα τὴν Ἄντανδρον· καὶ κρατυνάμενοι αὐτὴν (ναῦς τε γὰρ εὐπορία ἦν ποιεῖσθαι, αὐτόθεν ξύλων ὑπαρχόντων καὶ τῆς Ἴδης ἐπικειμένης, καὶ τῇ ἄλλῃ σκευῇ) ῥᾳδίως ἀπ᾽ αὐτῆς ὁρμώμενοι τήν τε Λέσβον ἐγγὺς οὖσαν κακώσειν καὶ τὰ ἐν τῇ ἠπείρῳ Αἰολικὰ πολίσματα χειρώσεσθαι. καὶ οἱ μὲν ταῦτα παρασκευάζεσθαι ἔμελλον.
[4.53.1] Ἀθηναῖοι δὲ ἐν τῷ αὐτῷ θέρει ἑξήκοντα ναυσὶ καὶ δισχιλίοις ὁπλίταις ἱππεῦσί τε ὀλίγοις καὶ τῶν ξυμμάχων Μιλησίους καὶ ἄλλους τινὰς ἀγαγόντες ἐστράτευσαν ἐπὶ Κύθηρα· ἐστρατήγει δὲ αὐτῶν Νικίας ὁ Νικηράτου καὶ Νικόστρατος ὁ Διειτρέφους καὶ Αὐτοκλῆς ὁ Τολμαίου. [4.53.2] τὰ δὲ Κύθηρα νῆσός ἐστιν, ἐπίκειται δὲ τῇ Λακωνικῇ κατὰ Μαλέαν· Λακεδαιμόνιοι δ᾽ εἰσὶ τῶν περιοίκων, καὶ κυθηροδίκης ἀρχὴ ἐκ τῆς Σπάρτης διέβαινεν αὐτόσε κατὰ ἔτος, ὁπλιτῶν τε φρουρὰν διέπεμπον αἰεὶ καὶ πολλὴν ἐπιμέλειαν ἐποιοῦντο. [4.53.3] ἦν γὰρ αὐτοῖς τῶν τε ἀπ᾽ Αἰγύπτου καὶ Λιβύης ὁλκάδων προσβολή, καὶ λῃσταὶ ἅμα τὴν Λακωνικὴν ἧσσον ἐλύπουν ἐκ θαλάσσης, ᾗπερ μόνον οἷόν τε ἦν κακουργεῖσθαι· πᾶσα γὰρ ἀνέχει πρὸς τὸ Σικελικὸν καὶ Κρητικὸν πέλαγος. [4.54.1] κατασχόντες οὖν οἱ Ἀθηναῖοι τῷ στρατῷ, δέκα μὲν ναυσὶ καὶ δισχιλίοις Μιλησίων ὁπλίταις τὴν ἐπὶ θαλάσσῃ πόλιν Σκάνδειαν καλουμένην αἱροῦσι, τῷ δὲ ἄλλῳ στρατεύματι ἀποβάντες τῆς νήσου ἐς τὰ πρὸς Μαλέαν τετραμμένα ἐχώρουν ἐπὶ τὴν [ἐπὶ θαλάσσῃ] πόλιν τῶν Κυθηρίων, καὶ ηὗρον εὐθὺς αὐτοὺς ἐστρατοπεδευμένους ἅπαντας. [4.54.2] καὶ μάχης γενομένης ὀλίγον μέν τινα χρόνον ὑπέστησαν οἱ Κυθήριοι, ἔπειτα τραπόμενοι κατέφυγον ἐς τὴν ἄνω πόλιν, καὶ ὕστερον ξυνέβησαν πρὸς Νικίαν καὶ τοὺς ξυνάρχοντας Ἀθηναίοις ἐπιτρέψαι περὶ σφῶν αὐτῶν πλὴν θανάτου. [4.54.3] ἦσαν δέ τινες καὶ γενόμενοι τῷ Νικίᾳ λόγοι πρότερον πρός τινας τῶν Κυθηρίων, δι᾽ ὃ καὶ θᾶσσον καὶ ἐπιτηδειότερον τό τε παραυτίκα καὶ τὸ ἔπειτα τὰ τῆς ὁμολογίας ἐπράχθη αὐτοῖς· ἀνέστησαν γὰρ ‹ἂν› οἱ Ἀθηναῖοι Κυθηρίους, Λακεδαιμονίους τε ὄντας καὶ ἐπὶ τῇ Λακωνικῇ τῆς νήσου οὕτως ἐπικειμένης. [4.54.4] μετὰ δὲ τὴν ξύμβασιν οἱ Ἀθηναῖοι τήν τε Σκάνδειαν τὸ ἐπὶ τῷ λιμένι πόλισμα παραλαβόντες καὶ τῶν Κυθήρων φυλακὴν ποιησάμενοι ἔπλευσαν ἔς τε Ἀσίνην καὶ Ἕλος καὶ τὰ πλεῖστα τῶν περὶ θάλασσαν, καὶ ἀποβάσεις ποιούμενοι καὶ ἐναυλιζόμενοι τῶν χωρίων οὗ καιρὸς εἴη ἐδῄουν τὴν γῆν ἡμέρας μάλιστα ἑπτά.

[4.100.1] Καὶ οἱ Βοιωτοὶ εὐθὺς μεταπεμψάμενοι ἔκ τε τοῦ Μηλιῶς κόλπου ἀκοντιστὰς καὶ σφενδονήτας, καὶ βεβοηθηκότων αὐτοῖς μετὰ τὴν μάχην Κορινθίων τε δισχιλίων ὁπλιτῶν καὶ τῶν ἐκ Νισαίας ἐξεληλυθότων Πελοποννησίων φρουρῶν καὶ Μεγαρέων ἅμα, ἐστράτευσαν ἐπὶ τὸ Δήλιον καὶ προσέβαλον τῷ τειχίσματι, ἄλλῳ τε τρόπῳ πειράσαντες καὶ μηχανὴν προσήγαγον, ἥπερ εἷλεν αὐτό, τοιάνδε. [4.100.2] κεραίαν μεγάλην δίχα πρίσαντες ἐκοίλαναν ἅπασαν καὶ ξυνήρμοσαν πάλιν ἀκριβῶς ὥσπερ αὐλόν, καὶ ἐπ᾽ ἄκραν λέβητά τε ἤρτησαν ἁλύσεσι καὶ ἀκροφύσιον ἀπὸ τῆς κεραίας σιδηροῦν ἐς αὐτὸν νεῦον καθεῖτο, καὶ ἐσεσιδήρωτο ἐπὶ μέγα καὶ τοῦ ἄλλου ξύλου. [4.100.3] προσῆγον δὲ ἐκ πολλοῦ ἁμάξαις τῷ τείχει, ᾗ μάλιστα τῇ ἀμπέλῳ καὶ τοῖς ξύλοις ᾠκοδόμητο· καὶ ὁπότε εἴη ἐγγύς, φύσας μεγάλας ἐσθέντες ἐς τὸ πρὸς ἑαυτῶν ἄκρον τῆς κεραίας ἐφύσων. [4.100.4] ἡ δὲ πνοὴ ἰοῦσα στεγανῶς ἐς τὸν λέβητα, ἔχοντα ἄνθρακάς τε ἡμμένους καὶ θεῖον καὶ πίσσαν, φλόγα ἐποίει μεγάλην καὶ ἧψε τοῦ τείχους, ὥστε μηδένα ἔτι ἐπ᾽ αὐτοῦ μεῖναι, ἀλλὰ ἀπολιπόντας ἐς φυγὴν καταστῆναι καὶ τὸ τείχισμα τούτῳ τῷ τρόπῳ ἁλῶναι. [4.100.5] τῶν δὲ φρουρῶν οἱ μὲν ἀπέθανον, διακόσιοι δὲ ἐλήφθησαν· τῶν δὲ ἄλλων τὸ πλῆθος ἐς τὰς ναῦς ἐσβὰν ἀπεκομίσθη ἐπ᾽ οἴκου. [4.101.1] τοῦ δὲ Δηλίου ἑπτακαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ ληφθέντος μετὰ τὴν μάχην καὶ τοῦ ἀπὸ τῶν Ἀθηναίων κήρυκος οὐδὲν ἐπισταμένου τῶν γεγενημένων ἐλθόντος οὐ πολὺ ὕστερον αὖθις περὶ τῶν νεκρῶν, ἀπέδοσαν οἱ Βοιωτοὶ καὶ οὐκέτι ταὐτὰ ἀπεκρίναντο. [4.101.2] ἀπέθανον δὲ Βοιωτῶν μὲν ἐν τῇ μάχῃ ὀλίγῳ ἐλάσσους πεντακοσίων, Ἀθηναίων δὲ ὀλίγῳ ἐλάσσους χιλίων καὶ Ἱπποκράτης ὁ στρατηγός, ψιλῶν δὲ καὶ σκευοφόρων πολὺς ἀριθμός.
[4.101.3] Μετὰ δὲ τὴν μάχην ταύτην καὶ ὁ Δημοσθένης ὀλίγῳ ὕστερον, ὡς αὐτῷ τότε πλεύσαντι τὰ περὶ τὰς Σίφας τῆς προδοσίας πέρι οὐ προυχώρησεν, ἔχων τὸν στρατὸν ἐπὶ τῶν νεῶν τῶν τε Ἀκαρνάνων καὶ Ἀγραίων καὶ Ἀθηναίων τετρακοσίους ὁπλίτας, ἀπόβασιν ἐποιήσατο ἐς τὴν Σικυωνίαν. [4.101.4] καὶ πρὶν πάσας τὰς ναῦς καταπλεῦσαι βοηθήσαντες οἱ Σικυώνιοι τοὺς ἀποβεβηκότας ἔτρεψαν καὶ κατεδίωξαν ἐς τὰς ναῦς, καὶ τοὺς μὲν ἀπέκτειναν, τοὺς δὲ ζῶντας ἔλαβον. τροπαῖον δὲ στήσαντες τοὺς νεκροὺς ὑποσπόνδους ἀπέδοσαν.
[4.101.5] Ἀπέθανε δὲ καὶ Σιτάλκης Ὀδρυσῶν βασιλεὺς ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἡμέρας τοῖς ἐπὶ Δηλίῳ, στρατεύσας ἐπὶ Τριβαλλοὺς καὶ νικηθεὶς μάχῃ. Σεύθης δὲ ὁ Σπαραδόκου ἀδελφιδοῦς ὢν αὐτοῦ ἐβασίλευσεν Ὀδρυσῶν τε καὶ τῆς ἄλλης Θρᾴκης ἧσπερ καὶ ἐκεῖνος.
[4.102.1] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ χειμῶνος Βρασίδας ἔχων τοὺς ἐπὶ Θρᾴκης ξυμμάχους ἐστράτευσεν ἐς Ἀμφίπολιν τὴν ἐπὶ Στρυμόνι ποταμῷ Ἀθηναίων ἀποικίαν. [4.102.2] τὸ δὲ χωρίον τοῦτο ἐφ᾽ οὗ νῦν ἡ πόλις ἐστὶν ἐπείρασε μὲν πρότερον καὶ Ἀρισταγόρας ὁ Μιλήσιος φεύγων βασιλέα Δαρεῖον κατοικίσαι, ἀλλὰ ὑπὸ Ἠδώνων ἐξεκρούσθη, ἔπειτα δὲ καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἔτεσι δύο καὶ τριάκοντα ὕστερον, ἐποίκους μυρίους σφῶν τε αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων τὸν βουλόμενον πέμψαντες, οἳ διεφθάρησαν ἐν Δραβήσκῳ ὑπὸ Θρᾳκῶν. [4.102.3] καὶ αὖθις ἑνὸς δέοντι τριακοστῷ ἔτει ἐλθόντες οἱ Ἀθηναῖοι, Ἅγνωνος τοῦ Νικίου οἰκιστοῦ ἐκπεμφθέντος, Ἠδῶνας ἐξελάσαντες ἔκτισαν τὸ χωρίον τοῦτο, ὅπερ πρότερον Ἐννέα ὁδοὶ ἐκαλοῦντο. ὡρμῶντο δὲ ἐκ τῆς Ἠιόνος, ἣν αὐτοὶ εἶχον ἐμπόριον ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ ποταμοῦ ἐπιθαλάσσιον, πέντε καὶ εἴκοσι σταδίους ἀπέχον ἀπὸ τῆς νῦν πόλεως, ἣν Ἀμφίπολιν Ἅγνων ὠνόμασεν, ὅτι ἐπ᾽ ἀμφότερα περιρρέοντος τοῦ Στρυμόνος [διὰ τὸ περιέχειν αὐτὴν] τείχει μακρῷ ἀπολαβὼν ἐκ ποταμοῦ ἐς ποταμὸν περιφανῆ ἐς θάλασσάν τε καὶ τὴν ἤπειρον ᾤκισεν.
[4.103.1] Ἐπὶ ταύτην οὖν ὁ Βρασίδας ἄρας ἐξ Ἀρνῶν τῆς Χαλκιδικῆς ἐπορεύετο τῷ στρατῷ. καὶ ἀφικόμενος περὶ δείλην ἐπὶ τὸν Αὐλῶνα καὶ Βορμίσκον, ᾗ ἡ Βόλβη λίμνη ἐξίησιν ἐς θάλασσαν, καὶ δειπνοποιησάμενος ἐχώρει τὴν νύκτα. [4.103.2] χειμὼν δὲ ἦν καὶ ὑπένειφεν· ᾗ καὶ μᾶλλον ὥρμησε, βουλόμενος λαθεῖν τοὺς ἐν τῇ Ἀμφιπόλει πλὴν τῶν προδιδόντων. [4.103.3] ἦσαν γὰρ Ἀργιλίων τε ἐν αὐτῇ οἰκήτορες (εἰσὶ δὲ οἱ Ἀργίλιοι Ἀνδρίων ἄποικοι) καὶ ἄλλοι οἳ ξυνέπρασσον ταῦτα, οἱ μὲν Περδίκκᾳ πειθόμενοι, οἱ δὲ Χαλκιδεῦσιν. [4.103.4] μάλιστα δὲ οἱ Ἀργίλιοι, ἐγγύς τε προσοικοῦντες καὶ αἰεί ποτε τοῖς Ἀθηναίοις ὄντες ὕποπτοι καὶ ἐπιβουλεύοντες τῷ χωρίῳ, ἐπειδὴ παρέτυχεν ὁ καιρὸς καὶ Βρασίδας ἦλθεν, ἔπραξάν τε ἐκ πλέονος πρὸς τοὺς ἐμπολιτεύοντας σφῶν ἐκεῖ ὅπως ἐνδοθήσεται ἡ πόλις, καὶ τότε δεξάμενοι αὐτὸν τῇ πόλει καὶ ἀποστάντες τῶν Ἀθηναίων ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ κατέστησαν τὸν στρατὸν πρὸ ἕω ἐπὶ τὴν γέφυραν τοῦ ποταμοῦ. [4.103.5] ἀπέχει δὲ τὸ πόλισμα πλέον τῆς διαβάσεως, καὶ οὐ καθεῖτο τείχη ὥσπερ νῦν, φυλακὴ δέ τις βραχεῖα καθειστήκει· ἣν βιασάμενος ῥᾳδίως ὁ Βρασίδας, ἅμα μὲν τῆς προδοσίας οὔσης, ἅμα δὲ καὶ χειμῶνος ὄντος καὶ ἀπροσδοκήτοις προσπεσών, διέβη τὴν γέφυραν, καὶ τὰ ἔξω τῶν Ἀμφιπολιτῶν οἰκούντων κατὰ πᾶν τὸ χωρίον εὐθὺς εἶχεν. [4.104.1] τῆς δὲ διαβάσεως αὐτοῦ ἄφνω τοῖς ἐν τῇ πόλει γεγενημένης, καὶ τῶν ἔξω πολλῶν μὲν ἁλισκομένων, τῶν δὲ καὶ καταφευγόντων ἐς τὸ τεῖχος, οἱ Ἀμφιπολῖται ἐς θόρυβον μέγαν κατέστησαν, ἄλλως τε καὶ ἀλλήλοις ὕποπτοι ὄντες. [4.104.2] καὶ λέγεται Βρασίδαν, εἰ ἠθέλησε μὴ ἐφ᾽ ἁρπαγὴν τῷ στρατῷ τραπέσθαι, ἀλλ᾽ εὐθὺς χωρῆσαι πρὸς τὴν πόλιν, δοκεῖν ἂν ἑλεῖν. [4.104.3] νῦν δὲ ὁ μὲν ἱδρύσας τὸν στρατόν, ἐπεὶ τὰ ἔξω ἐπέδραμε καὶ οὐδὲν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ἔνδον ὡς προσεδέχετο ἀπέβαινεν, ἡσύχαζεν· [4.104.4] οἱ δὲ ἐναντίοι τοῖς προδιδοῦσι, κρατοῦντες τῷ πλήθει ὥστε μὴ αὐτίκα τὰς πύλας ἀνοίγεσθαι, πέμπουσι μετὰ Εὐκλέους τοῦ στρατηγοῦ, ὃς ἐκ τῶν Ἀθηνῶν παρῆν αὐτοῖς φύλαξ τοῦ χωρίου, ἐπὶ τὸν ἕτερον στρατηγὸν τῶν ἐπὶ Θρᾴκης, Θουκυδίδην τὸν Ὀλόρου, ὃς τάδε ξυνέγραψεν, ὄντα περὶ Θάσον (ἔστι δὲ ἡ νῆσος Παρίων ἀποικία, ἀπέχουσα τῆς Ἀμφιπόλεως ἡμίσεος ἡμέρας μάλιστα πλοῦν), κελεύοντες σφίσι βοηθεῖν. [4.104.5] καὶ ὁ μὲν ἀκούσας κατὰ τάχος ἑπτὰ ναυσὶν αἳ ἔτυχον παροῦσαι ἔπλει, καὶ ἐβούλετο φθάσαι μάλιστα μὲν οὖν τὴν Ἀμφίπολιν, πρίν τι ἐνδοῦναι, εἰ δὲ μή, τὴν Ἠιόνα προκαταλαβών.
[4.105.1] Ἐν τούτῳ δὲ ὁ Βρασίδας δεδιὼς καὶ τὴν ἀπὸ τῆς Θάσου τῶν νεῶν βοήθειαν καὶ πυνθανόμενος τὸν Θουκυδίδην κτῆσίν τε ἔχειν τῶν χρυσείων μετάλλων ἐργασίας ἐν τῇ περὶ ταῦτα Θρᾴκῃ καὶ ἀπ᾽ αὐτοῦ δύνασθαι ἐν τοῖς πρώτοις τῶν ἠπειρωτῶν, ἠπείγετο προκατασχεῖν, εἰ δύναιτο, τὴν πόλιν, μὴ ἀφικνουμένου αὐτοῦ τὸ πλῆθος τῶν Ἀμφιπολιτῶν, ἐλπίσαν ἐκ θαλάσσης ξυμμαχικὸν καὶ ἀπὸ τῆς Θρᾴκης ἀγείραντα αὐτὸν περιποιήσειν σφᾶς, οὐκέτι προσχωροίη. [4.105.2] καὶ τὴν ξύμβασιν μετρίαν ἐποιεῖτο, κήρυγμα τόδε ἀνειπών, Ἀμφιπολιτῶν καὶ Ἀθηναίων τῶν ἐνόντων τὸν μὲν βουλόμενον ἐπὶ τοῖς ἑαυτοῦ τῆς ἴσης καὶ ὁμοίας μετέχοντα μένειν, τὸν δὲ μὴ ἐθέλοντα ἀπιέναι τὰ ἑαυτοῦ ἐκφερόμενον πέντε ἡμερῶν. [4.106.1] οἱ δὲ πολλοὶ ἀκούσαντες ἀλλοιότεροι ἐγένοντο τὰς γνώμας, ἄλλως τε καὶ βραχὺ μὲν Ἀθηναίων ἐμπολιτεῦον, τὸ δὲ πλέον ξύμμεικτον, καὶ τῶν ἔξω ληφθέντων συχνοῖς οἰκεῖοι ἔνδον ἦσαν· καὶ τὸ κήρυγμα πρὸς τὸν φόβον δίκαιον εἶναι ὑπελάμβανον, οἱ μὲν Ἀθηναῖοι διὰ τὸ ἄσμενοι ἂν ἐξελθεῖν, ἡγούμενοι οὐκ ἐν ὁμοίῳ σφίσι τὰ δεινὰ εἶναι καὶ ἅμα οὐ προσδεχόμενοι βοήθειαν ἐν τάχει, ὁ δὲ ἄλλος ὅμιλος πόλεώς τε ἐν τῷ ἴσῳ οὐ στερισκόμενοι καὶ κινδύνου παρὰ δόξαν ἀφιέμενοι. [4.106.2] ὥστε τῶν πρασσόντων τῷ Βρασίδᾳ ἤδη καὶ ἐκ τοῦ φανεροῦ διαδικαιούντων αὐτά, ἐπειδὴ καὶ τὸ πλῆθος ἑώρων τετραμμένον καὶ τοῦ παρόντος Ἀθηναίων στρατηγοῦ οὐκέτι ἀκροώμενον, ἐγένετο ἡ ὁμολογία καὶ προσεδέξαντο ἐφ᾽ οἷς ἐκήρυξεν. [4.106.3] καὶ οἱ μὲν τὴν πόλιν τοιούτῳ τρόπῳ παρέδοσαν, ὁ δὲ Θουκυδίδης καὶ αἱ νῆες ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ ὀψὲ κατέπλεον ἐς τὴν Ἠιόνα. [4.106.4] καὶ τὴν μὲν Ἀμφίπολιν Βρασίδας ἄρτι εἶχε, τὴν δὲ Ἠιόνα παρὰ νύκτα ἐγένετο λαβεῖν· εἰ γὰρ μὴ ἐβοήθησαν αἱ νῆες διὰ τάχους, ἅμα ἕῳ ἂν εἴχετο.

[4.107.1] Μετὰ δὲ τοῦτο ὁ μὲν τὰ ἐν τῇ Ἠιόνι καθίστατο, ὅπως καὶ τὸ αὐτίκα, ἢν ἐπίῃ ὁ Βρασίδας, καὶ τὸ ἔπειτα ἀσφαλῶς ἕξει, δεξάμενος τοὺς ἐθελήσαντας ἐπιχωρῆσαι ἄνωθεν κατὰ τὰς σπονδάς· [4.107.2] ὁ δὲ πρὸς μὲν τὴν Ἠιόνα κατά τε τὸν ποταμὸν πολλοῖς πλοίοις ἄφνω καταπλεύσας, εἴ πως τὴν προύχουσαν ἄκραν ἀπὸ τοῦ τείχους λαβὼν κρατοίη τοῦ ἔσπλου, καὶ κατὰ γῆν ἀποπειράσας ἅμα, ἀμφοτέρωθεν ἀπεκρούσθη, τὰ δὲ περὶ τὴν Ἀμφίπολιν ἐξηρτύετο. [4.107.3] καὶ Μύρκινός τε αὐτῷ προσεχώρησεν Ἠδωνικὴ πόλις, Πιττακοῦ τοῦ Ἠδώνων βασιλέως ἀποθανόντος ὑπὸ τῶν Γοάξιος παίδων καὶ Βραυροῦς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ Γαληψὸς οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ Οἰσύμη· εἰσὶ δὲ αὗται Θασίων ἀποικίαι. παρὼν δὲ καὶ Περδίκκας εὐθὺς μετὰ τὴν ἅλωσιν ξυγκαθίστη ταῦτα.
[4.108.1] Ἐχομένης δὲ τῆς Ἀμφιπόλεως οἱ Ἀθηναῖοι ἐς μέγα δέος κατέστησαν, ἄλλως τε καὶ ὅτι ἡ πόλις αὐτοῖς ἦν ὠφέλιμος ξύλων τε ναυπηγησίμων πομπῇ καὶ χρημάτων προσόδῳ, καὶ ὅτι μέχρι μὲν τοῦ Στρυμόνος ἦν πάροδος Θεσσαλῶν διαγόντων ἐπὶ τοὺς ξυμμάχους σφῶν τοῖς Λακεδαιμονίοις, τῆς δὲ γεφύρας μὴ κρατούντων, ἄνωθεν μὲν μεγάλης οὔσης ἐπὶ πολὺ λίμνης τοῦ ποταμοῦ, τὰ δὲ πρὸς Ἠιόνα τριήρεσι τηρουμένων, οὐκ ἂν δύνασθαι προελθεῖν· τότε δὲ ῥᾴδια ἤδη [ἐνόμιζεν] γεγενῆσθαι. καὶ τοὺς ξυμμάχους ἐφοβοῦντο μὴ ἀποστῶσιν. [4.108.2] ὁ γὰρ Βρασίδας ἔν τε τοῖς ἄλλοις μέτριον ἑαυτὸν παρεῖχε, καὶ ἐν τοῖς λόγοις πανταχοῦ ἐδήλου ὡς ἐλευθερώσων τὴν Ἑλλάδα ἐκπεμφθείη. [4.108.3] καὶ αἱ πόλεις πυνθανόμεναι αἱ τῶν Ἀθηναίων ὑπήκοοι τῆς τε Ἀμφιπόλεως τὴν ἅλωσιν καὶ ἃ παρέχεται, τήν τε ἐκείνου πραότητα, μάλιστα δὴ ἐπήρθησαν ἐς τὸ νεωτερίζειν, καὶ ἐπεκηρυκεύοντο πρὸς αὐτὸν κρύφα, ἐπιπαριέναι τε κελεύοντες καὶ βουλόμενοι αὐτοὶ ἕκαστοι πρῶτοι ἀποστῆναι. [4.108.4] καὶ γὰρ καὶ ἄδεια ἐφαίνετο αὐτοῖς, ἐψευσμένοις μὲν τῆς Ἀθηναίων δυνάμεως ἐπὶ τοσοῦτον ὅση ὕστερον διεφάνη, τὸ δὲ πλέον βουλήσει κρίνοντες ἀσαφεῖ ἢ προνοίᾳ ἀσφαλεῖ, εἰωθότες οἱ ἄνθρωποι οὗ μὲν ἐπιθυμοῦσιν ἐλπίδι ἀπερισκέπτῳ διδόναι, ὃ δὲ μὴ προσίενται λογισμῷ αὐτοκράτορι διωθεῖσθαι. [4.108.5] ἅμα δὲ τῶν Ἀθηναίων ἐν τοῖς Βοιωτοῖς νεωστὶ πεπληγμένων καὶ τοῦ Βρασίδου ἐφολκὰ καὶ οὐ τὰ ὄντα λέγοντος, ὡς αὐτῷ ἐπὶ Νίσαιαν τῇ ἑαυτοῦ μόνῃ στρατιᾷ οὐκ ἠθέλησαν οἱ Ἀθηναῖοι ξυμβαλεῖν, ἐθάρσουν καὶ ἐπίστευον μηδένα ἂν ἐπὶ σφᾶς βοηθῆσαι. [4.108.6] τὸ δὲ μέγιστον, διὰ τὸ ἡδονὴν ἔχον ἐν τῷ αὐτίκα καὶ ὅτι τὸ πρῶτον Λακεδαιμονίων ὀργώντων ἔμελλον πειράσεσθαι, κινδυνεύειν παντὶ τρόπῳ ἑτοῖμοι ἦσαν. ὧν αἰσθανόμενοι οἱ μὲν Ἀθηναῖοι φυλακάς, ὡς ἐξ ὀλίγου καὶ ἐν χειμῶνι, διέπεμπον ἐς τὰς πόλεις, ὁ δὲ ἐς τὴν Λακεδαίμονα ἐφιέμενος στρατιάν τε προσαποστέλλειν ἐκέλευε καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Στρυμόνι ναυπηγίαν τριήρων παρεσκευάζετο. [4.108.7] οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι τὰ μὲν καὶ φθόνῳ ἀπὸ τῶν πρώτων ἀνδρῶν οὐχ ὑπηρέτησαν αὐτῷ, τὰ δὲ καὶ βουλόμενοι μᾶλλον τούς τε ἄνδρας τοὺς ἐκ τῆς νήσου κομίσασθαι καὶ τὸν πόλεμον καταλῦσαι.

[4.109.1] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ χειμῶνος Μεγαρῆς τε τὰ μακρὰ τείχη, ἃ σφῶν οἱ Ἀθηναῖοι εἶχον, κατέσκαψαν ἑλόντες ἐς ἔδαφος, καὶ Βρασίδας μετὰ τὴν Ἀμφιπόλεως ἅλωσιν ἔχων τοὺς ξυμμάχους στρατεύει ἐπὶ τὴν Ἀκτὴν καλουμένην. [4.109.2] ἔστι δὲ ἀπὸ τοῦ βασιλέως διορύγματος ἔσω προύχουσα, καὶ ὁ Ἄθως αὐτῆς ὄρος ὑψηλὸν τελευτᾷ ἐς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος. [4.109.3] πόλεις δὲ ἔχει Σάνην μὲν Ἀνδρίων ἀποικίαν παρ᾽ αὐτὴν τὴν διώρυχα, ἐς τὸ πρὸς Εὔβοιαν πέλαγος τετραμμένην, τὰς δὲ ἄλλας Θυσσὸν καὶ Κλεωνὰς καὶ Ἀκροθῴους καὶ Ὀλόφυξον καὶ Δῖον· [4.109.4] αἳ οἰκοῦνται ξυμμείκτοις ἔθνεσι βαρβάρων διγλώσσων, καί τι καὶ Χαλκιδικὸν ἔνι βραχύ, τὸ δὲ πλεῖστον Πελασγικόν, τῶν καὶ Λῆμνόν ποτε καὶ Ἀθήνας Τυρσηνῶν οἰκησάντων, καὶ Βισαλτικὸν καὶ Κρηστωνικὸν καὶ Ἠδῶνες· κατὰ δὲ μικρὰ πολίσματα οἰκοῦσιν. [4.109.5] καὶ οἱ μὲν πλείους προσεχώρησαν τῷ Βρασίδᾳ, Σάνη δὲ καὶ Δῖον ἀντέστη, καὶ αὐτῶν τὴν χώραν ἐμμείνας τῷ στρατῷ ἐδῄου. [4.110.1] ὡς δ᾽ οὐκ ἐσήκουον, εὐθὺς στρατεύει ἐπὶ Τορώνην τὴν Χαλκιδικήν, κατεχομένην ὑπὸ Ἀθηναίων· καὶ αὐτὸν ἄνδρες ὀλίγοι ἐπήγοντο, ἑτοῖμοι ὄντες τὴν πόλιν παραδοῦναι. καὶ ἀφικόμενος νυκτὸς ἔτι καὶ περὶ ὄρθρον τῷ στρατῷ ἐκαθέζετο πρὸς τὸ Διοσκόρειον, ὃ ἀπέχει τῆς πόλεως τρεῖς μάλιστα σταδίους. [4.110.2] τὴν μὲν οὖν ἄλλην πόλιν τῶν Τορωναίων καὶ τοὺς Ἀθηναίους τοὺς ἐμφρουροῦντας ἔλαθεν· οἱ δὲ πράσσοντες αὐτῷ εἰδότες ὅτι ἥξοι, καὶ προελθόντες τινὲς αὐτῶν λάθρᾳ ὀλίγοι, ἐτήρουν τὴν πρόσοδον, καὶ ὡς ᾔσθοντο παρόντα, ἐσκομίζουσι παρ᾽ αὑτοὺς ἐγχειρίδια ἔχοντας ἄνδρας ψιλοὺς ἑπτά (τοσοῦτοι γὰρ μόνοι ἀνδρῶν εἴκοσι τὸ πρῶτον ταχθέντων οὐ κατέδεισαν ἐσελθεῖν· ἦρχε δὲ αὐτῶν Λυσίστρατος Ὀλύνθιος), οἳ διαδύντες διὰ τοῦ πρὸς τὸ πέλαγος τείχους καὶ λαθόντες τούς τε ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτω φυλακτηρίου φρουρούς, οὔσης τῆς πόλεως πρὸς λόφον, ἀναβάντες διέφθειραν καὶ τὴν κατὰ Καναστραῖον πυλίδα διῄρουν. [4.111.1] ὁ δὲ Βρασίδας τῷ μὲν ἄλλῳ στρατῷ ἡσύχαζεν ὀλίγον προελθών, ἑκατὸν δὲ πελταστὰς προπέμπει, ὅπως, ὁπότε πύλαι τινὲς ἀνοιχθεῖεν καὶ τὸ σημεῖον ἀρθείη ὃ ξυνέκειτο, πρῶτοι ἐσδράμοιεν. [4.111.2] καὶ οἱ μὲν χρόνου ἐγγιγνομένου καὶ θαυμάζοντες κατὰ μικρὸν ἔτυχον ἐγγὺς τῆς πόλεως προσελθόντες· οἱ δὲ τῶν Τορωναίων ἔνδοθεν παρασκευάζοντες μετὰ τῶν ἐσεληλυθότων, ὡς αὐτοῖς ἥ τε πυλὶς διῄρητο καὶ αἱ κατὰ τὴν ἀγορὰν πύλαι τοῦ μοχλοῦ διακοπέντος ἀνεῴγοντο, πρῶτον μὲν κατὰ τὴν πυλίδα τινὰς περιαγαγόντες ἐσεκόμισαν, ὅπως κατὰ νώτου καὶ ἀμφοτέρωθεν τοὺς ἐν τῇ πόλει οὐδὲν εἰδότας ἐξαπίνης φοβήσειαν, ἔπειτα τὸ σημεῖόν τε τοῦ πυρός, ὡς εἴρητο, ἀνέσχον, καὶ διὰ τῶν κατὰ τὴν ἀγορὰν πυλῶν τοὺς λοιποὺς ἤδη τῶν πελταστῶν ἐσεδέχοντο. [4.112.1] καὶ ὁ Βρασίδας ἰδὼν τὸ ξύνθημα ἔθει δρόμῳ, ἀναστήσας τὸν στρατὸν ἐμβοήσαντάς τε ἁθρόον καὶ ἔκπληξιν πολλὴν τοῖς ἐν τῇ πόλει παρασχόντας. [4.112.2] καὶ οἱ μὲν κατὰ τὰς πύλας εὐθὺς ἐσέπιπτον, οἱ δὲ κατὰ δοκοὺς τετραγώνους, αἳ ἔτυχον τῷ τείχει πεπτωκότι καὶ οἰκοδομουμένῳ πρὸς λίθων ἀνολκὴν προσκείμεναι. [4.112.3] Βρασίδας μὲν οὖν καὶ τὸ πλῆθος εὐθὺς ἄνω καὶ ἐπὶ τὰ μετέωρα τῆς πόλεως ἐτράπετο, βουλόμενος κατ᾽ ἄκρας καὶ βεβαίως ἑλεῖν αὐτήν· ὁ δὲ ἄλλος ὅμιλος κατὰ πάντα ὁμοίως ἐσκεδάννυντο.

[4.113.1] Τῶν δὲ Τορωναίων γιγνομένης τῆς ἁλώσεως τὸ μὲν πολὺ οὐδὲν εἰδὸς ἐθορυβεῖτο, οἱ δὲ πράσσοντες καὶ οἷς ταῦτα ἤρεσκε μετὰ τῶν ἐσελθόντων εὐθὺς ἦσαν. [4.113.2] οἱ δὲ Ἀθηναῖοι (ἔτυχον γὰρ ἐν τῇ ἀγορᾷ ὁπλῖται καθεύδοντες ὡς πεντήκοντα) ἐπειδὴ ᾔσθοντο, οἱ μέν τινες ὀλίγοι διαφθείρονται ἐν χερσὶν αὐτῶν, τῶν δὲ λοιπῶν οἱ μὲν πεζῇ, οἱ δὲ ἐς τὰς ναῦς, αἳ ἐφρούρουν δύο, καταφυγόντες διασῴζονται ἐς τὴν Λήκυθον τὸ φρούριον, ὃ εἶχον αὐτοὶ καταλαβόντες, ἄκρον τῆς πόλεως ἐς τὴν θάλασσαν ἀπειλημμένον ἐν στενῷ ἰσθμῷ. [4.113.3] κατέφυγον δὲ καὶ τῶν Τορωναίων ἐς αὐτοὺς ὅσοι ἦσαν σφίσιν ἐπιτήδειοι. [4.114.1] γεγενημένης δὲ ἡμέρας ἤδη καὶ βεβαίως τῆς πόλεως ἐχομένης ὁ Βρασίδας τοῖς μὲν μετὰ τῶν Ἀθηναίων Τορωναίοις καταπεφευγόσι κήρυγμα ἐποιήσατο τὸν βουλόμενον ἐπὶ τὰ ἑαυτοῦ ἐξελθόντα ἀδεῶς πολιτεύειν, τοῖς δὲ Ἀθηναίοις κήρυκα προσπέμψας ἐξιέναι ἐκέλευεν ἐκ τῆς Ληκύθου ὑποσπόνδους καὶ τὰ ἑαυτῶν ἔχοντας ὡς οὔσης Χαλκιδέων. [4.114.2] οἱ δὲ ἐκλείψειν μὲν οὐκ ἔφασαν, σπείσασθαι δὲ σφίσιν ἐκέλευον ἡμέραν τοὺς νεκροὺς ἀνελέσθαι. ὁ δὲ ἐσπείσατο δύο. ἐν ταύταις δὲ αὐτός τε τὰς ἐγγὺς οἰκίας ἐκρατύνατο καὶ Ἀθηναῖοι τὰ σφέτερα. [4.114.3] καὶ ξύλλογον τῶν Τορωναίων ποιήσας ἔλεξε τοῖς ἐν τῇ Ἀκάνθῳ παραπλήσια, ὅτι οὐ δίκαιον εἴη οὔτε τοὺς πράξαντας πρὸς αὐτὸν τὴν λῆψιν τῆς πόλεως χείρους οὐδὲ προδότας ἡγεῖσθαι (οὐ γὰρ ἐπὶ δουλείᾳ οὐδὲ χρήμασι πεισθέντας δρᾶσαι τοῦτο, ἀλλ᾽ ἐπὶ ἀγαθῷ καὶ ἐλευθερίᾳ τῆς πόλεως) οὔτε τοὺς μὴ μετασχόντας οἴεσθαι μὴ τῶν αὐτῶν τεύξεσθαι· ἀφῖχθαι γὰρ οὐ διαφθερῶν οὔτε πόλιν οὔτε ἰδιώτην οὐδένα. [4.114.4] τὸ δὲ κήρυγμα ποιήσασθαι τούτου ἕνεκα τοῖς παρ᾽ Ἀθηναίους καταπεφευγόσιν, ὡς ἡγούμενος οὐδὲν χείρους τῇ ἐκείνων φιλία· οὐδ᾽ ἂν σφῶν πειρασαμένους αὐτοὺς [τῶν Λακεδαιμονίων] δοκεῖν ἧσσον, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον, ὅσῳ δικαιότερα πράσσουσιν, εὔνους ἂν σφίσι γενέσθαι, ἀπειρίᾳ δὲ νῦν πεφοβῆσθαι. [4.114.5] τούς τε πάντας παρασκευάζεσθαι ἐκέλευεν ὡς βεβαίους τε ἐσομένους ξυμμάχους καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε ἤδη ὅτι ἂν ἁμαρτάνωσιν αἰτίαν ἕξοντας· τὰ δὲ πρότερα οὐ σφεῖς ἀδικεῖσθαι, ἀλλ᾽ ἐκείνους μᾶλλον ὑπ᾽ ἄλλων κρεισσόνων, καὶ ξυγγνώμην εἶναι εἴ τι ἠναντιοῦντο. [4.115.1] καὶ ὁ μὲν τοιαῦτα εἰπὼν καὶ παραθαρσύνας διελθουσῶν τῶν σπονδῶν τὰς προσβολὰς ἐποιεῖτο τῇ Ληκύθῳ· οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ἠμύνοντό τε ἐκ φαύλου τειχίσματος καὶ ἀπ᾽ οἰκιῶν ἐπάλξεις ἐχουσῶν, [4.115.2] καὶ μίαν μὲν ἡμέραν ἀπεκρούσαντο· τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ μηχανῆς μελλούσης προσάξεσθαι αὐτοῖς ἀπὸ τῶν ἐναντίων, ἀφ᾽ ἧς πῦρ ἐνήσειν διενοοῦντο ἐς τὰ ξύλινα παραφράγματα, καὶ προσιόντος ἤδη τοῦ στρατεύματος, ᾗ ᾤοντο μάλιστα αὐτοὺς προσκομιεῖν τὴν μηχανὴν καὶ ἦν ἐπιμαχώτατον, πύργον ξύλινον ἐπ᾽ οἴκημα ἀντέστησαν, καὶ ὕδατος ἀμφορέας πολλοὺς καὶ πίθους ἀνεφόρησαν καὶ λίθους μεγάλους, ἄνθρωποί τε πολλοὶ ἀνέβησαν. [4.115.3] τὸ δὲ οἴκημα λαβὸν μεῖζον ἄχθος ἐξαπίνης κατερράγη καὶ ψόφου πολλοῦ γενομένου τοὺς μὲν ἐγγὺς καὶ ὁρῶντας τῶν Ἀθηναίων ἐλύπησε μᾶλλον ἢ ἐφόβησεν, οἱ δὲ ἄπωθεν, καὶ μάλιστα οἱ διὰ πλείστου, νομίσαντες ταύτῃ ἑαλωκέναι ἤδη τὸ χωρίον, φυγῇ ἐς τὴν θάλασσαν καὶ τὰς ναῦς ὥρμησαν. [4.116.1] καὶ ὁ Βρασίδας ὡς ᾔσθετο αὐτοὺς ἀπολείποντάς τε τὰς ἐπάλξεις καὶ τὸ γιγνόμενον ὁρῶν, ἐπιφερόμενος τῷ στρατῷ εὐθὺς τὸ τείχισμα λαμβάνει, καὶ ὅσους ἐγκατέλαβε διέφθειρεν. [4.116.2] καὶ οἱ μὲν Ἀθηναῖοι τοῖς τε πλοίοις καὶ ταῖς ναυσὶ τούτῳ τῷ τρόπῳ ἐκλιπόντες τὸ χωρίον ἐς Παλλήνην διεκομίσθησαν· ὁ δὲ Βρασίδας (ἔστι γὰρ ἐν τῇ Ληκύθῳ Ἀθηνᾶς ἱερόν, καὶ ἔτυχε κηρύξας, ὅτε ἔμελλε προσβαλεῖν, τῷ ἐπιβάντι πρώτῳ τοῦ τείχους τριάκοντα μνᾶς ἀργυρίου δώσειν) νομίσας ἄλλῳ τινὶ τρόπῳ ἢ ἀνθρωπείῳ τὴν ἅλωσιν γενέσθαι, τάς τε τριάκοντα μνᾶς τῇ θεῷ ἀπέδωκεν ἐς τὸ ἱερὸν καὶ τὴν Λήκυθον καθελὼν καὶ ἀνασκευάσας τέμενος ἀνῆκεν ἅπαν. [4.116.3] καὶ ὁ μὲν τὸ λοιπὸν τοῦ χειμῶνος ἅ τε εἶχε τῶν χωρίων καθίστατο καὶ τοῖς ἄλλοις ἐπεβούλευεν· καὶ τοῦ χειμῶνος διελθόντος ὄγδοον ἔτος ἐτελεύτα τῷ πολέμῳ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γιαγιά στην Καππαδοκία τραγουδά Ελληνικό παραδοσιακό (Βίντεο)

Τραγωδία στo Χαρωπό, νεκρό μωράκι 8 μηνών.

Eξόρυξη χρυσού στις Σέρρες

Νέα

Φωτογραφία της ημέρας

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Καταστήματα

Συνταγές

Χθεσημεραυριο

Μουσικές Επιλογές: Bουτιά στο παρελθόν

Ιστορίες

Τσιμεριτας

Ο χαζός του χωριού

Κλινικός Ψυχρολόγος