Άγιος Θεοδόσιος ο Μεγάλος ο βασιλεύς, 17 Ιανουαρίου

H βασιλεία εμποδών ουχ ωράθη,
Σοι ω Θεοδόσιε προς σωτηρίαν.

Ο Μέγας Θεοδόσιος καταγόταν από την Ιβηρία και γεννήθηκε το 346 μ.Χ. Ήταν υιός του στρατηγού Θεοδοσίου, Κόμητος της Αφρικής, ο οποίος είχε διαπρέψει επί του αυτοκράτορα Ουαλεντιανού (364 - 378 μ.Χ.) και θανατώθηκε άδικα μετά από συκοφαντίες. Τότε ο υιός του, ο οποίος, επίσης, είχε διακριθεί για την ευσέβειά του και τα στρατηγικά προτερήματά του, αποτραβήχτηκε στα πατρογονικά του κτήματα στην Ισπανία και απείχε από κάθε υπηρεσία.

Όταν ο νέος αυτοκράτορας της Δύσεως Γρατιανός κληρονόμησε και το Ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, τον πήρε κοντά του ως συνεργάτη. Μόλις έφθασε στην αυλή ο Θεοδόσιος προήχθη σε «στρατηλάτη της ίππου» και με αυτό το βαθμό, κατόρθωσε να κερδίσει μία αρκετά εντυπωσιακή νίκη κατά των Σαρματών, που επωφελούμενοι της γενικής αναταραχής είχαν στο μεταξύ εισβάλει στο ρωμαϊκό έδαφος. Η ανταμοιβή για τη νίκη ήταν η προαγωγή στο ύπατο αξίωμα: ο Γρατιανός τον έστεψε Αύγουστο της Ανατολής στην πόλη Σίρμιον που βρισκόταν στο κέντρο της ρωμαϊκής Ευρώπης. Η στέψη έγινε στις 19 Ιανουαρίου του έτους 379 μ.Χ. Ο Θεοδόσιος ήταν τότε τριάντα τριών ετών.

Πρώτο έργο του νέου Αυγούστου ήταν να καταπολεμήσει τους Γότθους στην Ιλλυρία. Αλλά πριν συντελεσθεί το έργο αυτό, ο Θεοδόσιος κέρδισε άλλο τρόπαιο επί του εδάφους της πίστεως και της Ορθοδοξίας. Με διάταγμα, το οποίο εξέδωσε στις 27 Φεβρουαρίου του 380 μ.Χ., ο Θεοδόσιος καθόριζε επί δογματικού επιπέδου την έννοια της Ορθοδοξίας, διεκήρυξε ότι μόνο οι παραδεχόμενοι τις αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας, δικαιούνταν να ονομάζονται Χριστιανοί και ότι στους αιρετικούς δεν επιτρεπόταν να σφετερίζονται το όνομα της Εκκλησίας. Τέλος με τη δημοσίευση ενός ακόμη νόμου, για την εφαρμογή του οποίου χρειάσθηκε να επέμβει ο στρατός, απαίτησε την απόδοση όλων των Εκκλησιών στους Ορθοδόξους.

Ήταν δε τότε στην Κωνσταντινούπολη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος είχε προσκληθεί από τους Χριστιανούς προς καταπολέμηση των αιρετικών και μάλιστα των Αρειανών. Και επειδή τα φλογερά και εύγλωττα κηρύγματά του, συνδυαζόμενα με την αρετή και την αγιότητα του βίου του, είλκυσαν προς την Ορθόδοξη πίστη αμέτρητα πλήθη, οι Αρειανοί, οι οποίοι επί αυτοκράτορα Ουάλεντου είχαν γίνει πανίσχυροι στην Κωνσταντινούπολη και είχαν αρπάξει όλες τις εκκλησίες των Ορθοδόξων, εκτός του μικρού παρεκκλησίου της Αγίας Αναστασίας, σχεδίαζαν να τον διώξουν από την βασιλεύουσα. Αλλά ο Θεοδόσιος έδωσε άλλη στροφή στα πράγματα. Εκδίωξε από τον πατριαρχικό θρόνο τον Αρειανό Επίσκοπο Δημόφιλο και παρεχώρησε την θέση του στον Άγιο Γρηγόριο.

Η μεγάλη αυτή ευεργεσία του Αγίου Θεοδοσίου προς την Εκκλησία είχε λαμπρότερη ακόμα συνέχεια. Κατά το έτος 381 μ.Χ., με την ευσεβή φροντίδα του και ενέργεια, συγκροτήθηκε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος που επικύρωσε τη δογματική διατύπωση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως προσθέτοντας και τον περί Αγίου Πνεύματος Όρο, εναντίων της πνευματομάχου διδασκαλίας του Μακεδονίου και κανόνισε τα της νομίμου κατοχής διαφόρων αρχιερατικών θρόνων, η οποία είχε διαταραχθεί επί της παντοδυναμίας των Αρειανών. Δύο ακόμη Σύνοδοι συνεκλήθησαν στην Κωνσταντινούπολη το 382 και το 383 μ.Χ. Σκοπός τους ήταν, αντίστοιχα, η υπογράμμιση της αυτονομίας της Εκκλησίας της Ανατολής και η θεαματική καταδίκη κάθε μορφής Αρειανισμού. Συμπληρώνοντας το έργο του ο θεοφρούρητος βασιλέας, εξέδωσε αλλεπάλληλα διατάγματα κατά των αιρετικών (Μανιχαίων, Αρειανών, Πνευματομάχων και άλλων), με τα οποία καθορίστηκαν και οι ποινές των αποστατών. Οι αποφάσεις των Συνόδων εφαρμόστηκαν αυστηρά. Επανέλαβε έντονα τον νόμο περί Κυριακής αργίας, απαγόρευσε τα θεάματα του αμφιθεάτρου και του ιπποδρόμου την Κυριακή και θέσπισε μέτρα κατά της εμπορίας των λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων. Εμπόδισε τις ειδωλολατρικές θυσίες, τη λατρεία των ειδώλων, κάθε δημόσια και απόκρυφη τελετή των ειδωλολατρών, και κατήργησε, το 394 μ.Χ., διά νόμου, τους ολυμπιακούς αγώνες, που χρησίμευαν στη διατήρηση της πλάνης των ειδώλων. Η αυτοκρατορία ήταν πια χριστιανική και το έργο του Αγίου Θεοδοσίου έστρεφε και παγίωνε το έργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Για την προσφορά του στην Εκκλησία αλλά και το τεράστιο σημαντικό πολιτικό έργο του κέρδισε τον τίτλο «Μέγας». Και ο Παυλίνος, Επίσκοπος Νώλης, μέσα από τα γραφόμενά του εγκωμιάζει στο πρόσωπο του βασιλέως «όχι τόσο τον αυτοκράτορα, όσο τον δούλο του Χριστού, τον ισχυρό όχι στη μεγαλοπρέπεια του δυνάστου, αλλά στην ταπεινοφροσύνη του υπηρέτου, τον πρώτο πολίτη, όχι χάρη στο βασιλικό αξίωμα, αλλά χάρη στην πίστη του».

Ο Μέγας Θεοδόσιος ήταν πρότυπο ηγεμόνος, πλήρης ευσέβειας και δικαιοσύνης και είχε το χάρισμα της ταπεινώσεως και της συνεχούς μετάνοιας. Δύο περιστατικά της ζωής του ομιλούν γι’ αυτό.

Ήταν το 387 μ.Χ. που ο Άγιος αποφάσισε να τιμωρήσει αυστηρά, με ποινή αίματος, τους κατοίκους της μεγάλης Θεουπόλεως Αντιόχειας. Οι Αντιοχειανοί είχαν εξεγερθεί και είχαν καταρρίψει όλους τους ανδριάντες που υπήρχαν προς τιμή του αυτοκράτορα και της συζύγου του Πλακίλλας. Η αυτοκράτειρα η ίδια αλλά και ο Πατριάρχης της πόλεως Φλαβιανός συμπαραστατούμενοι από τους μοναχούς της περιοχής, ικέτευαν το βασιλέα Θεοδόσιο να φανεί σπλαγχνικός και να τους συγχωρήσει. Πράγματι, ο Θεοδόσιος άλλαξε απόφαση και το Πάσχα του 387 μ.Χ. έδωσε αμνηστία.

Το άλλο γεγονός συνέβη το έτος 390 μ.Χ., όταν ο Θεοδόσιος έγινε και αυτοκράτορας της Δύσεως. Εγκαταστάθηκε στα Μεδιόλανα, το σημερινό Μιλάνο της Ιταλίας, και τιμώρησε με πολύ αυστηρό τρόπο μια εξέγερση των Θεσσαλονικέων, δίδοντας διαταγή να θανατώσουν πολλές χιλιάδες ανθρώπων στο αμφιθέατρο της πόλεως. Κάποιος δημοφιλής ηνίοχος του ιππόδρομου είχε κατηγορηθεί για εγκληματική πράξη και είχε φυλακισθεί από τον αρχηγό της εκεί φρουράς Βουθέριχο. Αλλά το πλήθος, προκειμένου να γίνουν οι ιπποδρομίες, απαίτησε την αποφυλάκιση του ηνιόχου. Ο Βουθέριχος αρνήθηκε, αλλά ο λαός στασίασε και φόνευσε τον Βουθέριχο και πολλούς στρατιώτες. Ο θυμός που ένιωθε ο Θεοδόσιος ήταν τόσο μεγάλος που, υπακούοντας στην παρόρμηση της στιγμής, διέταξε να περικυκλώσει ο στρατός τον ιππόδρομο την ημέρα των αγώνων και να σφάξει όλους τους θεατές. Για τη διαταγή αυτή αμέσως μετανόησε ο Θεοδόσιος, αλλά η ανάκλησή της έφτασε στη Θεσσαλονίκη αφού πια είχαν σφαγεί επτά χιλιάδες πολίτες. Μετά από αυτό το έγκλημα, όταν ο Θεοδόσιος θέλησε να εισέλθει στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου, ο Άγιος Αμβρόσιος στάθηκε στη θύρα και απαγόρευσε την είσοδο στον αυτοκράτορα. Όλοι περίμεναν το ξέσπασμα του θυμού του Θεοδοσίου. Όμως εκείνος υπάκουσε ταπεινά, ζήτησε με δάκρια στα μάτια συγγνώμη και ταπεινωμένος γύρισε στα ανάκτορα. Εκτέλεσε τον κανόνα της μετάνοιας που του έβαλε ο Επίσκοπος και όταν το επιτίμιο συμπληρώθηκε, ο Θεοδόσιος, ύστερα από οκτώ μήνες, προσήλθε στην Εκκλησία, σαν ένας κοινός άνθρωπος, με έναν απλό χιτώνα, χωρίς κανένα διακριτικό του αξιώματός του, άκουσε τη συγχωρητική ευχή και κοινώνησε κατά την εορτή των Χριστουγέννων λέγοντας τον λόγο του Δαυίδ: «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου, ζήσόν με κατά τον λόγον σου». Καρπός της μετάνοιάς του, που παραδειγμάτισε τον λαό του, ήταν ένας νόμος που έλεγε πως κανείς καταδικασμένος σε θάνατο δεν θα εκτελείτο, αν δεν περνούσαν τριάντα ημέρες από την λήψη της καταδικαστικής αποφάσεως.

Τόση ήταν η μετάνοια του Θεοδοσίου του Μεγάλου, ώστε ο Άγιος Θεός ευδόκησε να του δωρίσει το χάρισμα της θαυματουργίας. Διηγούνται οι βιογράφοι του, ότι κατά την διάρκεια ενός προσκυνήματός του στα Ιεροσόλυμα, ο αυτοκράτορας εμφανίστηκε ενδεδυμένος σαν απλός άνθρωπος και πλησιάζοντας τις θύρες του ναού της Αναστάσεως προσευχόταν. Τότε, οι πόρτες άνοιξαν μόνες τους διάπλατα και ο ναός άστραφτε στο φως. Ο Κύριος υποδεχόταν τον ταπεινό αυτοκράτορα και δούλο Του.

Ο Θεοδόσιος είχε αντιγράψει με το χέρι του όλο το Ευαγγέλιο, το οποίο μελετούσε καθημερινά. Έλεγε πως χαιρόταν περισσότερο που ήταν μέλος της Εκκλησίας παρά επίγειος βασιλέας. Όμως οι κακουχίες των δεκαέξι χρόνων από τη διακυβέρνηση είχαν κλονίσει ανεπανόρθωτα την υγεία του Θεοδοσίου. Έτσι πέρασαν δεκαέξι χρόνια ευσεβούς βασιλείας. Ο Άγιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 395 μ.Χ. Το σκήνωμά του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και την τεσσαρακοστή ημέρα ο Επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος, εξεφώνησε τον επικήδειο, που καθιέρωνε τον Θεοδόσιο ως τον τύπο του παραδειγματικού Ορθόδοξου ηγεμόνος. Ο Άγιος ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων, δίπλα στο μνημείο του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των διαδόχων του.
Προτομή του Θεοδοσίου Α΄. Βρέθηκε στην Αφροδισιάδα. (Άϊδιν, Τουρκία)

Βιογραφία
Ο Θεοδόσιος Α΄ (Flavius Theodosius Augustus, 11 Ιανουαρίου 347 – 17 Ιανουαρίου 395), γνωστός και ως Μέγας Θεοδόσιος, ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 379 έως το 395, ως ο τελευταίος αυτοκράτορας τόσο στο ανατολικό όσο και στο δυτικό ήμισυ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πριν χωριστούν τα δύο αυτά ημίσεα. Αφού αποδέχθηκε το θρόνο, αγωνίστηκε εναντίον των Γότθων και άλλων βαρβάρων που εισέβαλαν στην αυτοκρατορία.

Βασίλευσε ως συναυτοκράτορας αρχικά με το Γρατιανό και Ουαλεντινιανό Β΄ μέχρι το 383, στη συνέχεια μόνο με τον Ουαλεντινιανό Β΄ και από το 392 και μετά με συναυτοκράτορα τον γιο του Αρκάδιο. Υπήρξε ικανότατος στρατιωτικός αλλά ουσιαστικά άσκησε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας όσο ο Ουαλεντινιανός Β' ήταν ανήλικος. Παντρεύτηκε αρχικά τη Φλασίλλα με την οποία απέκτησε τον Αρκάδιο, τον Ονώριο και την Αιλία Πουλχερία και αργότερα την αδερφή του Ουαλεντινιανού Γάλλα ή Γκάλλα, κόρη της Ιουστίνας από την οποία απέκτησε την Γάλλα Πλακιδία, ή Γκάλλα Πλακιντία.

Ο Θεοδόσιος αντιμετώπισε επιτυχώς τις βαρβαρικές εισβολές, τη διείσδυση Γότθων κ.ά., οι οποίοι απειλούσαν ήδη την αυτοκρατορία με διάλυση (κάτι που για το δυτικό τμήμα του κράτους έγινε πραγματικότητα εκατό περίπου χρόνια μετά), και στερέωσε την αυτοκρατορία παραδίδοντας στους απογόνους κράτος στα όρια αυτού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με στρατιωτική και οικονομική ισχύ και, ακόμη περισσότερο, ενιαία και ισχυρή πολιτειακή ιδεολογία.

Κατά την απουσία του Θεοδόσιου στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ιταλία και κατά την παραμονή του εκεί για επιβολή της ειρήνης, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης στασίασε και σκότωσε τους στρατηγούς και τους μισθοφόρους Γότθους του αυτοκράτορα με τους οποίους ο Θεοδόσιος είχε κάνει συμφωνία για να σταματήσει τις επιθέσεις του, ο λαός έδεσε τα κορμιά τους στα άλογα και τους έσυρε στην πόλη για να τους εξευτελίσει τότε ο Θεοδόσιος αγανάκτησε και ενώ μέγα πλήθος παρακολουθούσε τις Ιπποδρομίες διέταξε τους μισθοφόρους να σφάξουν τον άμαχο πληθυσμό. Αυτό αποτέλεσε ένα από τα τραγικότερα σημεία της Βυζαντινής ιστορίας. Η επίθεση του Θεοδόσιου χαρακτηρίζεται πολιτική καθότι είχε έρθει σε συμφωνία με τους Γότθους για να σταματήσουν οι καταστροφικές επιδρομές τους στην Ελλάδα και όχι θρησκευτική, καθότι η Θεσσαλονίκη ήταν ήδη το κέντρο του Χριστιανισμού στην βόρεια Ελλάδα έπειτα από την πρώτη αποστολή του Παύλου εκεί το 54 μ.Χ. Γι’ αυτό άλλωστε και στην αρχή ο Μέγας Κωνσταντίνος θέλησε να κάνει πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τη Θεσσαλονίκη, την οποία μάλιστα αποπεράτωσε και μερικά έργα οχύρωσης, μέχρις ώσπου να επιλέξει εν τέλει το Βυζάντιο ως νέα πρωτεύουσα.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 380 αναγνώρισε τον Χριστιανισμό ως την επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας δηλώνοντας «επιθυμούμε όλα τα διάφορα υπήκοα έθνη [...] να ακολουθούν την Θρησκεία που παραδόθηκε στους Ρωμαίους από τον άγιο απόστολο Πέτρο» και στις 8 Νοεμβρίου του 392 έθεσε εκτός νόμου τις αρχαίες θρησκείες. Στις 2 Μαΐου του 381 εξέδωσε το λεγόμενο «έδικτο κατά των αποστατών» με το οποίο τιμωρούσε με πλήρη στέρηση δικαιωμάτων δικαιοπραξίας όλους τους πρώην χριστιανούς που επέστρεφαν στην Εθνική Θρησκεία. Στις 21 Δεκεμβρίου του 382 απαγόρευσε με ποινή θανάτου και δήμευση της περιουσίας των ενόχων Εθνικών (που χαρακτηρίζονται «παράφρονες» και «ιερόσυλοι»), κάθε μορφή θυσίας, μαντικής, ψαλμωδιών προς τιμή των Θεών ή τις απλές επισκέψεις σε αρχαίους Ναούς.

Το 384 διέταξε την κατεδάφιση ή το σφράγισμα ειδωλολατρικών Ιερών και υπέγραψε νέα απαγόρευση των θυσιών, ενώ στις 24 Φεβρουαρίου του 391 ανανέωσε την πλήρη απαγόρευση των θυσιών, των επισκέψεων σε ειδωλολατρικούς ναούς: «Κανείς δεν θα μολυνθεί με θυσίες και σφάγια, κανείς δεν θα πλησιάσει ή θα εισέλθει σε Ναούς, ούτε θα σηκώσει τα μάτια σε εικόνες φτιαγμένες από ανθρώπινο χέρι, διαφορετικά θα είναι ένοχος μπροστά στους ανθρώπινους και τους θεϊκούς νόμους». Ως συνέπεια της διογκούμενης έλλειψης ανεκτικότητας, το 392 καταστράφηκε ο μεγάλος ναός του Σέραπι στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Σταμάτησαν να δίνονται επιχορηγήσεις προς τα παγανιστικά ιερατεία, ενώ αυξήθηκε η οχλοκρατική βία εναντίον των παγανιστικών ναών και ομοιωμάτων με την υποκίνηση των μοναχών.
Ο Θεοδόσιος προσφέρει δάφνινο στεφάνι στον νικητή. Βαθύ ανάγλυφο στη βάση του οβελίσκου του ιππόδρομου (Κωνσταντινούπολη)

Στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου του 394 εξουδετέρωσε τα στρατεύματα υπό τους Βίριο Νικόμαχο Φλαβιανό και Αρβογάστη, τα οποία είχαν την υποστήριξη της παγανιστικής πλειοψηφίας της ρωμαϊκής Συγκλήτου, νικώντας τον στρατό τους στη φονική μάχη του Φρίγδου και εξοντώνοντας μετά όλους τους πρωτεργάτες της ανταρσίας. Τα χριστιανικά στρατεύματα θεώρησαν αυτή τη νίκη ως σημείο στροφής καθώς ο Θεός είχε εκδηλώσει την οργή του κατά των παγανιστών.

Η βασιλεία του Θεοδοσίου δεν παρουσιάζει συνταρακτικές επιτυχίες, ωστόσο ήλθε σε εποχή εξαιρετικά δύσκολη για την Αυτοκρατορία, και συνετέλεσε αποφασιστικά στη διάσωσή της. Ήταν ικανός στρατηλάτης και διπλωμάτης και σε όλη την διάρκεια της βασιλείας του πολεμούσε συνεχώς με επιτυχία εναντίον εξωτερικών εχθρών. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ακολούθησε αδιάλλακτη θρησκευτική πολιτική στη διάρκεια της οποίας έθεσε εκτός νόμου τις αρχαίες λατρείες. Η αρχαία θρησκεία επέζησε βέβαια τουλάχιστον έως την εποχή του Ιουστινιανού.
Στον οπισθότυπο του νομίσματος που κόπηκε από τον Ουαλεντινινό II, απεικονίζονται ο Ουαλεντινιανός και ο Θεοδόσιος με άλω και τα σύμβολα της σφαίρας και του σταυρού.

Έως σήμερα είναι διαδεδομένη η άποψη ότι ο Μέγας Θεοδόσιος απαγόρευσε την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, με την αιτιολογία ότι είχαν πάρει πλέον μια καθαρά ωφελιμιστική κατεύθυνση, με επιδείξεις μονομάχων, θεάματα τσίρκων και εκτεταμένο επαγγελματισμό, θεάματα που ήταν ασύμβατα με την νοοτροπία του Χριστιανισμού. («Η μεγαλύτερη ευεργεσία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες», γράφει ο π. Γ. Μεταλληνός στο έργο του «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;», «ήταν η παύση τους [«στο πλαίσιο όμως της απαγορεύσεως κάθε εθνικής θρησκευτικής εκδηλώσεως», σημειώνει και παραπέμπει], όπως είχαν καταντήσει».) Σύμφωνα με έρευνες νεωτέρων βυζαντινολόγων (Howell, Robinson κ.ά.· βλ. και Κορομηλά Μαριάννα, «Εν τω Σταδίω»), όμως, δεν απαγόρευσε ο Μέγας Θεοδόσιος τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά απλώς απαγόρευσε τις θυσίες κατά τη διάρκειά τους. Μάλιστα, οι Αγώνες συνεχίστηκαν για περίπου 30 χρόνια ακόμη και ο λόγος που έσβησαν (όχι διεκόπησαν - οι συγκεκριμένοι ιστορικοί ομιλούν για φθορά και σβήσιμο) ήταν η έλλειψη χρημάτων (χορηγών) και κάποιες φυσικές καταστροφές, όπως η πυρκαγιά στον ναό της Ολυμπίας.

Πεθαίνοντας ο Θεοδόσιος τον Ιανουάριο του 395, σε ηλικία 50 ετών, κληροδότησε την αυτοκρατορία στους δύο γιους του: στον Αρκάδιο, το ανατολικό τμήμα και στον Ονώριο το δυτικό. Από τότε τα δύο τμήματα της αυτοκρατορίας ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, γι’ αυτό πολλοί ιστορικοί θεωρούν το έτος 395 απαρχή της βυζαντινής ιστορίας.
Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α΄ με άλω, σε σύγχρονο αργυρό δίσκο (Βασιλική Ακαδημία Επιστημών, Μαδρίτη)

Ο Μέγας Θεοδόσιος κατά τα αρχικά έτη της διακυβέρνησής του, εφάρμοσε μια μετριοπαθή θρησκευτική πολιτική, κυρίως λόγω της παρουσίας ουκ ολίγου πληθυσμού, που εξακολουθούσε ακόμα να έχει ως πίστη την «εθνική» θρησκεία. Σε κάθε περίπτωση, ενίσχυσε περαιτέρω την χριστιανική πίστη, χωρίς να μεταβάλει ουσιαστικά με κάποια διάταξη το περιεχόμενο της πολιτικής αντιμετώπισης της «εθνικής» θρησκείας, με εξαίρεση το 383 όταν και απαγόρευσε με ποινή θανάτου και δήμευση της περιουσίας τους όποιον τελούσε προσφορές θυσιών. Λίγο νωρίτερα, το 380 σε συνεννόηση με το Γρατιανό, ο οποίος αν και δεν ήταν ο διάδοχος στο Δυτικό κομμάτι της Αυτοκρατορίας, κατείχε όμως στα χέρια του την εξουσία, είχε απαγορεύσει όλες τις θρησκείες πλην της χριστιανικής, που όμως λόγο της μετριοπαθούς πολιτικής του, δεν τις εξεδίωξε. Η μεγαλύτερη σπουδή του Θεοδοσίου αφορούσε κατά κύριο λόγο την αντιμετώπιση των αιρετικών ομάδων, δηλαδή όσων διαφωνούσαν με τις αποφάσεις της Ά Οικουμενικής συνόδου. Έτσι θέλοντας να εξουδετερώσει την εσωτερική διάσπαση του Χριστιανισμού, συγκάλεσε, όπως και ο Κωνσταντίνος, σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (Β’ Οικουμενική) το 381 για την καταπολέμηση των Αρειανών –που δεν είχαν εκλείψει– η οποία συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστης. Ο διορισμός ως επάρχου της Ανατολής, του Ματέρνου Κυνηγίου το 384, φαίνεται πως αποτέλεσε την αφετηρία πιέσεων στους εναπομείναντες «εθνικούς» και ειδωλολάτρες. Την ίδια εποχή κατά τον ιστορικό Σωκράτη, καταστραφήκαν πολλοί ναοί των εθνικών και ειδωλολατρών, κατά κύριο λόγο στην Αίγυπτο και τη Συρία, ενώ πολλοί άλλοι μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς. Ο Θεοδόσιος αντιλαμβανόμενος όμως ότι αυτή η πολιτική ήταν αδιέξοδη, φρόντισε με το θάνατο του Κυνηγίου το 388, να τον διαδεχθεί ο Ευτόλμιος Τατιανός, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα μετριοπαθής σε θρησκευτικά ζητήματα και ο οποίος με την άνοδό του στο επαρχιακό αξίωμα, έπαυσε πλήρως τους διωγμούς, ενώ με διατάγματα υπό την ονομασία του Θεοδοσίου, απαγόρευε τις καταστροφές ναών.

Η πολιτική του Μεγάλου Θεοδοσίου όμως οξύνθηκε μετά από το 392 όταν στη Δύση ο Φλάβιος Ευγένιος και πολλοί αριστοκράτες εθνικοί, με προεξάρχοντα τον στρατηγό Αρβογάστη, στήριξαν υποψηφιότητα για τον Αυτοκρατορικό θρόνο, τον πρώην έμπιστο του Θεοδοσίου και εθνικό Νικόμαχο Φλαβιανό. Ο ίδιος μάλιστα αγωνίστηκε με πάθος για την αναβίωση της παλαιάς θρησκείας, φτάνοντας σε σημείο να υποσχεθεί, πως σε περίπτωση εκλογής του, θα μετατρέψει σε στάβλους το χριστιανικό ναό του Αμβροσίου. Η αντιπαράθεση αυτή έφτασε σε πολεμική σύρραξη στον ποταμό Φρίγδο της Ακυληίας, με αποτέλεσμα τη συντριβή των δυνάμεων του Αρβογάστη και του Νικόμαχου, οι οποίοι και αυτοκτόνησαν. Ο Θεοδόσιος συνέδεσε άρρηκτα τη νίκη αυτή με τον έναν Θεό των χριστιανών. Παρόλα αυτά με το πέρας της νίκης δεν έδειξε εκδικητικές διαθέσεις, αλλά με νέα διατάγματα ενίσχυσε και άλλο τη θέση του Χριστιανισμού στην αυτοκρατορία, όντας πανίσχυρος, μεταξύ 392 και 394. Σήμερα επίσης πιστεύεται ότι δεν εξέδωσε διάταγμα επί των ημερών του, για παύση των Ολυμπιακών αγώνων, όπως πολλοί του αποδίδουν. Εν τέλει ο Μέγας Θεοδόσιος με τη θρησκευτική πολιτική του, καθόρισε την εξαιρετική θέση της Εκκλησίας στις δομές της λειτουργίας της αυτοκρατορίας, επιβάλλοντας το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία.

Οικογένεια
Νυμφεύτηκε πρώτα το 376 την Αιλία Φλασίλλα, Ισπανο-Ρωμαία και είχε τέκνα:

Αρκάδιος 377-408, Αυτοκράτορας των Ρωμαίων στην Ανατολή.
Ονώριος 384-423, Αυτοκράτορας των Ρωμαίων στη Δύση.
Αιλία Πουλχερία 385-386, απεβ. 1 έτους.
Έπειτα ο Θεοδόσιος Α΄ έκανε δεύτερο γάμο το 387 με τη Γάλλα, κόρη του Βαλεντινιανού Α΄ Αυτοκράτορα των Ρωμαίων στη Δύση και είχε τέκνα:

Γρατιανός.
Γάλλα Πλακιδία 388/9-392/3, παντρεύτηκε πρώτα τον Αταούλφο ηγεμόνα των Βησιγότθων και μετά τον Κωνστάντιο Γ΄ Αυτοκράτορα των Ρωμαίων στη Δύση.


Ακολουθήστε μας στο Google News

Google News <-----Google News

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Άγιος Μάριος επίσκοπος Σεβαστείας

Μεταφορά από τη Μάλτα στο Γκάτσινα τμήματος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου, μαζί με την εικόνα της Παναγίας της Φιλερμίου και το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 12 Οκτωβρίου

Πρόσωπα

Νέα

Φωτογραφία της ημέρας

Σαν σήμερα



Εορτασμοί σήμερα


Αναρτήσεις...

  • Φόρτωση αναρτήσεων...

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Συνταγές

ΓηΤονια

Χαμένες Πατρίδες

Ρετρό

Σιδή Ρόκ Άστρο

Ο χαζός του χωριού