Όσιος Πέτρος ο Σημειοφόρος ο εν Αγίω Ζαχαρία Ατρώας, 3 Ιανουαρίου
Άλλος Πέτρος πρόκριτος ωράθη Πέτρος,
Σημεία ποιών ως εκείνος μυρία.
O Όσιος Πέτρος (Pierre d’Atroa) γεννήθηκε το έτος 773 κοντά στην Έφεσο και ήταν το πρωτότοκο από τα τρία παιδιά της οικογένειάς του. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θεοφύλακτος. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών αποφάσισε να αφιερωθεί στον μοναχικό βίο και, ύστερα από όραμα της Υπεραγίας Θεοτόκου που τον καθοδήγησε, προσήλθε στον όσιο Παύλο τον Ησυχαστή στο ασκητήριό του στη Φρυγία. Εκεί έλαβε το μοναχικό όνομα Πέτρος. Την ημέρα της χειροτονίας του, μερικά χρόνια αργότερα, στη Ζυγό της Ελλάδος, θεράπευσε στην είσοδο του ναού έναν άνθρωπο που κατεχόταν από ακάθαρτο πνεύμα. Το γεγονός αυτό στάθηκε η απαρχή των πολυαρίθμων θαυμάτων του.
Κατόπιν, οι δύο μαζί ξεκίνησαν προσκυνηματική πορεία προς τα Ιεροσόλυμα, όμως, εξαιτίας θείας οπτασίας, κατευθύνθηκαν τελικά στο Όρος Όλυμπος της Βιθυνίας. Εκεί ο Παύλος ίδρυσε μονή στον Ναό του Αγίου Ζαχαρία, στην περιοχή της Ατρόας. Η μονή αναπτύχθηκε ταχύτατα και, μετά την κοίμηση του Παύλου το έτος 805, ο Πέτρος, σε ηλικία τριάντα δύο ετών, ορίστηκε διάδοχός του.
Η μονή γνώρισε μεγάλη ακμή, όμως δέκα χρόνια αργότερα, επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου, ο οποίος υποστήριζε τους Εικονομάχους, ξέσπασαν σφοδροί διωγμοί κατά των ιερών εικόνων. Για την ασφάλεια των μοναχών, ο Πέτρος αναγκάστηκε να διαλύσει προσωρινά τη μονή και να περιπλανηθεί, αρχικά στην Έφεσο και κατόπιν στην Κύπρο. Όταν επέστρεψε, διαπίστωσε ότι καταζητείτο. Διέφυγε από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα που τον αναζητούσαν, καθιστάμενος θαυματουργικά αόρατος, και περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μαζί με έναν σύντροφό του, ονόματι Ιωάννη. Επισκέφθηκε ακόμη την πατρική του οικία, όπου ο αδελφός του Χριστόφορος και η χήρα μητέρα του έλαβαν το μοναχικό σχήμα από τα χέρια του.
Ήδη κατά την περίοδο αυτή, η φήμη του ως θαυματουργού και διορατικού πνευματικού πατέρα είχε διαδοθεί ευρέως, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ζήσει την ήσυχη και απομονωμένη ζωή που επιθυμούσε. Περιπλανήθηκε σε διάφορες περιοχές αναζητώντας ησυχία και τελικά βρήκε σχετική απομόνωση στην περιοχή Κορακησίου, γνωστής και ως Καλόνορος, στην Κιλικία. Πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στη δυτική Μικρά Ασία, και κάθε ένα από αυτά συνοδευόταν από κάποιο θαύμα.
Μετά τον θάνατο του Λέοντος Ε΄ το 820, οι εικονομαχικοί διωγμοί εξασθένησαν, γεγονός που επέτρεψε να αναδυθούν εσωτερικές διαμάχες εντός της Εκκλησίας. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και οι κατηγορίες ορισμένων επισκόπων και ηγουμένων ότι ο Πέτρος ήταν μάγος και ότι εξόρκιζε δαιμόνια όχι με τη δύναμη του Θεού, αλλά με τη δύναμη του Βεελζεβούλ. Παρά τις προσπάθειές του να τους πείσει για το αντίθετο, δεν τα κατάφερε και αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Ο Θεόδωρος ζούσε τότε εξόριστος με ορισμένους μοναχούς του στο Κρεσκέντιο, στον κόλπο της Νικομήδειας. Αφού διερεύνησε προσεκτικά την υπόθεση και ανέκρινε λεπτομερώς τον Πέτρο, ο άγιος Θεόδωρος συνέταξε επιστολή προς όλους τους μοναχούς της περιοχής του Όρους Ολύμπου, στην οποία διακήρυττε ότι ο βίος και η διδασκαλία του Πέτρου της Ατρόας ήταν άμεμπτα και ότι επρόκειτο για άριστο μοναχό. Έτσι οι συκοφάντες ελέγχθηκαν και ο δικαιωμένος Πέτρος επέστρεψε στο Κορακησίον. Η επιστολή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.
Στη συνέχεια, ο Πέτρος επέστρεψε στη Μονή του Αγίου Ζαχαρία, την οποία ανακαίνισε, ενώ συνέβαλε και στην αναδιοργάνωση δύο ακόμη μονών που είχε ιδρύσει. Ο ίδιος κατοικούσε τότε σε ασκητήριο στην Ατρόα. Ωστόσο, οι εικονομαχικές επιθέσεις αναζωπυρώθηκαν, ακόμη σφοδρότερες από πριν, και ο Πέτρος αναγκάστηκε και πάλι να διασκορπίσει τους μοναχούς, μόλις προλαβαίνοντας πριν την άφιξη του τοπικού εικονομάχου επισκόπου. Ο ίδιος κατέφυγε κοντά σε έναν φημισμένο ασκητή της περιοχής, τον Ιάκωβο, πλησίον της Μονής των Ευνούχων στο Όρος Όλυμπος. Κατά τη διαμονή του εκεί, θεράπευσε τον άγιο Παύλο, επίσκοπο Προυσιάδος, από πυρετό. Ο επίσκοπος είχε εκδιωχθεί από την έδρα του λόγω της φιλοεικονικής του στάσης. Το γεγονός θεωρήθηκε θαύμα, αν και φαίνεται ότι επιτεύχθηκε απλώς με την παροχή θρεπτικής τροφής.
Καθώς οι διωγμοί των εικονομάχων εντάθηκαν, ο Πέτρος και ο Ιάκωβος αναγκάστηκαν να καταφύγουν για ασφάλεια στη Μονή του Αγίου Πορφυρίου στον Ελλήσποντο. Αργότερα, ο Πέτρος μετέβη στην περιοχή της λίμνης Βαλέας, όπου επισκέφθηκε τον φίλο και συναγωνιστή του κατά της εικονομαχίας, άγιο Ιωαννίκιο, πριν επιστρέψει εκ νέου στη Μονή του Αγίου Ζαχαρία. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο άγιος Ιωαννίκιος είδε όραμα: συνομιλούσε με τον Πέτρο στους πρόποδες ενός όρους, του οποίου η κορυφή έφθανε έως τα ουράνια. Καθώς μιλούσαν, εμφανίστηκαν δύο λαμπροί άνδρες, οι οποίοι έπιασαν τον Πέτρο από τα χέρια και τον ανύψωσαν εντός φωτοστέφανου δόξας. Την ίδια στιγμή, ενώ οι μοναχοί έψαλλαν την ακολουθία του μεσονυκτικού, ο Πέτρος εκοιμήθη ειρηνικά στην Ατρόα, αφού προηγουμένως απηύθυνε λόγο αγάπης προς την αδελφότητα, την 1η Ιανουαρίου 837.
Τον βίο του Αγίου Πέτρου συνέγραψε ένας από τους μαθητές του στη Μονή του Αγίου Ζαχαρία, ονόματι Σάββας, ο οποίος έγραψε και άλλους βίους αγίων που έζησαν την ίδια περίοδο στην περιοχή του Όρους Ολύμπου της Βιθυνίας. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Ιανουαρίου ως Άγιος Πέτρος ο Σημειοφόρος, ο εν Ατρόᾳ, πλησίον του Αγίου Ζαχαρία.
Ο Βίος του αγίου Πέτρου της Ατρόας αποτελεί, αναμφίβολα, ένα γλωσσικό και υφολογικό δείγμα απολύτως άξιο μελέτης — σχεδόν γοητευτικό — αυτού που αποκαλείται «βυζαντινή κοινή», και μάλιστα κατά τη μεταβατική περίοδο που ακολούθησε το τέλος της Εικονομαχίας. Η εκδοτική πρακτική που όφειλε να ακολουθήσει ο Laurent ήταν ο πλήρης σεβασμός του κειμένου, όπως αυτό παραδόθηκε από τα δύο χειρόγραφα. Θα έλεγα ότι ο ακούραστος Ασσουμπτιονιστής δεν τήρησε αυτήν την εκδοτική αρχή στον επιθυμητό βαθμό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση των παρεμβάσεων, διορθώσεων και γενικότερων βελτιώσεων που εισήγαγε ο Laurent κατά την έκδοση της πρώτης εκδοχής του Βίου, με το κείμενο της δεύτερης εκδοχής, η οποία, όπως έχει ήδη επισημανθεί, αποτελεί αναθεωρημένη έκδοση του Βίου σε γλωσσικό και υφολογικό επίπεδο από τον Σάββα. Τις παρεμβάσεις αυτές μπορούμε να τις παρακολουθήσουμε τόσο μέσω του κριτικού υπομνήματος της πρώτης εκδοχής όσο και μέσω της καταγραφής των λεξιλογικών και υφολογικών διαφορών μεταξύ των δύο εκδοχών, την οποία συνέταξε ο Laurent λίγο πριν από την έκδοση των μεταθανάτιων θαυμάτων του αγίου.
Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της σύγκρισης — παραδείγματα που θα μπορούσαν εύκολα να πολλαπλασιαστούν — με σταθερή παραπομπή στην αρίθμηση της έκδοσης της πρώτης εκδοχής από τον Laurent, η οποία, φυσικά, διατηρήθηκε και στη δεύτερη εκδοχή.
1.1-7/8
Οἱ τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων ἱεροφάνται, ἄλλοι μὲν ἄλλως […] κατὰ τὸ δοθὲν αὐτῷ χάρισμα συνεγράψαντο […] οἱ δὲ τὴν τῶν μαρτύρων ἀριστείαν καὶ εὐκλεῆ μέχρις αἵματος πρὸς τὴν εἰδωλολατρείαν καὶ τοὺς τυράννους ἀντικατάστασιν : Laurent corrige τοὺς τυράννους, mais M et G donnent la leçon τῶν τυράννων, manifestement préférable.
1.14-15
προσταγεὶς βίον συντάξασθαι […] παρὰ τοῦ μικροῦ καθηγουμένου ταύτης : M donne τούτου, et Laurent corrige ταύτης. Correction sans doute superflue, du fait que G donne aussi τούτου (Vita retractata, p. 19).
1.20
καὶ τὸ πλάτος τῆς πρὸς Θεὸν καὶ τὸν πλησίον ἀγάπης : G donne πλοῦτος, variante qui peut être admise malgré les réserves de Laurent (Vita retractata, p. 77).
1.33-36/37
voir ci-dessus, n. 15.
1.37
Ὁ δὲ […] πατὴρ ἡμῶν καὶ ὑπήκοος : Laurent considère qu’il faut lire ἐπήκοος au lieu de ὑπήκοος. Cependant, G donne aussi ὑπήκοος, ce qui génère à tort une problématique chez Laurent (Vita retractata, p. 77).
1.37-38
Ὁ δὲ […] πατὴρ ἡμῶν […] εἰς ὕπνον τινὰ λεπτότατον ἔμφασιν τρέψας μοι : Laurent propose dans l’apparat critique de corriger éventuellement cette phrase comme suit : εἰς ὕπνου τινὰ λεπτοτάτου (notons que M donne λεπτοτάτου) ἔμφασιν τρέψας με. Mais comme G formule la phrase en question de la même façon, Laurent révise sa position et fait la contre-proposition suivante : εἰς ὕπνου τινὰ λεπτοτάτου ἔμφασιν τρέψας με. La correction ὕπνου au lieu de ὕπνον, que donnent M et G, est superflue.
2.8-9
Τούτων συνοικουμένων ἕως καιροῦ, ἡ μήτηρ ἄτεκνος διετέλει : M donne οὖν οἰκουμένων, forme qui peut être maintenue sans problème de compréhension. D’un autre côté, G modifie complètement le texte : συνοικοῦσα γὰρ αὕτη τῷ ταύτης ἀνδρὶ ἕως καιροῦ ἠτεκνωμένη διέμεινεν, phrase que Laurent (Vita retractata, p. 80) considère, à juste titre jusqu’à un certain point, comme confortant sa correction.
2.20-21
ὡσαύτως πάλιν τῇ τεσσαρακοστῇ τὴν αὐτὴν χάριν δεχόμενον ἐκτυπώτερον : M donne δεχομένῳ, qui ne pose pas de problème.
3.20-21
καὶ εἰσελθὼν πάλιν ἐκλείσθησαν : comme le note Laurent, M donne εἰσιὼν, tandis que la variante εἰσελθὼν est indiquée en marge. Mais G donne εἰσιόντι ; il faut donc retenir εἰσιὼν dans M, lectio difficilior par rapport à εἰσελθὼν.
3.24/25
τῆς εἰσόδου αὐτοῦ τὸν τρόπον ἀμηχανήσαντα : M et G donnent ἀμηχανήσαντος, par erreur selon Laurent (Vita retractata, p. 81) ; je considère que le génitif absolu peut être retenu.
4.6-7
Τὸ πρὸς ἀρετὴν σύντονόν τε καὶ ζέον ἰδοῦσα, κατένευσα… : Laurent a corrigé, à juste titre, la leçon σύντομον de M en σύντονον, et G confirme la correction proposée (Vita retractata, p. 83).
4.11-12
καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν : M donne αὐτῷ ; ce passage ne figure pas dans G.
4.14-15
καίπερ ὀκτωκαιδέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας ἄγων : M donne εἰκοστὸν ὄγδοον (= κη΄). La correction de Laurent est en harmonie avec le contexte historique. Il est significatif que G donne εἰκοστὸν. Le commentaire de l’éditeur est très éclairant (Vita retractata, p. 83).
5.12
τοῖς τρισὶν ὁσίοις γέρουσιν : cas typique d’omission du-ν euphonique par M (τρισὶ), que Laurent complète. En tout cas, G donne τρισὶν.
5.15-16
ὅθεν αὐτὸν […] θεοβουλήτως ἐξέπεμψαν : M donne αὐτῷ et Laurent corrige comme au point 4.12.
6.57-59
αὔθωρος ἀπηλλάγη τοῦ δαίμονος καὶ <πρὸς> τὸν δοξάσαντα Κύριον […] εὐχαριστηρίους φωνὰς ἠφίει : l’addition de la préposition πρὸς est superflue, comme Laurent l’admet d’ailleurs lui-même (Vie, p. 85). Dans G, le texte a été entièrement revu.
7.18-20
Τότε ἔγνωσαν οἱ ἐν τῇ μονῇ ὅτι ἐκπεπλήρωκεν τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ τὸ ἀλογώτατον κτῆνος : M donne ἐπιστολὴν. Par conséquent, la correction de Laurent s’impose. En tout état de cause, il est intéressant de noter que G donne ἐντολὴν. Le commentaire de Laurent à ce propos est significatif (Vita retractata, p. 92).
8.4-6
Πορευομένων δὲ τῶν δύο […] καὶ τὸν Ἅλυν ποταμὸν καταλαβόντων, εὗρον αὐτὸν ὑδάτων πεπληρωμένον : M donne εὗρεν ; la correction de Laurent est donc valable. En tout cas, ce passage n’est pas noté dans G.
9.9-11
διὸ ὑπόστρεφε ὅθεν ἐξῆλθες καὶ περιελθὼν τοῦ Ὀλύμπου […] εὑρήσεις μικρὸν εὐκτήριον : M donne ὑπόστρεψε et Laurent se demande, avec raison, s’il ne faudrait pas écrire ὑπόστρεψαι. Cependant, G donne ἀνάστρεφε, leçon qui résout le problème grammatical. En tout cas, la correction de Laurent est pertinente.
10.19-20
οὐδ’οὕτως ἐπικαμφθέντα τὸν καταπεσότα θεώμενος ἰσχυροτέρου δεῖται φαρμάκου : M donne καταπεσώτα. Cependant, la correction καταπεσόντα s’impose ; c’est d’ailleurs καταπεσόντα que G donne.
10.21-22
ἐπιτίθεται τῷ μὴ πταίσαντι ὡς αἰτίῳ ἐκείνῳ τοῦ σφάλματος : M donne τὸν μὴ πταίσαντα. La correction de Laurent est assurément justifiée, même si, dans la « koinè » byzantine, on a souvent observé des phénomènes d’anacoluthe.
11.16
La forme ἀφέθην, qui figure dans M et G, ne devrait pas poser problème à Laurent.
11.23-24
ὡς ἐμοὶ ἐν πάσῃ τῇ ζωῇ μου ἀναντιρρήτως ὑπηκούετε : M donne ἐν πάσῃ μου τῇ ζωῇ μου. Laurent a enlevé la première occurrence de μου manifestement pour éviter la confusion. Cependant, G donne ὑμῶν τῇ ζωῇ, expression qui n’est pas totalement compréhensible.
13.1
Τοῦτο μαθὼν ὁ μακάριος Πέτρος : M et G donnent μακαρίτης. Laurent note que dans 44 autres occurrences, le texte contient μακάριος. Mais il peut toujours exister une deuxième forme.
13.9-10
κελευόμενοι ἑαυτοὺς μὴ ἐπιρρίψωμεν τοῖς πειρασμοῖς : M et G contiennent ἑαυτοῖς.
14.6/7
ἐν ἑνὶ τῶν ἡσυχαστικῶν κελλίων Μεσόλυμπον καλουμένῳ : le datif καλουμένῳ est une correction de Laurent, puisque M contient καλούμενον. Dans G, la phrase se lit comme suit : ἐν ἑνὶ τῶν ἡσυχαστικῶν κελλίων Μεσολύμπῳ καλούμενον. Les deux versions sont fautives.
14.19
ἀνθοπλίσασθε ἀσκητικῶς εὐτονίᾳ, ἡσυχίᾳ, προσεδρίᾳ : M donne προεδρίᾳ, mais Halkin a finement corrigé et la correction est confirmée par G : ἀσκήσεως εὐτονίᾳ, ἡσυχίᾳ, προσεδρίᾳ.
38.1234
προσδεχόμενοι τῶν ἁγίων λειτουργιῶν : M donne λειτουργῶν, tandis que G donne λειτουργοὶ, ce qui confère un sens à la phrase et prive pratiquement de tout objet la correction de Laurent, comme il le reconnaît lui-même (Vita retractata, p. 112 et n. 3).
39.7-8
κατασχὼν ἐν μιᾷ τῶν […] νήσων τῆς θαλάσσης, Φύγελλα καλουμένῃ, ἐμφρούριον πεποίηκεν : M donne… καλούμενον ἐνφρούριον. La correction de Laurent peut donc être considérée comme heureuse. G modifie le texte comme suit : κατασχὼν ἐν μιᾷ τῶν […] νήσων τῆς θαλάσσης, Φύγελλα καλουμένην, φρούριον σιδηροδέσμιον θέμενος. Il est évident qu’il n’y a pas d’incohérence des cas dans la proposition (ἐν μιᾷ [τῶν νήσων]… καλούμενον/καλουμένην).
41.3-4
καὶ διαρπαγῆς ἐπέστη αὐτοῖς λαὸς τῶν ἐναντίων : Laurent propose en note la correction αὐταῖς, mais G donne αὐτῷ, qui s’impose (Vita retractata, p. 116 et n. 3).
41.13-14
κατὰ τὸ Ὀλύμπιον ὄρος τόποις τοῦ ὁσίου σωματικῶς ἡσυχάζοντος : Laurent propose en note ἡσυχάζοντα, mais G donne aussi ἡσυχάζοντος, qui l’emporte manifestement, comme le reconnaît Laurent (Vita retractata, p. 116).
43.2-3…
συναθροίζει μονῇ τοῦ ἁγίου προφήτου Ζαχαρίου, ἐν ᾗ καὶ ἦσαν συνηγμένοι τὸ πρότερον : M et G donnent ἐν ᾧ, et Laurent s’étonne négativement (Vita retractata, p. 119). Cependant, si les mots ἐν ᾧ sont interprétés comme une expression adverbiale de lieu, ils se justifient.


