Όσιος Ευθύμιος ο Νέος, 4 Ιανουαρίου
Εύθυμος Ευθύμιος ασκήσας πόνοις.
Εύθυμος ήκε προς μονάς ευθυμίας.
Ο Όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε την εποχή του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου (813–820), σε ένα χωριό κοντά στην Άγκυρα της Γαλατίας. Στη βάπτισή του ονομάστηκε Νικήτας. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν επτά ετών και έτσι μεγάλωσε από τη μητέρα του, η οποία τον ανέθρεψε στην Ορθόδοξη πίστη και στον σεβασμό των ιερών εικόνων.
Όταν μεγάλωσε λίγο, υπηρέτησε για κάποιο διάστημα στον στρατό. Αργότερα, ύστερα από επιμονή της μητέρας του, δέχτηκε να παντρευτεί την κόρη μιας πλούσιας και ευσεβούς οικογένειας της περιοχής. Μαζί της απέκτησε μια μικρή κόρη που ονομαζόταν Αναστασώ. Παρ’ όλα αυτά, από την παιδική του ηλικία ο Νικήτας είχε έντονη την επιθυμία να ακολουθήσει τον δύσκολο και στενό δρόμο που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή να γίνει μοναχός.
Όταν ένα από τα άλογα της οικογένειας έφυγε μόνο του, ο δεκαοκτάχρονος τότε Νικήτας βρήκε την ευκαιρία να αποχαιρετήσει την οικογένειά του με την πρόφαση ότι θα το αναζητήσει. Στην πραγματικότητα όμως, έφυγε για να αναζητήσει την ησυχία και την πνευματική ζωή. Περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο, έφτασε στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εκεί ζούσαν χιλιάδες μοναχοί, είτε μόνοι τους, είτε με πνευματικό πατέρα, είτε σε μικρές αδελφότητες.
Ο Νικήτας ήθελε πάνω απ’ όλα να πάρει την ευλογία του Αγίου Ιωαννικίου, του θαυματουργού και ομολογητή της Ορθοδοξίας, και αν ήταν δυνατόν να γίνει μαθητής του. Όταν ο Ιωαννίκιος τον είδε να πλησιάζει, διέκρινε μέσα του μεγάλη αγάπη για την αρετή, αλλά θέλησε να τον δοκιμάσει. Είπε λοιπόν στους μαθητές του ότι δήθεν ο νεαρός ήταν ληστής και εγκληματίας και τους διέταξε να τον πιάσουν. Ο Νικήτας χαμήλωσε το κεφάλι και δεν προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, γεμάτος χαρά που βρισκόταν κοντά στον Άγιο. Όταν αποκαλύφθηκε η αθωότητά του, όλοι θαύμασαν την ταπεινοφροσύνη του. Για να αποφύγει όμως τον έπαινο, ο Νικήτας έφυγε και τέθηκε υπό την καθοδήγηση ενός ασκητή, του Ιωάννη, που ζούσε μόνος του.
Το 842 ο Ιωάννης τον έντυσε με το μικρό σχήμα και του έδωσε το όνομα Ευθύμιος. Αργότερα τον έστειλε σε κοινόβιο μοναστήρι στα Πισσάδες για να μάθει την υπακοή και την καθημερινή άρνηση του προσωπικού του θελήματος. Ο Ευθύμιος εκτελούσε κάθε διακονία με προθυμία και θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο ασήμαντο από όλους. Υπάκουε όχι μόνο στον ηγούμενο αλλά και σε κάθε μοναχό, σαν να άκουγε μέσα από αυτούς τον λόγο του Θεού.
Γύρω στο 858, επειδή ποθούσε την ησυχία και τη μοναξιά, έφυγε από το μοναστήρι εξαιτίας των εντάσεων που δημιουργήθηκαν με την εκλογή του Φωτίου ως Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Μαζί με τον μοναχό Θεοστέριχτο πήγε στο Άγιο Όρος, το οποίο τότε κατοικούνταν μόνο από ερημίτες με πολύ αυστηρή ζωή. Πριν όμως εγκατασταθεί μόνιμα εκεί, έμεινε για μερικά χρόνια κοντά στον ασκητή Θεόδωρο στον Όλυμπο και από αυτόν έλαβε το μεγάλο σχήμα.
Ο Ευθύμιος έζησε συνολικά δεκαπέντε χρόνια στον Όλυμπο. Όταν επέστρεψε στο Άγιο Όρος, βρήκε πνευματικό πατέρα τον Ιωσήφ τον Αρμένιο, άνθρωπο μεγάλης αρετής. Μαζί ασκήθηκαν σκληρά και αποφάσισαν να ζήσουν τρία χρόνια σε μια σπηλιά, χωρίς να βγαίνουν και χωρίς να φροντίζουν για την τροφή τους, εμπιστευόμενοι μόνο την πρόνοια του Θεού. Βγήκαν από αυτή τη δοκιμασία πνευματικά φωτισμένοι.
Μετά από κάποιο διάστημα ο Ευθύμιος επέστρεψε στον Όλυμπο για να δει τον Θεόδωρο, αλλά λόγω γήρατος και ασθένειας εκείνος δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την ασκητική ζωή του Αγίου Όρους. Ο Ευθύμιος τον εγκατέστησε κοντά στη Θεσσαλονίκη και επέστρεψε στο Άγιο Όρος. Όταν έμαθε τον θάνατο του Θεοδώρου, πήγε να προσκυνήσει τον τάφο του το 865.
Η σπηλιά του Οσίου Ευθύμιου στα Βραστά
Αργότερα προσπάθησε να ζήσει ως στυλίτης, πάνω σε στύλο, αλλά επειδή συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος, αποσύρθηκε ξανά στο Άγιο Όρος. Εκεί χειροτονήθηκε ιερέας, όχι από φιλοδοξία, αλλά για να μπορούν οι ασκητές να μεταλαμβάνουν συχνότερα.
Επειδή όμως τον επισκέπτονταν συνεχώς πολλοί άνθρωποι, έφυγε ξανά. Μαζί με δύο μαθητές του αιχμαλωτίστηκε από Άραβες πειρατές, αλλά τελικά ελευθερώθηκαν. Κατέληξαν στη Χαλκιδική, όπου ίδρυσαν ασκητική κοινότητα. Με θεϊκή αποκάλυψη ο Ευθύμιος ανακαίνισε το εγκαταλελειμμένο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα κοντά στη Θεσσαλονίκη και συγκέντρωσε πολλούς μαθητές. Το 888 ίδρυσε και γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο ηγουμένη έγινε η αδελφή του Ευφημία.
Το 898, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τον θάνατό του, αποχαιρέτησε τους μαθητές του και αποσύρθηκε σε έρημο νησί, όπου παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό.
Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Βρέθηκαν ξανά το 1986 και φυλάσσονται σήμερα στη Μονή Περιστεράς. Ο βίος του γράφτηκε από τον μαθητή του Βασίλειο.
Στους Συναξαριστές αναφέρεται μόνο ότι ο Όσιος Ευθύμιος (ο ναός ή ο τάφος του Οσίου), κείτε πλησίον του Ναού του Αγίου Μωκίου (βλέπε 11 Μαΐου).





