Οσία Δομνίκη, 8 Ιανουαρίου
Λιποῦσα τὴν γῆν οὐρανόφρων Δομνίκα,
Εἰς οὐρανοὺς ἀνῆλθεν, ὥσπερ ἠγάπα.
Η Οσία Δομνίκη έζησε κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Θεοδοσίου του Μεγάλου (379–395 μ.Χ.), Λέοντα Α΄ (457–474 μ.Χ.) και Ζήνωνα (474–475 μ.Χ.). Καταγόταν από την Καρθαγένη (Νέα Καρχηδόνα) της Ισπανίας. Σύμφωνα με τη θεία πρόνοια, πήγε στην Κωνσταντινούπολη το 384 μ.Χ. μαζί με άλλες τέσσερις παρθένες, τη Δωροθέα, την Ευανθία, τη Νόννα και την Τιμοθέα, και ύστερα από θεία αποκάλυψη βαπτίστηκαν από τον Πατριάρχη Νεκτάριο.
Η Οσία Δομνίκη ακολούθησε τον μοναχικό βίο και καλλιέργησε πνευματικά τον εαυτό της με σκληρούς και πολλούς κόπους. Αφού έφτασε στη θέωση και αξιώθηκε να κάνει θαύματα και να προβλέπει τα μελλοντικά γεγονότα, η φήμη της αρετής της έγινε γνωστή και τράβηξε την προσοχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου (408–450 μ.Χ.) και της βασίλισσας. Εκείνοι την επισκέπτονταν και της παραχώρησαν τον χώρο και τα μέσα για να ανεγείρει μονή αφιερωμένη στον Άγιο Ζαχαρία. Εκεί η Οσία Δομνίκη έζησε με θεάρεστο τρόπο και εκοιμήθη ειρηνικά σε βαθιά γεράματα.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀγάπῃ τῇ κρείττονι, καταυγασθεῖσα τὸν νοῦν, ἀσκήσει ἐξέλαμψας, ὥσπερ λαμπὰς φαεινή, Δομνίκα πανεύφημε· ὅθεν Μοναζουσῶν σε, ὁδηγὸν φωτοφόρον, ἔδειξεν ὁ Δεσπότης, διὰ βίου καὶ λόγου. Ὧ πρέσβευε θεοφόρε, σώζεσθαι ἅπαντας.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Χορείαν εὐκλεῆ, σεμνοτάτων παρθένων, δι’ ἔργων ἱερῶν, καὶ σοφῶν διδαγμάτων, ἐνθέως ὡδήγησας, πρὸς παστάδα ἀκήρατον, ἔνθα πέφηκε, ζωῆς τὸ ξύλον Δομνίκα· δι’ οὗ ζώωσον, τὴν νεκρωθεῖσαν ψυχήν μου, Ὁσία θεόληπτε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὦ Δομνίκα πανευκλεής· σὺ γὰρ τὸν Δεσπότην, ἀγαπήσασα ἐκ ψυχῆς, ἴχνεσι τοῖς τούτου, ὥσπερ ἀμνὰς τιμία, ἀμέμπτως ἐπορεύθης· διὸ δεδόξασαι.



