Άγιος Αντώνιος ο Αρχιεπίσκοπος Βορόνεζ και Ζαντόνσκ, 20 Δεκεμβρίου

Ο Άγιος Αντώνιος (κατά κόσμον Αβραάμιος Γαβριήλοβιτς Σμιρνίτσκι· 29 Οκτωβρίου [9 Νοεμβρίου] 1773, Κυβερνείο Πολτάβας — 20 Δεκεμβρίου 1846 [1 Ιανουαρίου 1847], Βορόνεζ) — ήταν επίσκοπος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος Βορόνεζ και Ζαντόνσκ.

Τοπικώς τιμώμενος άγιος των επαρχιών Βορόνεζ και Λιπέτσκ από τις 26 Μαΐου 2003. Το 2008, στη Σύνοδο των Αρχιερέων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανακηρύχθηκε άγιος για πανορθόδοξη (εκκλησιαστική) τιμή. Μνήμη: 20 Δεκεμβρίου (2 Ιανουαρίου).

Ο Αβραάμιος γεννήθηκε στις 29 Οκτωβρίου (9 Νοεμβρίου) 1773 στο χωριό Ποβστίν της επαρχίας Πιριάτιν του κυβερνείου Πολτάβας (σήμερα περιοχή Πιριάτιν, περιφέρεια Πολτάβας, Ουκρανία), σε πολύτεκνη οικογένεια πρωτοπρεσβυτέρου. Έμαθε γραφή και ανάγνωση από το Ωρολόγιο και το Ψαλτήρι, διάβαζε και έψαλλε στο αναλόγιο, βοηθώντας τον πατέρα του ως ψάλτης. Το επώνυμο Σμιρνίτσκι το έλαβε στο σχολείο λόγω της ταπεινώσεώς του, που τον διέκρινε από την παιδική ηλικία και τη διατήρησε σε όλη του τη ζωή.

Ανώτερη θεολογική μόρφωση έλαβε στην Πνευματική Ακαδημία Κιέβου. Μετά την αποφοίτησή του το 1796 επιθυμούσε να αναλάβει θέση στρατιωτικού ιερέα, αλλά δεν έλαβε την ευλογία του μητροπολίτη Κιέβου Σαμουήλ, ο οποίος στο νεκροκρέβατό του είπε ότι «στον Σμιρνίτσκι έχουν ορισθεί άλλοι δρόμοι». Τον Αύγουστο του 1796 εισήλθε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου στις 21 Φεβρουαρίου 1797 εκάρη μοναχός από τον μητροπολίτη Κιέβου Ιερόθεο (Μαλίτσκι), λαμβάνοντας το όνομα Αντώνιος προς τιμήν του οσίου Αντωνίου των Σπηλαίων του Κιέβου· στις 21 Απριλίου 1797 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Αρχικά του ανατέθηκε η διεύθυνση της βιβλιοθήκης της Λαύρας· στις 20 Νοεμβρίου 1799 χειροτονήθηκε ιερομόναχος από τον μητροπολίτη Κιέβου Γαβριήλ (Μπενουλέσκου-Μποντόνι), και στις 25 Ιανουαρίου 1808 διορίστηκε υπεύθυνος του τυπογραφείου της Λαύρας από τον μητροπολίτη Κιέβου Σεραπίωνα (Αλεξανδρόφσκι).

Από τις πρώτες ημέρες του μοναχικού βίου ο Αντώνιος αφιερώθηκε στην άσκηση της εγκράτειας, της προσευχής και της ταπεινώσεως· δεν είχε καμία περιουσία, φορούσε τραχιά τρίχινη ενδυμασία και ό,τι λάμβανε το μοίραζε στους φτωχούς. Όλα αυτά του χάρισαν βαθύ σεβασμό. Από τις 20 Σεπτεμβρίου 1814 ορίστηκε προϊστάμενος των Εγγύς Σπηλαίων και τότε υπέβαλε αίτημα για κουρά στο Μεγάλο Σχήμα, το οποίο όμως δεν εγκρίθηκε από τον μητροπολίτη.

Από τις 2 Ιανουαρίου 1815 έγινε ηγούμενος (τοποτηρητής) της Λαύρας και το 1817 ανυψώθηκε στο αξίωμα του αρχιμανδρίτη από τον μητροπολίτη Σεραπίωνα. Στη Λαύρα καθιέρωσε εβδομαδιαία ανάγνωση Ακαθίστου προς την Κοίμηση της Θεοτόκου ως ευχαριστία για τη σωτηρία του Κιέβου το 1812 από την εισβολή των γαλλικών στρατευμάτων. Το 1816 ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Α΄, επισκεπτόμενος στη Λαύρα τον ασκητή σχημοναχό Βασσιανό, έδειξε βαθύ σεβασμό και προς τον Αντώνιο και, κατά την αναχώρησή του, του προσέφερε επιστήθιο σταυρό στολισμένο με διαμάντια. Στις 31 Ιανουαρίου 1826 χειροτονήθηκε επίσκοπος Βορόνεζ. Το ποίμνιο του Βορόνεζ τον τιμούσε με ευλάβεια για την ασκητική του ζωή. Πολλοί έρχονταν από μακριά για να λάβουν την ευλογία του και να ακούσουν τη συμβουλή του· όσοι δεν μπορούσαν προσωπικά, του έγραφαν, και κανείς δεν έμενε χωρίς απάντηση και πνευματική ωφέλεια. «Πολλά χρόνια έζησα», έλεγε συνήθως με ταπείνωση, «αλλά καλά έργα δεν έχω». Στους επαίνους απαντούσε: «Δεν γνωρίζει ακόμη όλες τις αδυναμίες και τα ελαττώματά μου».

Ο επίσκοπος Αντώνιος υπήρξε από τους πρωτεργάτες της μεταφράσεως στα ρωσικά των έργων των αγίων Πατέρων, ιδίως του οσίου Εφραίμ του Σύρου, κάτι που πραγματοποιήθηκε το 1829. Συνέβαλε επίσης στην ανάπτυξη της εκκλησιαστικής εκδοτικής δραστηριότητας: εκδίδονταν σε μεγάλες ποσότητες εικόνες, ακάθιστοι ύμνοι και ψυχωφελή αναγνώσματα. Ευλόγησε τον Ν. Α. Μοτοβίλοφ να μεταβεί στο Κουρσκ και να συλλέξει πληροφορίες για τους γονείς του οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ.

Υπό την αρχιερατεία του πραγματοποιήθηκε η αγιοκατάταξη του αγίου Μητροφάνη Βορόνεζ. Από το 1830 άρχισε να προετοιμάζει τα σχετικά υλικά και απευθύνθηκε για πρώτη φορά στην Ιερά Σύνοδο· μετά τη δεύτερη αναφορά, στις 25 Ιουνίου 1831, τα λείψανα του αγίου αναγνωρίστηκαν ως άφθαρτα και στις 6 Αυγούστου 1832, συλλειτουργούντος του αρχιεπισκόπου Τβερ Γρηγορίου (Ποστνίκοφ) και 12 ιερέων, ο επίσκοπος Αντώνιος προεξήρχε των πανηγυρικών εκδηλώσεων για την αποκάλυψη και εύρεση των λειψάνων. Στις 6 Δεκεμβρίου 1832 ανυψώθηκε στο αξίωμα του αρχιεπισκόπου.

Δύο φορές, στα τέλη της δεκαετίας του 1830 και στις αρχές της δεκαετίας του 1840, υπέβαλε αιτήματα στον αυτοκράτορα και στον γενικό εισαγγελέα για αποχώρηση σε ανάπαυση στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, αλλά έλαβε αρνητικές απαντήσεις. Στις 28 Οκτωβρίου 1841 ιδρύθηκε προς βοήθειά του στην επαρχία Βορόνεζ το βοηθητικό επισκοπείο Οστρογκόζσκ.

Ως αρχιερέας Βορόνεζ, στις 20 Μαΐου 1846 ενημέρωσε την Ιερά Σύνοδο για την εύρεση άφθαρτων λειψάνων του αγίου Τύχωνα. Τον Οκτώβριο του 1846 κατέθεσε εκ νέου ενώπιον της Συνόδου μαρτυρία για τη λαϊκή τιμή προς τον άγιο Τύχωνα και, μετά από επαναβεβαίωση των λειψάνων, ζήτησε την αγιοκατάταξή του.

Τιμήθηκε με τα παράσημα του Αγίου Βλαδιμήρου και του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι (13.04.1840).

Εκοιμήθη στις 20 Δεκεμβρίου 1846 (1 Ιανουαρίου 1847) στο Βορόνεζ. Την ημέρα του θανάτου του υπαγόρευσε μια αξιοσημείωτη «Πνευματική Διαθήκη προς το ποίμνιό του», η οποία, επειδή έμεινε χωρίς υπογραφή, δεν έλαβε επίσημο χαρακτήρα. Ετάφη στις 27 Δεκεμβρίου στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, στον καθεδρικό ναό της μονής Μητροφάνη, σε κρύπτη κοντά στον τάφο του αγίου Μητροφάνη. Πάνω από τον τάφο τοποθετήθηκε χυτοσιδηρή πλάκα. Ο αρχιεπίσκοπος Αντώνιος είχε ζητήσει να ταφεί με το σχηματικό ένδυμα, στην είσοδο του ναού, χωρίς μνημείο, «ώστε όλοι όσοι εισέρχονται να με πατούν με τα πόδια τους».

Το 1914 στο Βορόνεζ συστάθηκε επιτροπή για την εξέταση των λειψάνων του αγίου Αντωνίου· κατά το άνοιγμα της κρύπτης διαπιστώθηκε ότι το φέρετρο, μέσα στο οποίο βρισκόταν το άφθαρτο σώμα και τα διατηρημένα ενδύματα, είχε σαπίσει και διαλυόταν στο άγγιγμα. Τότε το σώμα μεταφέρθηκε σε νέο φέρετρο και η είσοδος του τάφου σφραγίστηκε. Με τις προσπάθειες του αρχιμανδρίτη Αλεξάνδρου (Κρεμενέτσκι) και του Α. Α. Πολιάνσκι, με δωρεές των τιμητών του αρχιεπισκόπου Αντωνίου, ανεγέρθηκε πάνω από τον τάφο παρεκκλήσιο-μαυσωλείο και μαρμάρινο μνημείο.

Για την Τοπική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (1917–1918) είχαν προετοιμαστεί τα σχετικά υλικά για την αγιοκατάταξη του επισκόπου Αντωνίου.

Με την ευλογία του Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας Αλεξίου Β΄, στις 26 Μαΐου 2003, ο μητροπολίτης Αστάνα και Άλμα-Άτα Μεθόδιος (Νέμτσοφ) τέλεσε την κατάταξη του αρχιεπισκόπου Βορόνεζ και Ζαντόνσκ Αντωνίου (Σμιρνίτσκι) στο αγιολόγιο της επαρχίας Βορόνεζ και Μπορισογλέμπσκ.

Το 2008, στη Σύνοδο των Αρχιερέων, ο Άγιος Αντώνιος Βορόνεζ ανακηρύχθηκε άγιος για πανορθόδοξη τιμή.

Ακολουθήστε μας στο Google News

Google News <-----Google News

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Άγιος Μάριος επίσκοπος Σεβαστείας

Μεταφορά από τη Μάλτα στο Γκάτσινα τμήματος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου, μαζί με την εικόνα της Παναγίας της Φιλερμίου και το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 12 Οκτωβρίου

Πρόσωπα

Νέα

Φωτογραφία της ημέρας

Σαν σήμερα



Εορτασμοί σήμερα


Αναρτήσεις...

  • Φόρτωση αναρτήσεων...

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Συνταγές

ΓηΤονια

Χαμένες Πατρίδες

Ρετρό

Σιδή Ρόκ Άστρο

Ο χαζός του χωριού