Η άγνωστη ιστορία της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης
Τα βενετικά αρχεία, τα πρώτα σχέδια και η εξέλιξη του μεγάλου ναού της Ιωνίας
Η Αγία Φωτεινή της Σμύρνης υπήρξε για αιώνες το σημαντικότερο σύμβολο της ορθόδοξης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Ο περίφημος μητροπολιτικός ναός, με το επιβλητικό καμπαναριό και τη λαμπρή αρχιτεκτονική του, κυριαρχούσε στο τοπίο της Σμύρνης μέχρι την καταστροφή του 1922. Παρ’ όλα αυτά, η πρώιμη ιστορία του ναού παραμένει μέχρι σήμερα σχετικά άγνωστη και καλυμμένη από ιστορικά κενά.
Οι ιστορικές πηγές δεν δίνουν σαφείς πληροφορίες για την ακριβή χρονολογία ίδρυσης της αρχικής εκκλησίας. Οι περισσότεροι ερευνητές τοποθετούν την πρώτη μορφή του ναού περίπου στον 17ο αιώνα, ενώ δεν έχει σωθεί κανένα ολοκληρωμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο της εκκλησίας, πέρα από ορισμένες ασφαλιστικές χαρτογραφήσεις της Σμύρνης και λίγα πρόχειρα σχέδια που εντοπίστηκαν στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας.
Η σημαντικότερη χρονολογική έρευνα για την Αγία Φωτεινή ανήκει στον Αχιλλέα Χατζηκωνσταντίνου. Στο έργο του «Το Χρονολόγιο της Σμύρνης / Ιζμίρ» αναφέρει ως έτος ίδρυσης της εκκλησίας το 1658, ενώ σημειώνει ότι ο ναός «κατασκευάστηκε» επανειλημμένα τα έτη 1690, 1763, 1778 και 1797.
Ωστόσο, η χρήση της λέξης «κατασκευή» δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Ο ίδιος ο Χατζηκωνσταντίνου αναφέρει ότι η τέταρτη και η πέμπτη «κατασκευή» ολοκληρώθηκαν «μέσα σε 40 ημέρες». Είναι προφανές ότι ένας τόσο μεγάλος ναός δεν θα μπορούσε να ανεγερθεί εκ νέου μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Για τον λόγο αυτό, οι συγκεκριμένες αναφορές θεωρείται πλέον ότι αφορούν εκτεταμένες ανακαινίσεις ή αποκαταστάσεις και όχι πλήρη ανοικοδόμηση του ναού.
Ο Χατζηκωνσταντίνου αναφέρει επίσης ότι το ξακουστό καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής κατασκευάστηκε το 1856, ενώ το 1891 ανακαινίστηκε και το 1892 τοποθετήθηκε σε αυτό το περίφημο ρολόι που είχε μεταφερθεί από τη Βαυαρία. Το καμπαναριό εξελίχθηκε σύντομα στο σημαντικότερο σύμβολο της ελληνικής Σμύρνης και αποτελούσε σημείο αναφοράς για τα πλοία που έμπαιναν στο λιμάνι της πόλης.
Τα βενετικά αρχεία φωτίζουν την ιστορία
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα έγγραφα των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας, τα οποία αποκαλύπτουν πολύτιμες λεπτομέρειες για την ιστορία της Αγίας Φωτεινής. Μέσα από περίπου σαράντα σελίδες χειρογράφων και δύο παλαιά σχέδια της εκκλησίας, οι ερευνητές κατάφεραν να ανασυνθέσουν σημαντικά στάδια της εξέλιξης του ναού.
Ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει τη σύνδεση της εκκλησίας με τη βενετική παρουσία στη Σμύρνη είναι η ίδρυση του Βενετικού Προξενείου το 1598. Η χρονολογία αυτή θεωρείται καθοριστική, καθώς πιθανότατα αμέσως μετά ξεκίνησε στενή συνεργασία ανάμεσα στη βενετική κοινότητα και την ελληνορθόδοξη μητρόπολη. Έτσι, αρκετοί μελετητές θεωρούν πιθανό η πρώτη μορφή της Αγίας Φωτεινής να υπήρχε ήδη γύρω στο 1600.
Δεν αποκλείεται μάλιστα πριν από αυτή τη χρονολογία να υπήρχε στον ίδιο χώρο ένα πολύ μικρό και απλό παρεκκλήσι.
Τα πρώτα σχέδια της Αγίας Φωτεινής
Στα βενετικά αρχεία σώζονται δύο σχέδια της εκκλησίας, ένα του 1600 και ένα του 1624. Αν και πρόχειρα σχεδιασμένα, χωρίς κλίμακα και με αρκετά ορθογραφικά λάθη επηρεασμένα από τη βενετική διάλεκτο, αποτελούν ανεκτίμητες μαρτυρίες για την αρχική μορφή του ναού.
Στο πρώτο σχέδιο του 1600 η εκκλησία εμφανίζεται ως ένα πολύ απλό κτίσμα: ένα μικρό παρεκκλήσι με μία αψίδα και έναν νάρθηκα. Στα βόρεια βρισκόταν το ελληνικό κοιμητήριο, στα νότια η κατοικία του μητροπολίτη και στα ανατολικά ένας ανοιχτός χώρος με την ονομασία «Giardin de Coza Morat».
Παρά την απλότητά του, το σχέδιο αυτό θεωρείται η αρχαιότερη γνωστή αποτύπωση της Αγίας Φωτεινής.
Το δεύτερο σχέδιο, του 1624, παρουσιάζει ένα πολύ πιο σύνθετο συγκρότημα. Η εκκλησία φαίνεται να περιβάλλεται από δέκα κλειστούς χώρους διατεταγμένους σε σχήμα ανεστραμμένου «L», ενώ υπήρχαν δύο μεγάλες αυλές που επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Η μία λειτουργούσε ως κοιμητήριο.
Στη νότια πλευρά του ναού εμφανίζεται η «casa del mitropolita di Greci», δηλαδή η κατοικία του Έλληνα μητροπολίτη, ενώ κοντά στην είσοδο υπήρχε ξεχωριστό κτίσμα που πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως προθάλαμος της εκκλησίας.
Στη μεγάλη αυλή υπήρχε κουζίνα και πηγάδι, ενώ από τις σημειώσεις προκύπτει ότι ορισμένα κτίσματα ήταν διώροφα και στεγάζονταν με επικλινείς στέγες.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι κατά τους επόμενους αιώνες πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επεκτάσεις. Ο περιμετρικός διάδρομος σε σχήμα ανεστραμμένου «Π», οι αψίδες και τα ανατολικά προσκτίσματα φαίνεται ότι προστέθηκαν μεταγενέστερα, όταν ο ναός άρχισε να αποκτά τη μεγαλοπρεπή μορφή που γνώρισε η Σμύρνη του 19ου αιώνα.
Η συμφωνία Ελλήνων και Βενετών
Σύμφωνα με τα αρχεία, το οικόπεδο της Αγίας Φωτεινής ανήκε ήδη πριν από το 1600 στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Σμύρνης και περιλάμβανε εκκλησία, κοιμητήριο και τη μητροπολιτική κατοικία.
Το 1600 υπογράφηκε σημαντική συμφωνία ανάμεσα στον μητροπολίτη Μακάριο, τους ιδρυτές ιερείς και τη βενετική κοινότητα υπό τον πρόξενο Giorgio Briccio Giustinian. Με τη συμφωνία αυτή οι Βενετοί απέκτησαν δικαιώματα στη γη και στον ανακαινισμένο ναό, ενώ ανέλαβαν να καταβάλλουν ετήσιο ενοίκιο και να προμηθεύουν την εκκλησία με κερί και λάδι.
Την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες σοβαρές εργασίες αποκατάστασης, καθώς το παλιό παρεκκλήσι ήταν πλέον σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Τοποθετήθηκε εικόνα της Παναγίας της Ευσπλαχνίας και ξύλινη Αγία Τράπεζα, πληρωμένα από τη βενετική κοινότητα.
Το 1603 κατασκευάστηκαν άμβωνας και μικρός χορός, ενώ οι Βενετοί αναλάμβαναν πλέον όλα τα λειτουργικά έξοδα και τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες της εκκλησίας.
Το 1604 προστέθηκε ιδιαίτερος γυναικωνίτης για τις οικογένειες των Βενετών και των Λατίνων κατοίκων της Σμύρνης, χωρισμένος από τον κυρίως ναό με ξύλινο διαχωριστικό.
Το 1605, προς τιμήν του πάπα Παύλου Ε΄ και με πρωτοβουλία του Βενετού πρεσβευτή Agustino Nani, ο ναός μετονομάστηκε προσωρινά σε «Santissima Concezione». Παρ’ όλα αυτά, η εκκλησία συνέχισε να λειτουργεί από κοινού, χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και Βενετούς επιτρόπους.
Οι μεγάλες επεκτάσεις του 1613
Το 1612 αγοράστηκε νέο κτίριο για τη δημιουργία κατοικιών των ιερέων, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1613. Μέχρι τότε οι ιερείς έμεναν μακριά από τον ναό και τα έξοδά τους καλύπτονταν από τη Βενετία.
Παράλληλα, αποκτήθηκαν νέα οικόπεδα από τον Marco Morat για την επέκταση του συγκροτήματος. Δημιουργήθηκαν νέοι χώροι:
γυναικωνίτης,
χώρος παραγωγής κρασιού για τους ιερείς,
είσοδος για λιτανείες,
κατοικίες ιερέων με αυλή και βοηθητικούς χώρους.
Όλα τα έργα χρηματοδοτήθηκαν αποκλειστικά από τη βενετική κοινότητα.
Την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε μεγάλη πέτρινη Αγία Τράπεζα, δύο μικρότερα θυσιαστήρια, τοποθετήθηκε εικόνα της Παναγίας και διακοσμήθηκε ο ναός με καμάρες, κόκκινους τοίχους και μεγάλα ξύλινα καθίσματα στερεωμένα στους τοίχους.
Το συνολικό κόστος των έργων ήταν τεράστιο για την εποχή και καλύφθηκε μέσω δωρεών και ελεημοσυνών.
Η ανακαίνιση του 1619 και η οθωμανική απειλή
Το 1619 πραγματοποιήθηκε νέα μεγάλη ανακαίνιση. Αφαιρέθηκαν οι παλιοί κίονες, υψώθηκαν οι τοίχοι, κατασκευάστηκε νέα στέγη και ολόκληρη η εκκλησία ξαναζωγραφίστηκε.
Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε νέο παρεκκλήσι από τον Signor Giermo de Olia, κάτω από την Αγία Τράπεζα του οποίου τάφηκε η σύζυγός του.
Το κόστος της ανακαίνισης έφτασε τις 40.000 μονάδες, με το μεγαλύτερο μέρος να καλύπτεται από τον Βενετό πρόξενο και το υπόλοιπο από το ίδιο το βενετικό κράτος.
Το 1623 η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισε την κατεδάφιση της εκκλησίας. Ωστόσο, ο Βενετός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Giorgio Giustinian κατάφερε να πετύχει την ανάκληση της απόφασης και να σώσει τον ναό.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με το σχέδιο του 1624, το συγκρότημα δεν έμοιαζε ουσιαστικά με εκκλησία. Δεν υπήρχε ούτε τρούλος, ούτε εμφανής αψίδα, ούτε φυσικά καμπαναριό — χαρακτηριστικά που θα πρόδιδαν αμέσως τη θρησκευτική του χρήση. Αντίθετα, το κτίριο έμοιαζε περισσότερο με μεγάλη κατοικία με αυλές, βοηθητικούς χώρους και αποθήκες.
Η μορφή αυτή δεν ήταν τυχαία.
Οι απαγορεύσεις των Οθωμανών
Η εξήγηση βρίσκεται στις αυστηρές απαγορεύσεις που ίσχυαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σχετικά με την ανέγερση νέων χριστιανικών ναών. Από την εποχή του Μωάμεθ Β΄, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εφαρμόστηκαν ειδικοί περιορισμοί προς τις μη μουσουλμανικές κοινότητες.
Παρότι στους χριστιανικούς πληθυσμούς επιτρεπόταν να διατηρούν την πίστη και τη λατρεία τους, υπήρχε σαφής απαγόρευση για την ανέγερση νέων εκκλησιών και ιδιαίτερα για την κατασκευή καμπαναριών και τη χρήση καμπανών. Οι περιορισμοί αυτοί επαναβεβαιώθηκαν αργότερα και κατά τις περιόδους των σουλτάνων Αχμέτ Α΄ και Μουράτ Δ΄.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πολλές ορθόδοξες εκκλησίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατασκευάζονταν με τρόπο που να μην προδίδει εύκολα τη θρησκευτική τους ταυτότητα. Εξωτερικά έμοιαζαν περισσότερο με κατοικίες ή συγκροτήματα αποθηκών παρά με ναούς. Έτσι παρακάμπτονταν οι απαγορεύσεις και αποφεύγονταν οι οθωμανικές παρεμβάσεις.
Η Αγία Φωτεινή φαίνεται ότι ακολούθησε ακριβώς αυτή τη λογική. Το συγκρότημα σχεδιάστηκε με τρόπο διακριτικό, χωρίς εμφανή εκκλησιαστικά χαρακτηριστικά, ώστε να προστατευθεί η ύπαρξή του μέσα στο οθωμανικό περιβάλλον της εποχής.
Η μεγάλη αλλαγή μετά το Τανζιμάτ
Η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά μετά το 1839, όταν εκδόθηκε το περίφημο Τανζιμάτ Φερμάνι, το οποίο παραχώρησε περισσότερα δικαιώματα και θρησκευτικές ελευθερίες στις μη μουσουλμανικές κοινότητες της αυτοκρατορίας.
Από εκείνη τη στιγμή οι χριστιανοί μπορούσαν πλέον να ανεγείρουν πιο ελεύθερα ναούς με εμφανή εκκλησιαστικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν ότι λίγα χρόνια αργότερα, το 1856, κατασκευάστηκε το μεγαλοπρεπές καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής — το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της ελληνικής Σμύρνης.
Πιθανότατα την ίδια περίοδο προστέθηκαν και οι μεγάλες αψίδες, τα πλευρικά παρεκκλήσια και οι τρεις κλίτες που έδωσαν στον ναό τη γνωστή μνημειακή μορφή του 19ου αιώνα.
Μάλιστα, σε χάρτες της περιόδου 1854-1856 η Αγία Φωτεινή εμφανίζεται για πρώτη φορά ξεκάθαρα ως τρίκλιτη εκκλησία με τρεις αψίδες — κάτι που δεν συναντάται σε παλαιότερες αποτυπώσεις της πόλης.
Ένα κοινό έργο Ελλήνων και Βενετών
Όλα τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αγία Φωτεινή δεν ήταν αποκλειστικά δημιούργημα μόνο της ελληνορθόδοξης κοινότητας, αλλά αποτέλεσε ουσιαστικά ένα κοινό έργο συνεργασίας ανάμεσα στους Έλληνες της Σμύρνης και τη Δημοκρατία της Βενετίας.
Η βενετική παρουσία υπήρξε καθοριστική τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Οι Βενετοί χρηματοδότησαν επεκτάσεις, κατοικίες ιερέων, λειτουργικά αντικείμενα και σημαντικές ανακαινίσεις. Ταυτόχρονα, λειτουργούσαν συχνά και ως πολιτικοί προστάτες της εκκλησίας απέναντι στις πιέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα σημερινά διαθέσιμα έγγραφα καλύπτουν μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής ιστορίας του ναού. Δεν γνωρίζουμε ακόμη με ακρίβεια πότε η Αγία Φωτεινή πέρασε ξανά αποκλειστικά στα χέρια της ελληνορθόδοξης κοινότητας μετά το 1624.
Πιθανότατα μελλοντικές έρευνες σε αρχεία της Βενετίας, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης θα φωτίσουν ακόμη περισσότερο αυτή την άγνωστη περίοδο.
Η Σμύρνη των λαών και των κοινοτήτων
Η ιστορία της Αγίας Φωτεινής αποκαλύπτει επίσης κάτι βαθύτερο για τη ζωή στη Σμύρνη των προηγούμενων αιώνων. Η πόλη υπήρξε ένα μοναδικό πολυπολιτισμικό κέντρο, όπου Έλληνες, Βενετοί, Λεβαντίνοι, Αρμένιοι και άλλες κοινότητες συνυπήρχαν σε ένα σύνθετο αλλά συχνά ειρηνικό περιβάλλον.
Οι εκκλησίες διαφορετικών δογμάτων λειτουργούσαν πολλές φορές σε κλίμα συνεργασίας και αλληλεγγύης. Οι θρησκευτικές κοινότητες αλληλοϋποστηρίζονταν τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συμμετείχαν ακόμη και σε κοινές τελετές ή θρησκευτικές εκδηλώσεις.
Η συνεργασία Βενετών και Ορθοδόξων στην Αγία Φωτεινή είχε ασφαλώς και πρακτική διάσταση. Οι Έλληνες της Σμύρνης στις αρχές του 17ου αιώνα δεν διέθεταν την οικονομική δύναμη των Βενετών εμπόρων και αξιωματούχων. Έτσι, η οικονομική υποστήριξη της Βενετίας υπήρξε κρίσιμη για την επιβίωση και την ανάπτυξη του ναού.
Ταυτόχρονα όμως, αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι αυτή η συνεργασία είχε και συμβολικό χαρακτήρα: αποτελούσε ίσως μια έμμεση προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα στην Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία — μία ακόμη από τις πολλές απόπειρες συμφιλίωσης που εμφανίστηκαν στην ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου.
Το μυστήριο του ονόματος «Santissima Concezione»
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει από τα έγγραφα είναι η προσωρινή αλλαγή του ονόματος της εκκλησίας.
Το 1605, η Βενετία μετονόμασε την Αγία Φωτεινή σε «Santissima Concezione». Η κίνηση αυτή φαίνεται ότι είχε έντονο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς πιθανότατα στόχευε να υπογραμμίσει τη βενετική επιρροή πάνω στον ναό και στην περιοχή.
Παρότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς για πόσο διάστημα χρησιμοποιήθηκε επίσημα αυτή η ονομασία, είναι βέβαιο ότι διατηρούνταν ακόμη το 1624, όταν συντάχθηκαν τα έγγραφα που έχουν διασωθεί.
Η αλλαγή αυτή δημιούργησε αργότερα σύγχυση στους ιστορικούς σχετικά με την ταυτότητα και τη συνέχεια του ναού. Ωστόσο, η σύγκριση των σχεδίων, των περιγραφών και των αρχείων αποδεικνύει ότι πρόκειται για την ίδια εκκλησία που αργότερα έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο ως η θρυλική Αγία Φωτεινή της Σμύρνης.