Η Αγία Φωτεινή της Σμύρνης : Το λαμπρό σύμβολο του Ελληνισμού της Ιωνίας

Η Αγία Φωτεινή υπήρξε ο ωραιότερος, επιβλητικότερος και ιστορικότερος ναός της Σμύρνης· ένα αληθινό σύμβολο της ακμής του μικρασιατικού ελληνισμού και της ορθοδοξίας στην Ιωνία. Για δεκαετίες ο ναός δέσποζε πάνω από τη μεγαλούπολη της Ανατολής, αποτελώντας σημείο αναφοράς για τους Έλληνες της Σμύρνης αλλά και για κάθε πλοίο που πλησίαζε το περίφημο λιμάνι της πόλης.
Άποψη της Σμύρνης, στα αριστερά ο ΙΜΝ της Αγίας Φωτεινής

Το πανύψηλο καμπαναριό της, ο χρυσός σταυρός που λαμποκοπούσε στον ήλιο, οι μεγαλόπρεπες τοιχογραφίες και οι περίφημες καμπάνες της είχαν καταστήσει την Αγία Φωτεινή ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μνημεία της Μικράς Ασίας.

Η εκκλησία ήταν ο Μητροπολιτικός Ναός της Σμύρνης και ήταν αφιερωμένη στην Αγία Φωτεινή τη Σαμαρείτιδα, τη γυναίκα που συνάντησε τον Χριστό στο φρέαρ του Ιακώβ. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, η Σαμαρείτιδα βαπτίστηκε χριστιανή μαζί με την οικογένειά της, έλαβε το όνομα Φωτεινή, κήρυξε το Ευαγγέλιο σε πολλές περιοχές και τελικά μαρτύρησε στη Σμύρνη. Οι Σμυρναίοι έτρεφαν ιδιαίτερη ευλάβεια προς την Αγία και γι’ αυτό το όνομα «Φωτεινή» ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο στις γυναίκες της Σμύρνης και γενικότερα της Μικράς Ασίας.

Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, ήταν ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα του λεβαντίνικου πολιτισμού στη Σμύρνη. Για την αρχιτεκτονική μορφή του ναού γνωρίζουμε σχετικά λίγα στοιχεία. Η εκκλησία βρισκόταν στη Φραγκομαχαλά της Σμύρνης, τη σημερινή περιοχή Αλσαντσάκ, η οποία αποτελούσε τότε το πιο ζωντανό εμπορικό και οικονομικό κέντρο της πόλης. Πάνω απ’ όλα όμως, η Αγία Φωτεινή ήταν γνωστή για το περίφημο καμπαναριό της, ύψους 33 μέτρων, το οποίο σχεδιάστηκε από τον Σμυρνιό αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Λάτρη και προστέθηκε στον ναό το 1856. Από το 1892 το καμπαναριό λειτουργούσε και ως πύργος ρολογιού.

Παράλληλα, η Ορθόδοξη Μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής αποτελούσε και το πολιτικό κέντρο της ελληνικής κοινότητας, η οποία αντιπροσώπευε τη μεγάλη πλειονότητα των μη μουσουλμανικών πληθυσμών της Σμύρνης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αυλή της Αγίας Φωτεινής δεν ήταν μόνο χώρος σημαντικών θρησκευτικών τελετών και εορτασμών, αλλά και τόπος δημόσιου διαλόγου, όπου εκφράζονταν οι αντιδράσεις της κοινότητας απέναντι στα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα της εποχής.

Σημαντικό μέρος του συγκροτήματος της μητροπολιτικής εκκλησίας ήταν και η «Κεντρική Σχολή Θηλέων», η οποία ήταν σχεδόν εξίσου γνωστή με το καμπαναριό. Είναι γνωστό ότι το σχολείο αυτό ιδρύθηκε αρχικά μέσα στο Ελληνορθόδοξο Νοσοκομείο κατά τη δεκαετία του 1830 και αργότερα μεταφέρθηκε σε κτίρια γύρω από την αυλή της εκκλησίας. Η σχολή αυτή αποτέλεσε τον πρώτο πυρήνα για τη δημιουργία των σχολείων θηλέων που ιδρύθηκαν υπό την καθοδήγηση της Μητρόπολης Σμύρνης στα τέλη του 19ου αιώνα.
Το ρολόι στο καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής στη Σμύρνη, ένα από τα έξι που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,λείπει σήμερα από την πόλη καθώς η εκκλησία πυρπολήθηκε από τους Τούρκους στην καταστροφή.

Η άγνωστη ιστορία της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης
Τα βενετικά αρχεία, τα πρώτα σχέδια και η εξέλιξη του μεγάλου ναού της Ιωνίας

Η Αγία Φωτεινή της Σμύρνης υπήρξε για αιώνες το σημαντικότερο σύμβολο της ορθόδοξης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Ο περίφημος μητροπολιτικός ναός, με το επιβλητικό καμπαναριό και τη λαμπρή αρχιτεκτονική του, κυριαρχούσε στο τοπίο της Σμύρνης μέχρι την καταστροφή του 1922. Παρ’ όλα αυτά, η πρώιμη ιστορία του ναού παραμένει μέχρι σήμερα σχετικά άγνωστη και καλυμμένη από ιστορικά κενά.

Οι ιστορικές πηγές δεν δίνουν σαφείς πληροφορίες για την ακριβή χρονολογία ίδρυσης της αρχικής εκκλησίας. Οι περισσότεροι ερευνητές τοποθετούν την πρώτη μορφή του ναού περίπου στον 17ο αιώνα, ενώ δεν έχει σωθεί κανένα ολοκληρωμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο της εκκλησίας, πέρα από ορισμένες ασφαλιστικές χαρτογραφήσεις της Σμύρνης και λίγα πρόχειρα σχέδια που εντοπίστηκαν στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας.

Η σημαντικότερη χρονολογική έρευνα για την Αγία Φωτεινή ανήκει στον Αχιλλέα Χατζηκωνσταντίνου. Στο έργο του «Το Χρονολόγιο της Σμύρνης / Ιζμίρ» αναφέρει ως έτος ίδρυσης της εκκλησίας το 1658, ενώ σημειώνει ότι ο ναός «κατασκευάστηκε» επανειλημμένα τα έτη 1690, 1763, 1778 και 1797.

Ωστόσο, η χρήση της λέξης «κατασκευή» δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Ο ίδιος ο Χατζηκωνσταντίνου αναφέρει ότι η τέταρτη και η πέμπτη «κατασκευή» ολοκληρώθηκαν «μέσα σε 40 ημέρες». Είναι προφανές ότι ένας τόσο μεγάλος ναός δεν θα μπορούσε να ανεγερθεί εκ νέου μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Για τον λόγο αυτό, οι συγκεκριμένες αναφορές θεωρείται πλέον ότι αφορούν εκτεταμένες ανακαινίσεις ή αποκαταστάσεις και όχι πλήρη ανοικοδόμηση του ναού.

Ο Χατζηκωνσταντίνου αναφέρει επίσης ότι το ξακουστό καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής κατασκευάστηκε το 1856, ενώ το 1891 ανακαινίστηκε και το 1892 τοποθετήθηκε σε αυτό το περίφημο ρολόι που είχε μεταφερθεί από τη Βαυαρία. Το καμπαναριό εξελίχθηκε σύντομα στο σημαντικότερο σύμβολο της ελληνικής Σμύρνης και αποτελούσε σημείο αναφοράς για τα πλοία που έμπαιναν στο λιμάνι της πόλης.

Τα βενετικά αρχεία φωτίζουν την ιστορία

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα έγγραφα των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας, τα οποία αποκαλύπτουν πολύτιμες λεπτομέρειες για την ιστορία της Αγίας Φωτεινής. Μέσα από περίπου σαράντα σελίδες χειρογράφων και δύο παλαιά σχέδια της εκκλησίας, οι ερευνητές κατάφεραν να ανασυνθέσουν σημαντικά στάδια της εξέλιξης του ναού.

Ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει τη σύνδεση της εκκλησίας με τη βενετική παρουσία στη Σμύρνη είναι η ίδρυση του Βενετικού Προξενείου το 1598. Η χρονολογία αυτή θεωρείται καθοριστική, καθώς πιθανότατα αμέσως μετά ξεκίνησε στενή συνεργασία ανάμεσα στη βενετική κοινότητα και την ελληνορθόδοξη μητρόπολη. Έτσι, αρκετοί μελετητές θεωρούν πιθανό η πρώτη μορφή της Αγίας Φωτεινής να υπήρχε ήδη γύρω στο 1600.

Δεν αποκλείεται μάλιστα πριν από αυτή τη χρονολογία να υπήρχε στον ίδιο χώρο ένα πολύ μικρό και απλό παρεκκλήσι.

Τα πρώτα σχέδια της Αγίας Φωτεινής

Στα βενετικά αρχεία σώζονται δύο σχέδια της εκκλησίας, ένα του 1600 και ένα του 1624. Αν και πρόχειρα σχεδιασμένα, χωρίς κλίμακα και με αρκετά ορθογραφικά λάθη επηρεασμένα από τη βενετική διάλεκτο, αποτελούν ανεκτίμητες μαρτυρίες για την αρχική μορφή του ναού.

Στο πρώτο σχέδιο του 1600 η εκκλησία εμφανίζεται ως ένα πολύ απλό κτίσμα: ένα μικρό παρεκκλήσι με μία αψίδα και έναν νάρθηκα. Στα βόρεια βρισκόταν το ελληνικό κοιμητήριο, στα νότια η κατοικία του μητροπολίτη και στα ανατολικά ένας ανοιχτός χώρος με την ονομασία «Giardin de Coza Morat».

Παρά την απλότητά του, το σχέδιο αυτό θεωρείται η αρχαιότερη γνωστή αποτύπωση της Αγίας Φωτεινής.

Το δεύτερο σχέδιο, του 1624, παρουσιάζει ένα πολύ πιο σύνθετο συγκρότημα. Η εκκλησία φαίνεται να περιβάλλεται από δέκα κλειστούς χώρους διατεταγμένους σε σχήμα ανεστραμμένου «L», ενώ υπήρχαν δύο μεγάλες αυλές που επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Η μία λειτουργούσε ως κοιμητήριο.

Στη νότια πλευρά του ναού εμφανίζεται η «casa del mitropolita di Greci», δηλαδή η κατοικία του Έλληνα μητροπολίτη, ενώ κοντά στην είσοδο υπήρχε ξεχωριστό κτίσμα που πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως προθάλαμος της εκκλησίας.

Στη μεγάλη αυλή υπήρχε κουζίνα και πηγάδι, ενώ από τις σημειώσεις προκύπτει ότι ορισμένα κτίσματα ήταν διώροφα και στεγάζονταν με επικλινείς στέγες.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι κατά τους επόμενους αιώνες πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επεκτάσεις. Ο περιμετρικός διάδρομος σε σχήμα ανεστραμμένου «Π», οι αψίδες και τα ανατολικά προσκτίσματα φαίνεται ότι προστέθηκαν μεταγενέστερα, όταν ο ναός άρχισε να αποκτά τη μεγαλοπρεπή μορφή που γνώρισε η Σμύρνη του 19ου αιώνα.

Η συμφωνία Ελλήνων και Βενετών

Σύμφωνα με τα αρχεία, το οικόπεδο της Αγίας Φωτεινής ανήκε ήδη πριν από το 1600 στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Σμύρνης και περιλάμβανε εκκλησία, κοιμητήριο και τη μητροπολιτική κατοικία.

Το 1600 υπογράφηκε σημαντική συμφωνία ανάμεσα στον μητροπολίτη Μακάριο, τους ιδρυτές ιερείς και τη βενετική κοινότητα υπό τον πρόξενο Giorgio Briccio Giustinian. Με τη συμφωνία αυτή οι Βενετοί απέκτησαν δικαιώματα στη γη και στον ανακαινισμένο ναό, ενώ ανέλαβαν να καταβάλλουν ετήσιο ενοίκιο και να προμηθεύουν την εκκλησία με κερί και λάδι.

Την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες σοβαρές εργασίες αποκατάστασης, καθώς το παλιό παρεκκλήσι ήταν πλέον σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Τοποθετήθηκε εικόνα της Παναγίας της Ευσπλαχνίας και ξύλινη Αγία Τράπεζα, πληρωμένα από τη βενετική κοινότητα.

Το 1603 κατασκευάστηκαν άμβωνας και μικρός χορός, ενώ οι Βενετοί αναλάμβαναν πλέον όλα τα λειτουργικά έξοδα και τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες της εκκλησίας.

Το 1604 προστέθηκε ιδιαίτερος γυναικωνίτης για τις οικογένειες των Βενετών και των Λατίνων κατοίκων της Σμύρνης, χωρισμένος από τον κυρίως ναό με ξύλινο διαχωριστικό.

Το 1605, προς τιμήν του πάπα Παύλου Ε΄ και με πρωτοβουλία του Βενετού πρεσβευτή Agustino Nani, ο ναός μετονομάστηκε προσωρινά σε «Santissima Concezione». Παρ’ όλα αυτά, η εκκλησία συνέχισε να λειτουργεί από κοινού, χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και Βενετούς επιτρόπους.

Οι μεγάλες επεκτάσεις του 1613

Το 1612 αγοράστηκε νέο κτίριο για τη δημιουργία κατοικιών των ιερέων, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1613. Μέχρι τότε οι ιερείς έμεναν μακριά από τον ναό και τα έξοδά τους καλύπτονταν από τη Βενετία.

Παράλληλα, αποκτήθηκαν νέα οικόπεδα από τον Marco Morat για την επέκταση του συγκροτήματος. Δημιουργήθηκαν νέοι χώροι:

γυναικωνίτης,
χώρος παραγωγής κρασιού για τους ιερείς,
είσοδος για λιτανείες,
κατοικίες ιερέων με αυλή και βοηθητικούς χώρους.

Όλα τα έργα χρηματοδοτήθηκαν αποκλειστικά από τη βενετική κοινότητα.

Την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε μεγάλη πέτρινη Αγία Τράπεζα, δύο μικρότερα θυσιαστήρια, τοποθετήθηκε εικόνα της Παναγίας και διακοσμήθηκε ο ναός με καμάρες, κόκκινους τοίχους και μεγάλα ξύλινα καθίσματα στερεωμένα στους τοίχους.

Το συνολικό κόστος των έργων ήταν τεράστιο για την εποχή και καλύφθηκε μέσω δωρεών και ελεημοσυνών.

Η ανακαίνιση του 1619 και η οθωμανική απειλή
Το 1619 πραγματοποιήθηκε νέα μεγάλη ανακαίνιση. Αφαιρέθηκαν οι παλιοί κίονες, υψώθηκαν οι τοίχοι, κατασκευάστηκε νέα στέγη και ολόκληρη η εκκλησία ξαναζωγραφίστηκε.

Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε νέο παρεκκλήσι από τον Signor Giermo de Olia, κάτω από την Αγία Τράπεζα του οποίου τάφηκε η σύζυγός του.

Το κόστος της ανακαίνισης έφτασε τις 40.000 μονάδες, με το μεγαλύτερο μέρος να καλύπτεται από τον Βενετό πρόξενο και το υπόλοιπο από το ίδιο το βενετικό κράτος.

Το 1623 η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισε την κατεδάφιση της εκκλησίας. Ωστόσο, ο Βενετός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Giorgio Giustinian κατάφερε να πετύχει την ανάκληση της απόφασης και να σώσει τον ναό.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με το σχέδιο του 1624, το συγκρότημα δεν έμοιαζε ουσιαστικά με εκκλησία. Δεν υπήρχε ούτε τρούλος, ούτε εμφανής αψίδα, ούτε φυσικά καμπαναριό — χαρακτηριστικά που θα πρόδιδαν αμέσως τη θρησκευτική του χρήση. Αντίθετα, το κτίριο έμοιαζε περισσότερο με μεγάλη κατοικία με αυλές, βοηθητικούς χώρους και αποθήκες.

Η μορφή αυτή δεν ήταν τυχαία.

Οι απαγορεύσεις των Οθωμανών
Η εξήγηση βρίσκεται στις αυστηρές απαγορεύσεις που ίσχυαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σχετικά με την ανέγερση νέων χριστιανικών ναών. Από την εποχή του Μωάμεθ Β΄, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εφαρμόστηκαν ειδικοί περιορισμοί προς τις μη μουσουλμανικές κοινότητες.

Παρότι στους χριστιανικούς πληθυσμούς επιτρεπόταν να διατηρούν την πίστη και τη λατρεία τους, υπήρχε σαφής απαγόρευση για την ανέγερση νέων εκκλησιών και ιδιαίτερα για την κατασκευή καμπαναριών και τη χρήση καμπανών. Οι περιορισμοί αυτοί επαναβεβαιώθηκαν αργότερα και κατά τις περιόδους των σουλτάνων Αχμέτ Α΄ και Μουράτ Δ΄.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πολλές ορθόδοξες εκκλησίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατασκευάζονταν με τρόπο που να μην προδίδει εύκολα τη θρησκευτική τους ταυτότητα. Εξωτερικά έμοιαζαν περισσότερο με κατοικίες ή συγκροτήματα αποθηκών παρά με ναούς. Έτσι παρακάμπτονταν οι απαγορεύσεις και αποφεύγονταν οι οθωμανικές παρεμβάσεις.

Η Αγία Φωτεινή φαίνεται ότι ακολούθησε ακριβώς αυτή τη λογική. Το συγκρότημα σχεδιάστηκε με τρόπο διακριτικό, χωρίς εμφανή εκκλησιαστικά χαρακτηριστικά, ώστε να προστατευθεί η ύπαρξή του μέσα στο οθωμανικό περιβάλλον της εποχής.

Η μεγάλη αλλαγή μετά το Τανζιμάτ
Η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά μετά το 1839, όταν εκδόθηκε το περίφημο Τανζιμάτ Φερμάνι, το οποίο παραχώρησε περισσότερα δικαιώματα και θρησκευτικές ελευθερίες στις μη μουσουλμανικές κοινότητες της αυτοκρατορίας.

Από εκείνη τη στιγμή οι χριστιανοί μπορούσαν πλέον να ανεγείρουν πιο ελεύθερα ναούς με εμφανή εκκλησιαστικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν ότι λίγα χρόνια αργότερα, το 1856, κατασκευάστηκε το μεγαλοπρεπές καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής — το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της ελληνικής Σμύρνης.

Πιθανότατα την ίδια περίοδο προστέθηκαν και οι μεγάλες αψίδες, τα πλευρικά παρεκκλήσια και οι τρεις κλίτες που έδωσαν στον ναό τη γνωστή μνημειακή μορφή του 19ου αιώνα.

Μάλιστα, σε χάρτες της περιόδου 1854-1856 η Αγία Φωτεινή εμφανίζεται για πρώτη φορά ξεκάθαρα ως τρίκλιτη εκκλησία με τρεις αψίδες — κάτι που δεν συναντάται σε παλαιότερες αποτυπώσεις της πόλης.

Ένα κοινό έργο Ελλήνων και Βενετών
Όλα τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αγία Φωτεινή δεν ήταν αποκλειστικά δημιούργημα μόνο της ελληνορθόδοξης κοινότητας, αλλά αποτέλεσε ουσιαστικά ένα κοινό έργο συνεργασίας ανάμεσα στους Έλληνες της Σμύρνης και τη Δημοκρατία της Βενετίας.

Η βενετική παρουσία υπήρξε καθοριστική τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Οι Βενετοί χρηματοδότησαν επεκτάσεις, κατοικίες ιερέων, λειτουργικά αντικείμενα και σημαντικές ανακαινίσεις. Ταυτόχρονα, λειτουργούσαν συχνά και ως πολιτικοί προστάτες της εκκλησίας απέναντι στις πιέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα σημερινά διαθέσιμα έγγραφα καλύπτουν μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής ιστορίας του ναού. Δεν γνωρίζουμε ακόμη με ακρίβεια πότε η Αγία Φωτεινή πέρασε ξανά αποκλειστικά στα χέρια της ελληνορθόδοξης κοινότητας μετά το 1624.

Πιθανότατα μελλοντικές έρευνες σε αρχεία της Βενετίας, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης θα φωτίσουν ακόμη περισσότερο αυτή την άγνωστη περίοδο.

Η Σμύρνη των λαών και των κοινοτήτων
Η ιστορία της Αγίας Φωτεινής αποκαλύπτει επίσης κάτι βαθύτερο για τη ζωή στη Σμύρνη των προηγούμενων αιώνων. Η πόλη υπήρξε ένα μοναδικό πολυπολιτισμικό κέντρο, όπου Έλληνες, Βενετοί, Λεβαντίνοι, Αρμένιοι και άλλες κοινότητες συνυπήρχαν σε ένα σύνθετο αλλά συχνά ειρηνικό περιβάλλον.

Οι εκκλησίες διαφορετικών δογμάτων λειτουργούσαν πολλές φορές σε κλίμα συνεργασίας και αλληλεγγύης. Οι θρησκευτικές κοινότητες αλληλοϋποστηρίζονταν τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συμμετείχαν ακόμη και σε κοινές τελετές ή θρησκευτικές εκδηλώσεις.

Η συνεργασία Βενετών και Ορθοδόξων στην Αγία Φωτεινή είχε ασφαλώς και πρακτική διάσταση. Οι Έλληνες της Σμύρνης στις αρχές του 17ου αιώνα δεν διέθεταν την οικονομική δύναμη των Βενετών εμπόρων και αξιωματούχων. Έτσι, η οικονομική υποστήριξη της Βενετίας υπήρξε κρίσιμη για την επιβίωση και την ανάπτυξη του ναού.

Ταυτόχρονα όμως, αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι αυτή η συνεργασία είχε και συμβολικό χαρακτήρα: αποτελούσε ίσως μια έμμεση προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα στην Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία — μία ακόμη από τις πολλές απόπειρες συμφιλίωσης που εμφανίστηκαν στην ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου.

Το μυστήριο του ονόματος «Santissima Concezione»
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει από τα έγγραφα είναι η προσωρινή αλλαγή του ονόματος της εκκλησίας.

Το 1605, η Βενετία μετονόμασε την Αγία Φωτεινή σε «Santissima Concezione». Η κίνηση αυτή φαίνεται ότι είχε έντονο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς πιθανότατα στόχευε να υπογραμμίσει τη βενετική επιρροή πάνω στον ναό και στην περιοχή.

Παρότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς για πόσο διάστημα χρησιμοποιήθηκε επίσημα αυτή η ονομασία, είναι βέβαιο ότι διατηρούνταν ακόμη το 1624, όταν συντάχθηκαν τα έγγραφα που έχουν διασωθεί.

Η αλλαγή αυτή δημιούργησε αργότερα σύγχυση στους ιστορικούς σχετικά με την ταυτότητα και τη συνέχεια του ναού. Ωστόσο, η σύγκριση των σχεδίων, των περιγραφών και των αρχείων αποδεικνύει ότι πρόκειται για την ίδια εκκλησία που αργότερα έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο ως η θρυλική Αγία Φωτεινή της Σμύρνης.

Ο μεγαλοπρεπής ναός της Σμύρνης

Στο τελείωμα του 19ου αιώνα η Σμύρνη βρισκόταν στο απόγειο της ακμής της. Ανάμεσα στους πολυάριθμους χριστιανικούς ναούς της πόλης, η Αγία Φωτεινή ξεχώριζε περισσότερο από όλους. Ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα με χαρακτηριστικό τρούλο, πλούσια αρχιτεκτονική και μοναδική αισθητική. Το καμπαναριό της θεωρούνταν «το υψηλότερο και επιβλητικώτερο μνημείο της ελληνικής ορθοδοξίας και γενικά της Σμύρνης».

Σμύρνη στο τελείωμα του 19ου αιώνα. Απ’ τους χριστιανικούς ναούς της πόλης, ξεχωρίζει ο μητροπολιτικός της Αγίας Φωτεινής, ένα επιβλητικό κτίσμα, με χαρακτηριστικό τρούλο στην κορυφή του οποίου δεσπόζει το καμπαναριό, ορατό στα πλοία που προσεγγίζουν το σμυρναίικο λιμάνι.

Το περίφημο καμπαναριό υψωνόταν περήφανα πάνω από την πόλη και αποτελούσε σημείο προσανατολισμού για τους ναυτικούς που έμπαιναν στο λιμάνι της Σμύρνης. Στην κορυφή του υπήρχε μεγάλο ρολόι, ένα από τα έξι που είχαν κατασκευαστεί την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ρολόι έφερε την επιγραφή:
«Ηλίου άτερ σιγώ»
δηλαδή:
«Χωρίς τον ήλιο σωπαίνω».
Η φράση αυτή αναφερόταν στη λειτουργία του ηλιακού μηχανισμού του ρολογιού, αλλά ταυτόχρονα απέκτησε με τα χρόνια έναν βαθύτερο συμβολισμό για τη μοίρα της Σμύρνης και του ελληνισμού της.
Το εσωτερικό του ναού ήταν εξίσου εντυπωσιακό. Πλούσιες αγιογραφίες, μαρμάρινα στοιχεία, επιβλητικοί πολυέλαιοι και περίτεχνα ξυλόγλυπτα συνέθεταν μια εικόνα απαράμιλλης λαμπρότητας. 
Ανάσταση στην Αγία Φωτεινή Σμύρνης σε καρτ ποστάλ του 1875.

Η εκκλησία αποτελούσε το πνευματικό και κοινωνικό κέντρο των Ελλήνων της Σμύρνης. Εκεί τελούνταν οι μεγάλες θρησκευτικές εορτές, οι δοξολογίες, οι λιτανείες και οι σημαντικότερες στιγμές της ζωής της ελληνικής κοινότητας.
Στα σκαλοπάτια της Αγίας Φωτεινής φωτογραφήθηκε πολλές φορές και ο μαρτυρικός Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, ο οποίος έμελλε να γίνει ένα από τα πιο τραγικά σύμβολα της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Ο Αγ.Χρυσόστομος Σμύρνης στα σκαλοπάτια της Αγ.Φωτεινής.

12-2 1922,Ι.Μ.Ν. Αγ.Φωτεινής. Έλληνες έχουν βρεί καταφύγιο στο προαύλιο του ναού, ενώ έξω διακρίνονται Τούρκοι στρατιώτες καθήμενοι. Επίσης, διακρίνεται το υποκατάστημα της τράπεζας της Γαλλίας κ Γάλλοι φρουροί (με μαύρους μπερέδες).

Η καταστροφή του 1922
Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1922 η Σμύρνη έζησε τις πιο δραματικές στιγμές της ιστορίας της. Η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου οδήγησε στην είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων στην πόλη και ακολούθησαν σφαγές, διωγμοί και η μεγάλη πυρκαγιά που αφάνισε τις ελληνικές και αρμενικές συνοικίες.
Ο Ι.Μ.Ν. Αγ.Φωτεινής. μετά τη φωτιά.

Ο ναός της Αγίας Φωτεινής πυρπολήθηκε μέσα στη γενική καταστροφή της Σμύρνης. Ωστόσο, το περίφημο καμπαναριό της δεν καταστράφηκε αρχικά από τη φωτιά. Παρέμεινε όρθιο πάνω από τα αποκαΐδια της πόλης σαν τελευταίο σύμβολο της χαμένης ελληνικής παρουσίας. Οι Τούρκοι, θεωρώντας το σύμβολο της ελληνικής ορθοδοξίας και της ιστορικής μνήμης της Σμύρνης, αποφάσισαν τελικά να το ανατινάξουν με δυναμίτη.
Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του Κώστα Μισαηλίδη:

«Το καμπαναριό της αγίας Φωτεινής! Πάνω από τα ερείπια της Σμύρνης. Πάνω από την αγριάδα και τη φρίκη. Πάνω από τους καπνούς και τις φλόγες. Πάνω από το σπαραγμό και την εξόντωση. Πάνω από τους χειμάρρους του αίματος. Σαν άγρυπνο μάτι του Θεού. Παρατηρητήριο της Φυλής. […] Ακίνητα τα σχοινιά του. Βουβές οι καμπάνες! Δεν μένει χέρι να τις χτυπήσει. Δεν μένει εκκλησιά να λειτουργηθεί! Και φέρνουν χαλαστάδες και φέρνουν γκρεμιστάδες και φέρνουν δυναμίτη. Οι Τούρκοι γκρεμίζουν το καμπαναριό, που τους βαραίνει τα στήθια σαν βουνό…»

Το απόσπασμα αυτό, που διασώθηκε στο έργο του Χρ. Σολομωνίδη «Η Εκκλησία της Σμύρνης», αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου.

Το εσωτερικό του ναού.

Το πίσω μέρος του ναού.

Το χαμένο σύμβολο και η μνήμη των προσφύγων

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, χιλιάδες πρόσφυγες από τη Σμύρνη εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μεταφέροντας μαζί τους τις μνήμες, τις παραδόσεις και την αγάπη τους για την Αγία Φωτεινή. Στη Νέα Σμύρνη οικοδομήθηκε νέος ναός αφιερωμένος στην Αγία Φωτεινή, ώστε να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη της χαμένης πατρίδας. Ο ναός αυτός αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για τους απογόνους των Μικρασιατών προσφύγων.



Η Αγία Φωτεινή της Σμύρνης ήταν η ψυχή του ελληνισμού της Ιωνίας, το πνευματικό κέντρο μιας ακμάζουσας κοινότητας, το σύμβολο μιας πόλης που υπήρξε σταυροδρόμι πολιτισμών και λαών. Η καταστροφή της σήμανε και το τέλος της ελληνικής Σμύρνης.
Κι όμως, παρά την πυρπόληση, την ανατίναξη και τη λήθη του χρόνου, η μνήμη της Αγίας Φωτεινής εξακολουθεί να στέκει όρθια — όπως στεκόταν κάποτε το καμπαναριό της πάνω από τα ερείπια της φλεγόμενης Σμύρνης.
Οι πρόσφυγες που κατάφεραν να γλυτώσουν και να φύγουν μετα κόπων και πολλών βασάνων δεν θα μπορούσαν να ξεχάσουν αυτό το κόσμημα και ξαναέχτισαν έναν νέο ναό όμοιο του στην Νέα Σμύρνη στην Αθήνα.

Στη θέση του σημερινού μεγαλοπρεπούς Ιερού Ναού στην Νέα Σμύρνη στην Αθήνα υπήρχε αρχικά ένας πρόχειρος ξύλινος ναός της Αγίας Φωτεινής, μια παράγκα, που κατασκευάστηκε για να καλύπτει τις λατρευτικές ανάγκες των πρώτων κατοίκων της Νέας Σμύρνης. Αργότερα ξεκίνησε η ανέγερση του σημερινού ναού από τον αρχιτέκτονα κ. Δεμίρη, μέσα στον χώρο που παραχωρήθηκε από το Δημόσιο ειδικά για αυτόν τον σκοπό.

Τα εγκαίνια του ναού, ενώ ακόμα ήταν ημιτελής, πραγματοποιήθηκαν από τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθο στις 27 Οκτωβρίου 1940.

Μέσα σε αυτόν τον περικαλλή ναό βρίσκεται εδώ και περίπου πενήντα χρόνια το ξυλόγλυπτο τέμπλο, μαζί με τον δεσποτικό θρόνο και τον ιερό άμβωνα του ναού του Αγίου Ιωάννη του «Επάνω Μαχαλά» της Σμύρνης. Τα έργα αυτά είναι πανομοιότυπα με τα αντίστοιχα ξυλόγλυπτα του παλιού ιστορικού Μητροπολιτικού Ναού της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης, που καταστράφηκε στη φωτιά. Τα ιερά αυτά κειμήλια μεταφέρθηκαν ύστερα από ενέργειες του Ελευθερίου Βενιζέλου και με τη συγκατάθεση της τουρκικής ηγεσίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το ιστορικό αυτό τέμπλο της Αγίας Φωτεινής Νέας Σμύρνης, μαζί με τον δεσποτικό θρόνο και τον ιερό άμβωνα, αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής τέχνης. Τα έργα αυτά απεικονίζουν ανάγλυφα όχι μόνο περίτεχνα διακοσμητικά στοιχεία, αλλά και πολλές σκηνές από την Αγία Γραφή και τη ζωή της Εκκλησίας.

Ο ενοριακός αυτός ναός επιτελεί σημαντικό ποιμαντικό έργο μέσα από τη λειτουργική ζωή, την κατήχηση, τη φιλανθρωπική δράση και πολλές ακόμη δραστηριότητες που πραγματοποιούνται αθόρυβα, στο πλαίσιο μιας ζωντανής εκκλησιαστικής κοινότητας.

Ο ναός πανηγυρίζει την Κυριακή της Σαμαρείτιδας, ημέρα εορτής της Αγίας ενδόξου μεγαλομάρτυρος Φωτεινής, πολιούχου της Νέας Σμύρνης. Επίσης, με ιδιαίτερη ευλάβεια τιμώνται στις 23 Φεβρουαρίου η μνήμη του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης και την Κυριακή πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού η μνήμη του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Ακολουθήστε μας στο Google News

Google News <-----Google News

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Άγιος Μάριος επίσκοπος Σεβαστείας

Μεταφορά από τη Μάλτα στο Γκάτσινα τμήματος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου, μαζί με την εικόνα της Παναγίας της Φιλερμίου και το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 12 Οκτωβρίου

Πρόσωπα

Νέα

Φωτογραφία της ημέρας

Σαν σήμερα



Εορτασμοί σήμερα


Αναρτήσεις...

  • Φόρτωση αναρτήσεων...

Φωτογραφίες

Βίντεο

Πρόσωπα

Συνταγές

ΓηΤονια

Χαμένες Πατρίδες

Ρετρό

Σιδή Ρόκ Άστρο

Ο χαζός του χωριού