Ο Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου Νεόφυτος διηγούμενος το μαρτύριό του από τους Βουλγάρους
Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος
Του ανταποκριτή μας
Η διαπόμπευση, η σφαγή και ο απαγχονισμός ενός Ιεράρχη δεν αποτελούν γεγονότα άγνωστα, όχι μόνο εξαιτίας της μακραίωνης σκλαβιάς του Ελληνισμού, αλλά ακόμη και στα τελευταία χρόνια των βουλγαρικών επιδρομών στις ελληνικές περιοχές.
Όσο όμως και αν τέτοια γεγονότα δεν είναι πρωτόγνωρα, δεν παύουν να συγκινούν βαθιά και να προκαλούν ρίγη ακόμη και στον πιο ψύχραιμο και ατάραχο παρατηρητή, όταν γίνεται η αφήγηση ενός τέτοιου μαρτυρίου.
Γι’ αυτό, όταν ο Μητροπολίτης Νεόφυτος θέλησε να δώσει μια εικόνα της σκληρότητας και της βαρβαρότητας εκείνων που σήμερα διαμαρτύρονται για τη σφαγή μερικών κοτόπουλων, άρχισε να αφηγείται τη δολοφονία του προκατόχου του, Μητροπολίτη Κωνσταντίνου του Μελενίκου. Όλοι έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην αφήγηση, ενώ ο σερ Όρας Ρούμπολνε, εμφανώς νευριασμένος, αντιδρούσε με ένταση.
Στις 25 Ιουλίου 1913, οι Βούλγαροι, με τυμπανοκρουσίες, κάλεσαν τον λαό να επιστρέψει στις ειρηνικές του εργασίες, καθώς είχε υπογραφεί η ειρήνη. Αυτό, σύμφωνα με την αφήγηση, αποτέλεσε την παγίδα που είχε στήσει ο Τσιτσάκοφ.
Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος και ο λογοθέτης της Μητρόπολης, Θωμάς Παπαχαριζάνου, βρέθηκαν ανάμεσα στους προκρίτους του Σιδηροκάστρου, οι οποίοι οδηγήθηκαν με βίαιο τρόπο στον θάνατο.
Μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του φρικτού εγκλήματος υπήρξε ο Χαλήλ, ένας κάτοικος της περιοχής, ο οποίος παρακολούθησε την τραγωδία από το παράθυρο του μικρού σπιτιού του, κοντά στη θέση «Καραγκάνι», όπου έλαβε χώρα το μαρτύριο του Ιεράρχη.
«Αφού τον ανάγκασαν να γονατίσει», αφηγείται ο Χαλήλ, «του ξερίζωσαν τις τρίχες από το γένι και διαπέρασαν το σώμα του με τη λόγχη. Ο Μητροπολίτης έπεσε νεκρός μπρούμυτα.
Πριν από αυτό το φρικτό μαρτύριο, ο λογοθέτης Παπαχαριζάνου είχε πεθάνει αμέσως από ανακοπή καρδιάς. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους εκτελεστές να καταφέρουν πολλά χτυπήματα με λόγχες στο σώμα του προκρίτου του Σιδηροκάστρου».
Η αφήγηση ήταν τόσο ζωντανή, ώστε κανείς δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος.
Και η μαρτυρία για τα θύματα συνεχίζεται.
Μετά τον Μητροπολίτη, έρχεται η σειρά των χηρών, ζωντανών μαρτύρων των γεγονότων, οι οποίες αφηγούνται το μαρτύριο των συγγενών τους. Για τη μνήμη των ανθρώπων αυτών, η πόλη του Σιδηροκάστρου ανήγειρε το πρώτο έργο τέχνης στην περιοχή, στο σημείο όπου οι Βούλγαροι είχαν στήσει μια στήλη που, σύμφωνα με την αφήγηση του ανταποκριτή, θα θύμιζε στον διαβάτη την καταστροφή και τη βίαιη δράση τους.
Ακολουθούν τα ορφανά, τα οποία κάποτε φιλόστοργα χέρια περισυνέλεξαν για να τα σώσουν από τον εκβουλγαρισμό, την ατίμωση και την καταστροφή. Η τύχη τους και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν εκεί όπου είχαν μεταφερθεί θα αποτελέσουν ξεχωριστό κεφάλαιο, καθώς για πολλούς παραμένουν ακόμη άγνωστες.
Αρκεί, όμως, να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την αφήγηση, τα περισσότερα από αυτά είχαν εκβουλγαριστεί, ενώ τα κορίτσια είχαν κακοποιηθεί.
Η συνοδεία κλαίει μαζί με τους συγγενείς των νεκρών και τους αντιπροσώπους των χωριών που καταστράφηκαν. Εκείνοι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είχαν το θάρρος να δηλώσουν ότι τέτοιες επιτροπές και παρεμβάσεις της Κ.Τ.Ε. δεν βοηθούν την κατάσταση, αλλά αντίθετα, όπως υποστήριζαν, ενθαρρύνουν τη δράση των κομιτατζήδων που βρίσκονταν πίσω από το Μπέλλες και τη Ροδόπη και τους οποίους η βουλγαρική κυβέρνηση, κατά την άποψη του συντάκτη, χρησιμοποιούσε για να διαταράξει την ειρήνη.
Το δημοσίευμα αναφέρει ακόμη ότι τα μέλη της Κ.Τ.Ε. είχαν ελάχιστη ή και καθόλου γνώση για τους κομιτατζήδες, καθώς και για την οργάνωση και τη δράση τους.
Φεύγοντας από το Σιδηρόκαστρο, αν μη τι άλλο, θα γνώριζαν πλέον τι σημαίνει ο όρος «κομιτατζής».
Για τα υπόλοιπα σχετικά με το θέμα και τη δράση τους, ο ανταποκριτής αναφέρει ότι θα επανέλθει σε επόμενη ανταπόκριση.
Α. Κονιτόπουλος
.png)


