Μια ιστορία για τον γνήσιο Ακανέ των Σερρών του 1929
ΧΘΕΣΗΜΕΡΑΥΡΙΟ - Τελευταίες αναρτήσειςΜια ιστορία για τον γνήσιο Ακανέ των Σερρών από τον Βλάσιο Γαβριηλίδη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό - εφημερίδα ΜΠΟΥΚΕΤΟ στις 13.06.1929
Το ΜΠΟΥΚΕΤΟ ανέφερε:
Στις Σέρρες είχα κι ένα επεισόδιο με τον περίφημο χαλβά.
Μου είχαν μιλήσει πολλές φορές για τον χαλβά αυτόν, μου τον είχαν υπερεκθειάσει και υπερυμνήσει ως τον πιο περίφημο χαλβά του κόσμου. Το μυστικό της κατασκευής του, μου είχαν πει, το είχε αποκλειστικά και μόνο μια οθωμανική οικογένεια των Σερρών· ένα μυστικό ανεξιχνίαστο, σαν να επρόκειτο για αλχημεία, που μεταδιδόταν από πατέρα σε γιο. Μου είχαν εξηγήσει, τέλος, ότι ο χαλβάς αυτός κατασκευαζόταν με το νερό μιας μακρινής πηγής, που βρισκόταν ανάμεσα στο Δεμίρ Ισσάρ και τις Σέρρες και ονομαζόταν, πολύ ποιητικά, Λεϊλά.
Όλα αυτά άναψαν την περιέργεια και τη λαιμαργία μου κι έτσι ξεκινήσαμε, μαζί με τους συντρόφους μου, σαν διψασμένα ελάφια, για τη Λεϊλά και το θαύμα της.
Μας οδήγησαν όχι στο χαλβατζίδικο, αλλά στην αυλή ενός τεμένους. Εκεί, πάνω στο μαρμάρινο κάθισμα μιας βρύσης, καθόταν οκλαδόν ένας γέρος Οθωμανός με σαρίκι, έχοντας κοντά του ένα κυλινδρικό τενεκέ, που περιείχε τον μυστηριώδη χαλβά. Κοντά στον τενεκέ του χαλβά, ένας άλλος Οθωμανός έβγαζε την άσπρη κάλτσα του, κιτρινισμένη από τη βρόμα!...
Ο συνδυασμός, βέβαια, δεν ήταν καθόλου ορεκτικός. Παρ’ όλα αυτά, απευθυνθήκαμε στον χαλβατζή, ο οποίος πρόθυμα άνοιξε τον ιερό τενεκέ και μας σέρβιρε. Ο χαλβάς, κομμένος σε μικρά κομμάτια, στο μέγεθος λουκουμιών, είχε την εμφάνιση, το ζαχάρωμα και ίσως και τη γεύση λουκουμιού.
Το σερβίρισμα έγινε με τον πιο... ρωμαίικο τρόπο.
Ο Οθωμανός έβαλε το χέρι του μέσα στον τενεκέ, έβγαλε ένα ή δύο κομμάτια και μας τα πρόσφερε.
Αλίμονο!... Η κιτρινισμένη κάλτσα από τη μια και το χέρι από την άλλη, μας έκοψαν ριζικά την όρεξη και απομακρυνθήκαμε και οι τέσσερις χωρίς να αγγίξουμε εκείνο το... θεϊκό γλύκισμα!
Αλλά το μικρόβιο της περιέργειας, ενισχυμένο από τη λαιμαργία, δεν ησύχαζε. Γι’ αυτό, μετά το πρόγευμα, κατευθυνθήκαμε και πάλι προς τον πρωτότυπο χαλβατζή.
Ο Οθωμανός με την κιτρινισμένη κάλτσα έλειπε. Μια άλλη όμως κάλτσα, χωρίς καλτσοφόρο, αυτή τη φορά κανελλιά, βρισκόταν μυστηριωδώς δίπλα στον πολύτιμο τενεκέ. Τι ζητούσε εκεί, δεν γνωρίζω.
Ο χαλβατζής την παραμέρισε με τα χέρια του, ύστερα άνοιξε και πάλι τον τενεκέ, πήρε ένα κομμάτι χαλβά, έχωσε μέσα τα νύχια του για να του κάνει... λαπαροτομία και να μας αποκαλύψει τα κάλλη του, και μας έτρεψε και πάλι σε φυγή!...
Αυτή είναι η ιστορία του περίφημου χαλβά - Αλ-χαλά δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, «Ακανέ-χαλβάς» - που κατασκευάζεται από το περίφημο νερό της Λεϊλά (Λιαΐλιά).
Εἰς τὰς Σέρρας εἶχα καὶ ἕνα ἐπεισόδιο μὲ τὸν περίφημο χαλβά.
Μοῦ εἶχαν μιλήσει περὶ τοῦ χαλβᾶ αὐτοῦ πολλὲς φορές, μοῦ τὸν εἶχαν ὑπερεκθειάσει καὶ ὑπερυμνήσει ὡς τὸν περιφημότερον χαλβᾶν τοῦ κόσμου. Τὸ μυστικὸν τῆς κατασκευῆς του τὸ ἔχει μονοπώλιον, μοῦ εἶχαν πῆ, μιὰ καὶ μόνον ᾿Οθωμανική οἰκογένεια τῶν Σερρῶν, μυστικὸν ἀνεξιχνίαστον, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀλχημείας, μεταδιδόμενον ἀπὸ πατρὸς εἰς υἱόν. Μοῦ εἶχαν ἐξηγήσει τέλος ὅτι ὁ χαλβᾶς αὐτὸς κατα-σκευάζεται μὲ τὸ νερὸ μιᾶς πηγῆς μακρυνῆς, κειμένης μεταξύ Δεμίρ Ἰσσὰρ καὶ Σερρῶν καὶ ὀνομαζομένης ποιητικώτατα Λεϊλᾶ.
Ὅλα αὐτὰ ἄναψαν τὴν περιέργειάν μου καὶ τὴ λαιμαργία μου καὶ ἐπορευόμεθα, μαζὺ μὲ τοὺς συν-τρόφους μου, ὡς ἔλαφοι διψῶσαι, πρὸς τὴν Λεϊλᾶν καὶ τὸ θαῦμα της.
Ωδηγήθημεν, ὄχι στὸ χαλβατζίδικο, ἀλλὰ στὴν αὐλὴν ἑνὸς τεμένους. Ἐκεῖ δὲ ἐπὶ τοῦ μαρμαρίνου ἑδωλίου μιᾶς· βρύσης ἐκάθητο ὀκλαδὸν γέρων Όθω-μανὸς σαρικοφόρος, ἔχων πλησίον του ἕνα κυλινδρικὸν τενεκέν, ὅστις περιείχε τὸν μυστηριώδη χαλβάν. Κοντά στον χαλ-βαδοτενεκέ ἕτερος ᾿Οθωμανὸς ἔβγαζε τὴν κιτρινισμένην ἀπὸ τὴν βρῶ-μαν, ἄσπρην κάλτσαν του !...
Ο συνδυασμός βέβαια δὲν ἦτο ὀρεκτικός. Μολαταῦτα ἀπετάνθημεν πρὸς τὸν χαλβατζῆν, ὅστις προθυμότατα ἄνοιξε τὸν ἱερὸν τενεκὲν καὶ μᾶς ἐσερβίρισε. Ὁ χαλβᾶς κομμένος εἰς μικρὰ τεμάχια, μεγέθους λου κουμίων, εἶχε τὴν ὄψιν, τὸ ζαχάρωμα ἴσως δὲ καὶ τὴν γεῦσιν-λου κουμίου.
Τὸ σερβίρισμα ἔγινε κατὰ Ρωμαιϊκώτατον τρόπον.
Ὁ Οθωμανὸς ἔβαλε τὴν χεροῦκλαν του στὸν τενεκέ, ἔβγαλε ἕνα ἢ δυὸ κομμάτια καὶ μᾶς τὰ προσέφερε.
᾿Αλλοίμονον !... Ἡ κιτρινισμένη κάλτσα ἀφ' ἑνὸς καὶ ἡ χεροῦκλα ἀφ' ἑτέρου, μᾶς ἔκοψαν ριζηδὸν τὴν ὄρεξι καὶ ἀπεμακρύνθημεν σει μνῶς καὶ οἱ τέσσαρες, χωρὶς νὰ ἐγγίσουμε τό... θεῖον ἐκεῖνο γλύ κισμα !
᾿Αλλὰ τὸ μικρόβιον τῆς περιεργείας, ἐνισχυομένης ἀπὸ τὴν λαιμαρ γίαν, δὲν ἡσύχαζε. Διὰ τοῦτο, μετὰ τὸ πρόγευμα, διηυθύνθημεν καὶ πάλιν στον πρωτότυπο χαλβατζῆ.
Ὁ Ὀθωμανὸς μὲ τὴν κιτρινισμένη κάλτσα ἔλειπε. Μιὰ ἄλλη ὅμως κάλτσα, χωρὶς καλτσοφόρον, κανελλιὰ αὐτή, προσέκειτο μυστηριωδώς παρὰ τὸν πολύτιμον τενεκέν. Τί ἐζήτει, ἀγνοῶ,
Ὁ χαλβατζῆς τὴν παρεμέρισε μὲ τὰ χέρια του, ἔπειτα ἄνοιξε πάλιν τὸν τενεκέν, ἔλαβε ἕνα τεμάχιο χαλβά, ἔχωσε μέσα τὰ νύχια του διὰ νὰ τοῦ κάμη λαπαροτομίαν καὶ νὰ μᾶς ἀποκαλύψη τὰ κάλλη του καὶ μᾶς ἔτρεψε καὶ πάλιν εἰς φυγήν !...
Αὐτὴ εἶνε ἡ ἱστορία τοῦ περιφήμου χαλβά, ᾿Αλ-χαλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι τ' ὄνομά του ('Ακανέ-χαλ-βᾶς) ποὺ κατασκευάζεται ἀπὸ τὸ περίφημο νερὸ τῆς Λεϊλά (Λιαΐλιά).



