Ανάμνηση των Εγκαινίων του Ναού των Αγίων Τεσσαράκοντα «πλησίον του Χαλκού Τετραπύλου», 29 Δεκεμβρίου
Τα τετράπυλα στην Κωνσταντινούπολη
Αρχιτεκτονική κατασκευή με τέσσερις κίονες, όπως δηλώνει και το όνομά της, το τετράπυλο είχε μακρά παράδοση ως θριαμβικό οικοδόμημα στον μεσογειακό κόσμο. Καθιερωμένα ως θριαμβικές κατασκευές στην ειδωλολατρική παράδοση, τοποθετημένα στις διασταυρώσεις των κύριων οδικών αξόνων του αστικού ιστού, τα μνημειακά τετράπλευρα τόξα (quadrifrons) και τα τετράπυλα λειτουργούσαν ως αυτοκρατορικοί δείκτες του locus mundi, του «ομφαλού του κόσμου». Αποτελούμενα από τέσσερις μεμονωμένους κίονες ίδιου μεγέθους και μορφής, τοποθετημένους σε τετραγωνική διάταξη, άλλοτε συνδεδεμένους με επιστύλιο και κατά περίπτωση στεφανωμένους με θόλους, τα quadrifrons και τα τετράπυλα ήταν ουσιαστικά κολοσσιαία σκιάδια ή κιβώρια. Στον μεσογειακό χώρο της Ύστερης Αρχαιότητας, οι κατασκευές αυτές συνδέονταν συνήθως με τον κιβωριοσκέπαστο αυτοκρατορικό θρόνο στην αίθουσα ακροάσεων και συμβόλιζαν την παρουσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα ακόμη και εν τη απουσία του.
Παρότι δεν διαθέτουμε επαρκή υλικά τεκμήρια για τον ακριβή αριθμό και τη φυσική μορφή των τετραπύλων στην Κωνσταντινούπολη, είναι πολύ πιθανό ότι τα μνημεία αυτά έμοιαζαν ως προς τη μορφή και τη λειτουργία με άλλα τετράπυλα της περιόδου της Ρωμαϊκής Τετραρχίας, καθώς η Κωνσταντινούπολη σχεδιάστηκε εξαρχής ώστε να σταθεί ισάξια με τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, όπως η Ρώμη, η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια. Το αυτοκρατορικό πολεοδομικό και τελετουργικό πρόγραμμα, που θεμελιώθηκε από τον Κωνσταντίνο Α΄ (†337), ολοκληρώθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ (βασ. 408–450) και συνεχίστηκε από τους μέσους βυζαντινούς αυτοκράτορες, περιλάμβανε μια αυτοκρατορική τελετουργική διαδρομή, σημασμένη από τετράπυλα. Συνήθως, η θριαμβική αυτή οδός ακολουθούσε τη μεγάλη κεντρική λεωφόρο της πόλης, γνωστή στους Βυζαντινούς ως Μέση, η οποία συνέδεε τη λεγόμενη Χρυσή Πύλη με τη Χαλκή Πύλη, δηλαδή τις κύριες εισόδους της Πόλης και του Μεγάλου Παλατίου αντίστοιχα.
Κατά μήκος της Μέσης, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, ακολουθώντας την τελετουργική τους πορεία, διέρχονταν από θριαμβικές κατασκευές που όριζαν συγκεκριμένους σταθμούς σύμφωνα με την αστική τοπογραφία. Συχνά αναφερόμενα σε συνδυασμό με αυτοκρατορικά νικητήρια και τιμητικά μνημεία, αγάλματα και κίονες, αυτά τα υβριδικά αρχιτεκτονικά σύνολα προσέδιδαν στους χώρους που σηματοδοτούνταν από τα τετράπυλα έντονο τελετουργικό και θριαμβικό χαρακτήρα. Ο αυτοκράτορας, διερχόμενος κάτω από το κιβωριοειδές τετράπυλο, συσχετιζόταν συμβολικά με τον κιβωριοσκέπαστο θρόνο και μεταμορφωνόταν σε θεϊκή μορφή. Στη Μέση υπήρχαν τουλάχιστον τρία τέτοια μνημειακά τετράπυλα: το θολωτό τετράπυλο πάνω από το Μίλιον, τον οδικό δείκτη στο Αυγουσταίον· το τετράπυλο κοντά στην πλατεία Σίγμα, που μερικές φορές αναφέρεται ως Χρυσό Τετράπυλο· και το λεγόμενο Χάλκινο Τετράπυλο (Χαλκοῦν Τετράπυλον), μεταξύ των φόρων του Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου.
Το Χάλκινο Τετράπυλο
Παρότι κανένα από τα παραπάνω τετράπυλα της Κωνσταντινούπολης δεν σώζεται σήμερα, το Χάλκινο Τετράπυλο είναι γνωστό στη σύγχρονη έρευνα ως το τετράπυλο κατ’ εξοχήν. Το τετράπυλο αυτό, επενδεδυμένο με χαλκό ή μπρούντζο, όπως υποδηλώνει και το προσωνύμιό του «Χαλκοῦν», αποτελούσε το κύριο τοπόσημο του νοτιοδυτικού τομέα της Κωνσταντινούπολης και ένα από τα σημαντικότερα δημόσια μνημεία της πόλης γενικότερα. Κατασκευασμένο επί αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Α΄ (†337), το τετράπυλο σηματοδοτούσε το σημείο όπου η Μέση, με κατεύθυνση ανατολή–δύση, τέμνονταν με εγκάρσια λεωφόρο που συνέδεε τον Κεράτιο Κόλπο με το λεγόμενο λιμάνι του Ιουλιανού στη Θάλασσα του Μαρμαρά, περίπου στο σημείο όπου σήμερα τέμνονται οι οδοί Divanyolu (αρχαία Μέση) και Uzunçarşı. Τον 7ο αιώνα, ο αυτοκράτορας Φωκάς (βασ. 602–610) τοποθέτησε δημόσιο ανδριάντα του επάνω σε κίονα κοντά στο τετράπυλο, ακολουθώντας ουσιαστικά την παγανιστική παράδοση. Ωστόσο, η επιβίωση της ύστερο-αρχαίας έννοιας του τετραπύλου και η ενσωμάτωσή της στα χριστιανικά κιβώρια της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης καθίσταται εμφανής στην περίπτωση του Χάλκινου Τετραπύλου, τουλάχιστον από τον 10ο αιώνα και εξής.
Καταγεγραμμένο στο Συναξάριο και αργότερα μνημονευόμενο από τον Κλαβίχο στις αρχές του 15ου αιώνα, το Χάλκινο Τετράπυλο στέγαζε επίσης τα λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων της Σεβάστειας. Η πρακτική αυτή συνέδεε αποτελεσματικά τη σημασία του αγιολογικού προσκυνήματος με την τιμητική και θριαμβική λειτουργία του τετραπύλου. Η χρήση του –σήμερα μη σωζόμενου– Χάλκινου Τετραπύλου ως μείζονος δημόσιου μνημείου της Κωνσταντινούπολης επιβεβαιώνει έτσι τη μακρόχρονη επιβίωση της παράδοσης των θριαμβικών τετραπύλων εντός ενός χριστιανικού πλαισίου στον βυζαντινό κόσμο. Ο ναός των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, πλησίον του Χάλκινου Τετραπύλου, ήταν ο χώρος τέλεσης πολλών εορτών τους, μεταξύ των οποίων και η επέτειος των εγκαινίων του ναού, στις 29 Δεκεμβρίου. Στις αρχές του 15ου αιώνα το Χάλκινο Τετράπυλο βρισκόταν ήδη σε ερείπια, γεγονός που πιθανόν εξηγεί γιατί, σύμφωνα με τις μαρτυρίες προσκυνητών, τα λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων της Σεβάστειας τιμώνταν πλέον στον ναό της Αγίας Σοφίας.



