Άγιος Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, 29 Δεκεμβρίου
Άγιος Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος : Ο Μεσσήνιος και νέος «Κύριλλος και Μεθόδιος» της Αφρικής**
Του Αρχιμανδρίτη Φιλίππου Χαμαργιά,
Καγκελλαρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας
Η παρουσία των αγίων στον κόσμο, σύμφωνα με τον μακαριστό καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη, αποτελεί «απόδειξη του έργου της Εκκλησίας, της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος μέσα στον κόσμο».
Έτσι, η παρουσία αγίων σε μια εκκλησιαστική κοινότητα επιβεβαιώνει τον παραπάνω λόγο, ξεκινώντας από το τοπικό επίπεδο, το οποίο όμως, μέσω της ευχαριστιακής κοινωνίας των πιστών –της Εκκλησίας– υπερβαίνει τα στενά όρια και εκτείνεται σε ολόκληρο το Σώμα της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία, λοιπόν, τιμώντας και προβάλλοντας τους αγίους, προκαλεί και προσκαλεί τον καθένα από εμάς, παρουσιάζοντάς μας τους αγίους κάθε εποχής –ακόμη και της εποχής που ζούμε– να βιώσουμε την αγιότητα κατά το πρότυπο της ζωής τους, ώστε να γίνουμε αληθινοί μιμητές τους, όπως εκείνοι υπήρξαν μιμητές του Χριστού, και να επιβεβαιώσουμε με τη βιωμένη εμπειρία μας ότι η αγιότητα δεν είναι είδος προς εξαφάνιση ούτε απολιθωμένο σύμβολο, αλλά ζώσα πραγματικότητα, στην οποία μπορεί να συμμετάσχει ο καθένας μας.
Και πάλι γίναμε μάρτυρες και κοινωνοί αυτής της συμμετοχής στην αγιότητα, μετά τη σημερινή Πράξη Αγιοκατατάξεως από την Ιερά Σύνοδο του Πρεσβυγενούς Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, η οποία, «προτρεπομένη και θεοπνεύστως ενθαρρυνόμενη» από την Α.Θ.Μ. τον Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας κ.κ. Θεόδωρο Β΄, προέβη στην εγγραφή στα αγιολογικά δίπτυχα του Οσίου Πατρός ημών Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου, ευγενούς τέκνου της αγιοτόκου Μεσσηνίας.
Ο νυν Άγιος Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος (κατά κόσμον Χρήστος) γεννήθηκε το έτος 1903 στο χωριό Βασιλίτσι της επαρχίας Κορώνης, στον νομό Μεσσηνίας.
Ο πατέρας του ήταν ποιμένας, καταγόμενος από την Τρίπολη, και απέκτησε τέσσερα παιδιά, τα οποία ανέθρεψε με τη δεύτερη σύζυγό του, μετά τον θάνατο της πρώτης. Από τον δεύτερο αυτό γάμο γεννήθηκε ο Χρήστος.
Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο έως την τετάρτη τάξη, διότι, λόγω του θανάτου του πατέρα του, αναγκάστηκε να εργαστεί. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα συστηματικής μόρφωσης, διδάχθηκε από τους γονείς του την ευσέβεια και την πίστη στον Χριστό.
Αν και επιθυμούσε να σπουδάσει και διέθετε ιδιαίτερη ευφυΐα, η οικονομική ένδεια της οικογένειάς του δεν του επέτρεψε να πραγματοποιήσει το όνειρό του κατά την παιδική του ηλικία.
Αναζητώντας πνευματική ζωή, ο δεκαπεντάχρονος Χρήστος, το 1918, προσήλθε στο Ησυχαστήριο του Ηλία Παναγουλάκη στην Καλαμάτα. Ο αυστηρός αυτός ασκητής, που εκοιμήθη το 1917, είχε ιδρύσει ασκητικό τόπο στα περίχωρα της τότε πόλης της Καλαμάτας, χωρίς επίσημη εκκλησιαστική αναγνώριση, και προσήλθαν σε αυτόν πολλοί νέοι και νέες από την Καλαμάτα, τη Μεσσηνία και ολόκληρη την Ελλάδα.
Μεταξύ των νέων που ποθούσαν την αγγελική πολιτεία συγκαταλέγονταν ο Άγιος Βησσαρίων ο Κορκολιάκος ο Ελεήμων της Αγάθωνος, ο αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος, παραγωγικός θεολόγος και ιδρυτής του Ησυχαστηρίου του Προφήτη Ιωήλ στην Καλαμάτα, ο αρχιμανδρίτης Ιωακείμ (Νικολαΐδης) Αγιαννανίτης, αυστηρός αγιορείτης ασκητής, ο ιερομόναχος Ευσέβιος Θεριακής, ακούραστος πνευματικός στην Καλαμάτα, η ηγουμένη της Μονής Καλαμάτας Φιλοθέη Γεννηματά, ο φιλάνθρωπος και τροφός ορφανών, ο ιερομόναχος Χριστόφορος Πουλουπάτης, καλοκάγαθος κληρικός και μετέπειτα πρώτος επίσκοπος των Παλαιοημερολογιτών στη Μεσσηνία, και πολλοί άλλοι.
Ο Χρήστος Παπασαραντόπουλος και ο Φώτης Γιαννακόπουλος (ο μετέπειτα πατήρ Ιωήλ) έγιναν αχώριστοι φίλοι, και η φιλία αυτή ενίσχυσε και τους δύο στον πνευματικό και ασκητικό τους αγώνα. Κατά την αλληλογραφία τους, με πνεύμα ταπεινώσεως, υπέγραφαν ως εξής: ο Άγιος Χρυσόστομος υπέγραφε «Χρήστος ο άχρηστος» και ο πατήρ Ιωήλ «Φώτης ο αφώτιστος». Ω, τι αυτομεμψία!
Από το 1921 έως το 1924 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στον Έβρο και την Καλαμάτα. Μετά την απόλυσή του επέστρεψε στη Σκήτη Παναγουλάκη και ενδύθηκε το τίμιο ράσο, ακολουθώντας τη μοναχική ζωή.
Κατόπιν προτροπής και πνευματικής καθοδήγησης του αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου Ανδρώνη, κήρυκα της Αδελφότητος «Ζωή», αναχώρησε από τη Σκήτη Παναγουλάκη και την 1η Ιανουαρίου 1925, σε ηλικία 22 ετών, εισήλθε ως δόκιμος στην Ιερά Μονή Μαρδακίου στον Ταΰγετο. Στις 4 Αυγούστου 1925 εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Χρυσόστομος.
Στις 4 Μαΐου 1926 χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο και την επομένη ημέρα πρεσβύτερος, ενώ διορίστηκε εφημέριος του Ιερού Ναού Υπαπαντής του Χριστού στο χωριό Άμφεια (Γαρδίκι) Μεσσηνίας, όπου παρέμεινε έως το 1928, εξυπηρετώντας παράλληλα τις ποιμαντικές ανάγκες γειτονικών χωριών.
Στις 11 Μαΐου 1926 διορίστηκε ηγούμενος της Μονής Γαρδικίου, πλησίον της Θουρίας, και στις 25 Οκτωβρίου του ιδίου έτους ανέλαβε επισήμως την ηγουμενία της, μετά την παραίτηση του πατρός Ιωήλ.
Η αγάπη του για τη μόρφωση τού έδωσε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει το δημοτικό σχολείο ως κατ’ οίκον διδασκόμενος. Όταν το 1931 η Μονή Γαρδικίου διαλύθηκε λόγω έλλειψης μοναχών και μετατράπηκε σε μετόχι της Ιεράς Μονής Βουλκάνου, ο Όσιος Χρυσόστομος κατέφυγε στην Ιερά Μονή Χρυσοκελλαριάς, πλησίον της Κορώνης.
Εκεί οργάνωσε κατηχητικά σχολεία στα χωριά Βασιλίτσι και Χαρακοπιό και έγινε πνευματικός πατέρας πολλών χριστιανών της περιοχής. Από το 1934 έως το 1938 υπηρέτησε ως εφημέριος σε άλλα χωριά της Μεσσηνίας και οι κάτοικοι τον αποκαλούσαν «ακτήμονα», διότι δεν κρατούσε ποτέ χρήματα για τον εαυτό του, αλλά τα έδινε πάντοτε σε όσους είχαν ανάγκη.
Το 1938, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (Φιλιππίδης) τον κάλεσε στην Αθήνα για να υπηρετήσει ως πνευματικός των μαθητών των Κατηχητικών Σχολείων. Εντάχθηκε τότε στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης και διορίστηκε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνος.
Όταν το 1941 Αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξελέγη ο Δαμασκηνός (Παπανδρέου), ο Όσιος Χρυσόστομος παραιτήθηκε από την ηγουμενία και εγκαταστάθηκε στη Μονή Πετράκη. Κατά τη διάρκεια της ιταλογερμανικής Κατοχής, το κελλί του μεταβλήθηκε σε πνευματική εστία για φοιτητές της επαρχίας, τους οποίους στήριξε ποικιλοτρόπως.
Μετά από πολυετή διακονία, επέστρεψε στη Μονή Πετράκη και, με φλογερή επιθυμία για μόρφωση, έδωσε εξετάσεις, έλαβε απολυτήριο λυκείου και πραγματοποίησε το παιδικό του όνειρο, εισαγόμενος στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1959, σε ηλικία 56 ετών, έλαβε το πτυχίο Θεολογίας.
Κατά τις σπουδές του γνώρισε φοιτητές από την Ουγκάντα και πληροφορήθηκε τις ανάγκες ευαγγελισμού της Αφρικής. Το Πάσχα του 1960 βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα ως προσκυνητής και εκεί, στους Αγίους Τόπους, προσευχήθηκε θερμά να τον ενισχύσει ο Κύριος στο νέο ποιμαντικό του έργο.
Οπλισμένος με πίστη, αγάπη και ελπίδα, παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Χριστόφορο και ζήτησε την ευλογία του. Παρά τις προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της αποστολής, ο ιεραπόστολος δήλωσε έτοιμος να πεθάνει γι’ αυτήν.
Έκτοτε, ο άγιος γέροντας Χρυσόστομος έκανε την Αφρική δεύτερη πατρίδα του. Έζησε όχι μέσα στην Ιεραποστολή, αλλά για την Ιεραποστολή. Ουγκάντα, Κένυα, Ναϊρόμπι, Ζαΐρ έγιναν τα παιδιά του.
Εκοιμήθη στις 29 Δεκεμβρίου 1972, σε ηλικία 69 ετών, και ετάφη στην Κανάνγκα. Στις 21 Δεκεμβρίου 1996 τα λείψανά του μετακομίστηκαν και φυλάσσονται στον κήπο του Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέου στο Ιεραποστολικό Κέντρο Κανάνγκα.
Άνδρες και γυναίκες της Αφρικής τον έκλαυσαν ως πατέρα τους. Ο τάφος του αποτελεί έως σήμερα τόπο προσκυνήματος. Είναι ο Άγιος που τιμάται ως φωτιστής, ως ο νέος «Κύριλλος και Μεθόδιος» της Αφρικής.
Η Μεσσηνία, η γενέτειρά του, τον τιμά και τον κατατάσσει στο τοπικό Αγιολόγιο, φυλάσσοντας ως πολύτιμη παρακαταθήκη τα λόγια του μακαριστού Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (Θέμελη), κατά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του:
«Αειμνήστε ιεραπόστολε αρχιμανδρίτα Χρυσόστομε Παπασαραντόπουλε, η ψυχή σου, που αγάπησε τον Κύριο μέχρι θανάτου, αναπαύεται κοντά Του, ενώ το πολύπαθο σώμα σου βρίσκεται σε άσημο τάφο στην Κανάνγκα της Αφρικής, φρουρώντας την ένδοξη ιεραποστολή σου…».







