Πώς η Επίσκεψη Βενιζέλου στην Κωνσταντινούπολη Σφράγισε την Προδοσία του Προσφυγικού Ελληνισμού
Το Διπλωματικό «Βατερλό» του Μεσοπολέμου: Πώς η Επίσκεψη Βενιζέλου στην Κωνσταντινούπολη Σφράγισε την Προδοσία του Προσφυγικού Ελληνισμού
Η Σκηνοθετημένη Βιτρίνα και η Σκληρή Πραγματικότητα της 23ης Αυγούστου 1931
Στις 23 Αυγούστου 1931, το φωτογραφικό κλείστρο στην Κωνσταντινούπολη απαθανάτισε μια σκηνή που η επίσημη ιστοριογραφία επιχείρησε για δεκαετίες να παρουσιάσει ως κορυφαία στιγμή ειρήνης και διπλωματικής ευφυΐας. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Τούρκος ομόλογός του Ισμέτ Ινονού εμφανίζονται να κάθονται δίπλα-δίπλα, ντυμένοι με την επίσημη αστική ενδυμασία της εποχής, ανταλλάσσοντας χαμόγελα.
Ωστόσο, για κάθε Έλληνα που δεν εθελοτυφλεί μπροστά στα ιστορικά γεγονότα, η εικόνα αυτή αποτελεί ένα βαθύ εθνικό τραύμα. Μόλις εννέα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τη γενοκτονία, τη βιβλική σφαγή της Σμύρνης και τον βίαιο ξεριζωμό ενάμισι εκατομμυρίου Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες, ο επικεφαλής του ελληνικού κράτους εμφανιζόταν να νομιμοποιεί τους θύτες του ελληνισμού.
Η επίσκεψη του Βενιζέλου στην Κωνσταντινούπολη, ως συνέχεια του Συμφώνου Φιλίας της Άγκυρας του 1930, δεν ήταν θρίαμβος, αλλά μια πράξη ακραίας εθνικής υποχώρησης. Η ελληνική πλευρά προσήλθε στις συνομιλίες από θέση απόλυτης αδυναμίας και ηττοπάθειας, δεχόμενη να θυσιάσει τα ιερά δικαιώματα των Μικρασιατών αδελφών μας και την ασφάλεια της εναπομείνασας ομογένειας της Πόλης για να εξασφαλίσει μια κούφια και εφήμερη διπλωματική ηρεμία.
Το Οικονομικό Έγκλημα κατά των Προσφύγων – Η Διαγραφή των «Μουμπαδιλικών»
Το πιο σκοτεινό και ασυγχώρητο κομμάτι αυτής της προσέγγισης, το οποίο επισφραγίστηκε κατά την επίσκεψη του 1931, ήταν η πλήρης οικονομική εξόντωση των Μικρασιατών προσφύγων από την ίδια τους την πατρίδα. Μετά το 1922, οι Έλληνες είχαν αφήσει πίσω τους στη Μικρά Ασία κολοσσιαίες περιουσίες, οι οποίες περιλάμβαναν εύφορες γαιές, εργοστάσια, αρχοντικά και καταθέσεις.
Η αξία αυτών των ελληνικών περιουσιών (τα λεγόμενα «μουμπαδιλικά») ήταν πολλαπλάσια, σχεδόν πενταπλάσια, από την αξία των κτημάτων που εγκατέλειψαν οι ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι αποχωρώντας από την Ελλάδα. Η δίκαιη απαίτηση των προσφυγικών σωματείων ήταν να αποτιμηθούν αυτές οι περιουσίες και η Τουρκία να καταβάλει τη διαφορά στην Ελλάδα, ώστε να αποζημιωθούν οι ξεριζωμένοι.
Αντί να προασπιστεί τον μόχθο και τον πλούτο γενεών του μικρασιατικού ελληνισμού, η κυβέρνηση Βενιζέλου συνθηκολόγησε πλήρως μπροστά στις τουρκικές απαιτήσεις. Στις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης οριστικοποιήθηκε ο καθολικός, άδικος συμψηφισμός των περιουσιών. Με μια μονοκονδυλιά, το ελληνικό κράτος χάρισε στην Άγκυρα δισεκατομμύρια δραχμές της εποχής, στερώντας από τους πρόσφυγες κάθε ελπίδα για δίκαιη αποζημίωση.
Η πράξη αυτή αποτέλεσε μια κατάφωρη κρατική προδοσία απέναντι σε ανθρώπους που είχαν χάσει τα πάντα. Η Ελλάδα, αντί να διεκδικήσει τα δίκαια των πολιτών της ως οφειλόμενο χρέος, επέλεξε να τους θυσιάσει οικονομικά για να κλείσει άρον-άρον ένα διπλωματικό μέτωπο, αφήνοντας τους Μικρασιάτες να ζουν στην εξαθλίωση των προσφυγικών καταυλισμών.
Η Εγκατάλειψη της Ομογένειας και η Απάτη των Τουρκικών Εγγυήσεων
Για να χρυσώσει το χάπι στο εσωτερικό της χώρας, ο Βενιζέλος χρησιμοποίησε ως πρόσχημα την ανάγκη προστασίας των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που είχαν εξαιρεθεί από την ανταλλαγή. Κατά την παραμονή του στην Πόλη, επισκέφθηκε με μεγάλη πομπή το Φανάρι και εμφάνισε τις προσωπικές του σχέσεις με τον Ισμέτ Ινονού ως «εγγύηση» για το μέλλον του εκεί ελληνισμού. Αυτή η πολιτική αφέλεια, ωστόσο, πληρώθηκε με βαρύτατο τίμημα, καθώς η ελληνική πλευρά επέδειξε εγκληματική τυφλότητα απέναντι στις πραγματικές προθέσεις της Άγκυρας.
Η Τουρκία χρησιμοποίησε την επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού ως ένα διεθνές προπέτασμα καπνού για να δείξει ένα δήθεν ειρηνικό πρόσωπο στη Δύση, ενώ την ίδια στιγμή προετοίμαζε τον διωγμό των Ελλήνων. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 1932, η Τουρκική Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον διαβόητο Νόμο 2007, ο οποίος απαγόρευσε στους Έλληνες της Πόλης την άσκηση δεκάδων βασικών επαγγελμάτων –από γιατρούς και δικηγόρους μέχρι απλούς τεχνίτες, ράφτες και εργάτες– οδηγώντας την ομογένεια σε άμεσο οικονομικό στραγγαλισμό.
Οι «εγγυήσεις» που υποτίθεται ότι είχε εξασφαλίσει ο Βενιζέλος αποδείχθηκαν κούφιες υποσχέσεις. Η ελληνική διπλωματία, εγκλωβισμένη στις ψευδαισθήσεις της «φιλίας», παρακολουθούσε ανίσχυρη και άπραγη τον συστηματικό διωγμό και τον εξαναγκαστικό εκπατρισμό χιλιάδων Ελλήνων, αποδεικνύοντας ότι η εμπιστοσύνη προς το τουρκικό κράτος ήταν ένα ολέθριο σφάλμα.
Η Γεωπολιτική Αφέλεια και η Ιστορική Δικαίωση της Αντιπολίτευσης
Η δικαιολογία ότι η προσέγγιση του 1931 έγινε για να δημιουργηθεί ένα κοινό βαλκανικό μέτωπο ασφαλείας απέναντι στον βουλγαρικό αναθεωρητισμό καταρρίπτεται από την ίδια την ιστορία, αναδεικνύοντας τη γεωπολιτική αφέλεια της τότε ελληνικής ηγεσίας. Η αντιπολίτευση στην Αθήνα, αλλά και ο προσφυγικός Τύπος, είχαν προειδοποιήσει έγκαιρα ότι η Τουρκία δεν επρόκειτο ποτέ να σταθεί πιστός σύμμαχος της Ελλάδας και ότι χρησιμοποιούσε τις συμφωνίες μόνο για να κερδίσει χρόνο και να εδραιώσει τη δική της κυριαρχία.
Η εξέλιξη των γεγονότων δικαίωσε απόλυτα αυτές τις φωνές. Το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934, το οποίο υποτίθεται ότι θεμελιώθηκε πάνω στις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης, αποδείχθηκε ένα ανίσχυρο χαρτί. Όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ελλάδα δεχόταν την άνανδρη επίθεση των δυνάμεων του Άξονα, η «σύμμαχος» Τουρκία του Ισμέτ Ινονού τήρησε μια άκρως καιροσκοπική και επιτήδεια ουδετερότητα, υπογράφοντας μάλιστα σύμφωνο φιλίας με τη ναζιστική Γερμανία το 1941, την ώρα που ο ελληνικός λαός πέθαινε από την πείνα κάτω από τη γερμανική κατοχή. Η ελληνική πλευρά θυσίασε τα πάντα το 1931, για να εισπράξει τελικά την απόλυτη προδοσία όταν βρέθηκε σε ανάγκη.
Ένα Διαχρονικό Μάθημα Εθνικής Αξιοπρέπειας
Η φωτογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Ισμέτ Ινονού στην Κωνσταντινούπολη δεν είναι σύμβολο περήφανης διπλωματίας, αλλά ένα μνημείο εθνικής συνθηκολόγησης. Το δήθεν οικοδόμημα της ελληνοτουρκικής φιλίας χτίστηκε πάνω στις πλάτες των Μικρασιατών προσφύγων, οι οποίοι είδαν τις περιουσίες τους να χαρίζονται στους σφαγείς τους, και πάνω στην εγκατάλειψη της ομογένειας της Πόλης.
Το μάθημα που προκύπτει από την επίσκεψη του 1931 είναι ξεκάθαρο και εξαιρετικά επίκαιρο: στην εξωτερική πολιτική, οι υποχωρήσεις απέναντι σε έναν διαχρονικά επιθετικό γείτονα δεν φέρνουν ποτέ την ειρήνη. Φέρνουν μόνο την αποθράσυνσή του και την εθνική ταπείνωση.
Η ελληνική ηγεσία του 1931 προτίμησε τις διπλωματικές ψευδαισθήσεις και τα μεγάλα λόγια από την προάσπιση των δίκαιων δικαιωμάτων του ελληνισμού, αφήνοντας πίσω της μια παρακαταθήκη υποχωρητικότητας που πλήγωσε ανεπανόρθωτα την εθνική αξιοπρέπεια και τη δικαιοσύνη.
- Γεώργιος Δουλγέρης


